Καύσιμα: Ο Μαρινάκης θυμήθηκε τι αύξησε ο Τσίπρας το 2016 – Αλλά ποιος κρατά τους ίδιους φόρους δέκα χρόνια μετά;

Οι αυξήσεις του ΕΦΚ που επικαλείται η κυβέρνηση πράγματι έγιναν επί ΣΥΡΙΖΑ – Όμως οι υψηλοί συντελεστές παραμένουν μέχρι σήμερα, η Ελλάδα βρίσκεται αρκετά πάνω από τα ευρωπαϊκά ελάχιστα και η ίδια η κυβέρνηση παραδέχεται πλέον ότι υπάρχει περιθώριο μείωσης – Το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος αύξησε τον φόρο, αλλά γιατί δεν μειώθηκε στη συνέχεια

Υπάρχει μια φράση του Παύλου Μαρινάκη από τη σημερινή του συνέντευξη στον ΣΚΑΪ που συνοψίζει την κυβερνητική απάντηση στις προτάσεις του Αλέξη Τσίπρα για τα καύσιμα:

«Κάνει καλύτερα βίντεο από ό,τι κυβερνάει».

Πολιτικά εύστοχη ατάκα για τα τηλεοπτικά αποσπάσματα.

Μόνο που ο καταναλωτής δεν βάζει ατάκες στο ρεζερβουάρ.

Βάζει βενζίνη και πετρέλαιο.

Και πληρώνει φόρους.

Γι’ αυτό αξίζει να αφήσουμε για λίγο στην άκρη την αντιπαράθεση Μαρινάκη–Τσίπρα και να δούμε τους αριθμούς.

Γιατί αποκαλύπτουν μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα πραγματικότητα.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έχει δίκιο σε ένα βασικό ιστορικό γεγονός:

η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ αύξησε το 2016 τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στα καύσιμα.

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη αλήθεια:

η Νέα Δημοκρατία κυβερνά από το 2019 και οι συγκεκριμένοι υψηλοί φόροι εξακολουθούν να υπάρχουν το 2026.

Και κάπου εκεί αρχίζει η πραγματική πολιτική συζήτηση.

Ναι, ο Τσίπρας αύξησε τον ΕΦΚ

Ας ξεκινήσουμε από το σημείο στο οποίο ο Παύλος Μαρινάκης έχει δίκιο.

Με τον νόμο 4389/2016 ο ΕΦΚ στην αμόλυβδη βενζίνη διαμορφώθηκε στα 700 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, ενώ στο diesel κίνησης στα 410 ευρώ ανά 1.000 λίτρα.

Αυτές οι αυξήσεις ψηφίστηκαν επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ.

Επομένως ο Αλέξης Τσίπρας, όταν σήμερα ζητά μείωση του ΕΦΚ, είναι απολύτως θεμιτό να ερωτάται για τη φορολογική πολιτική που ακολούθησε όταν κυβερνούσε.

Η ιστορία δεν διαγράφεται.

Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα στην κυβερνητική επιχειρηματολογία.

Ποιος κρατά τον ΕΦΚ στα 700 ευρώ σήμερα;

Η κυβέρνηση Τσίπρα έφυγε τον Ιούλιο του 2019.

Βρισκόμαστε στον Σεπτέμβριο του 2026.

Έχουν περάσει περισσότερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.

Και ποιος είναι σήμερα ο ΕΦΚ στην αμόλυβδη;

700 ευρώ ανά 1.000 λίτρα.

Πόσος είναι στο diesel κίνησης;

410 ευρώ ανά 1.000 λίτρα.

Ακριβώς τους σημερινούς συντελεστές καταγράφει το ίδιο το Υπουργείο Οικονομικών.

Άρα υπάρχει ένα πολύ απλό ερώτημα προς την κυβέρνηση:

Εάν οι συγκεκριμένοι φόροι αποτελούν τόσο χαρακτηριστικό παράδειγμα της λανθασμένης φορολογικής πολιτικής του Τσίπρα, γιατί διατηρούνται επτά χρόνια μετά την αποχώρησή του;

Δεν μπορεί ένας φόρος να αποτελεί απόδειξη κακής πολιτικής όταν τον επιβάλλει ο προηγούμενος και ταυτόχρονα να παραμένει αναγκαίος όταν τον εισπράττει ο επόμενος χωρίς αυτή η αντίφαση να εξηγείται.

Και εδώ έρχεται η Ευρώπη

Ο Παύλος Μαρινάκης βάζει στη συζήτηση τους ευρωπαϊκούς περιορισμούς.

Και πράγματι υπάρχουν.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση προβλέπει κατώτατα επίπεδα φορολόγησης των ενεργειακών προϊόντων.

Αλλά ας δούμε ποια είναι.

Για την αμόλυβδη βενζίνη, το ευρωπαϊκό ελάχιστο είναι:

359 ευρώ ανά 1.000 λίτρα.

Η Ελλάδα επιβάλλει:

700 ευρώ.

Για το diesel κίνησης, το ευρωπαϊκό ελάχιστο είναι:

330 ευρώ ανά 1.000 λίτρα.

Η Ελλάδα επιβάλλει:

410 ευρώ.

Άρα η Ευρωπαϊκή Ένωση πράγματι βάζει ένα κατώφλι.

Δεν υποχρεώνει όμως την Ελλάδα να βρίσκεται στα σημερινά επίπεδα.

Και αυτό το αναγνώρισε ουσιαστικά σήμερα και ο ίδιος ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, λέγοντας ότι η χώρα μπορεί να μειώσει τον ΕΦΚ μέχρι τα κατώτατα επιτρεπόμενα ευρωπαϊκά όρια.

Αυτή είναι πολύ σημαντική παραδοχή.

Ακόμη μεγαλύτερη η απόσταση στο πετρέλαιο θέρμανσης

Εδώ τα πράγματα αποκτούν ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Το ίδιο το Υπουργείο Οικονομικών αναφέρει ότι για το diesel θέρμανσης ο ελληνικός ΕΦΚ στη χειμερινή περίοδο είναι 280 ευρώ ανά 1.000 λίτρα.

Το ευρωπαϊκό ελάχιστο;

21 ευρώ ανά 1.000 λίτρα.

Προφανώς αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα μπορεί αύριο το πρωί να κατεβάσει τον φόρο στα 21 ευρώ χωρίς δημοσιονομικές συνέπειες.

Θα υπήρχε σημαντική απώλεια εσόδων.

Σημαίνει όμως κάτι πολύ συγκεκριμένο:

το ευρωπαϊκό δίκαιο δεν επιβάλλει τον σημερινό ελληνικό συντελεστή των 280 ευρώ.

Επομένως η πραγματική διαφωνία δεν είναι εάν υπάρχει νομικά περιθώριο μείωσης.

Υπάρχει.

Η διαφωνία είναι πόσο μπορεί να μειωθεί, για πόσο διάστημα και πώς θα καλυφθεί δημοσιονομικά η απώλεια.

Αυτό είναι πολύ διαφορετικό.

Και ο Κυρανάκης σήμερα κάνει τη συζήτηση ακόμη πιο ενδιαφέρουσα

Υπάρχει μάλιστα μία σημερινή παρέμβαση που δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την απόλυτη κυβερνητική γραμμή.

Ο γραμματέας της ΝΔ Κωνσταντίνος Κυρανάκης δήλωσε ότι είναι διαχρονικά υπέρ της μείωσης του ΕΦΚ και, ερωτηθείς για την πρόταση να φτάσει το πετρέλαιο θέρμανσης στο 1,40 ευρώ, είπε ότι αυτό θα μπορούσε να γίνει μέσω συνδυασμού μέτρων, υπό την προϋπόθεση ότι εξασφαλίζεται η δημοσιονομική ισορροπία.

Άρα η συζήτηση μετακινείται.

Δεν είναι πλέον:

«Γίνεται ή δεν γίνεται;»

Είναι:

«Με ποιον τρόπο μπορεί να γίνει και ποιος θα πληρώσει το δημοσιονομικό κόστος;»

Και αυτό είναι πολύ πιο σοβαρό ερώτημα.

Ο Μαρινάκης έχει όμως ένα ισχυρό αντεπιχείρημα: τα έσοδα

Η κυβερνητική απάντηση δεν πρέπει να αποσιωπηθεί.

Ο Παύλος Μαρινάκης υποστηρίζει ότι τα έσοδα του κράτους από τον ΕΦΚ στα καύσιμα είναι περίπου 4 δισ. ευρώ ετησίως και επομένως οποιαδήποτε μεγάλη οριζόντια μείωση πρέπει να συνοδεύεται από απάντηση στο ερώτημα:

πού θα βρεθούν τα χρήματα;

Αυτό είναι πραγματικό δημοσιονομικό ζήτημα.

Μια μεγάλη μείωση του ΕΦΚ δεν είναι δωρεάν.

Εάν μειωθούν σημαντικά τα έσοδα, η κυβέρνηση πρέπει είτε να βρει ισοδύναμα, είτε να περιορίσει άλλες δαπάνες, είτε να εξασφαλίσει ότι η παρέμβαση μπορεί να αντιμετωπιστεί διαφορετικά στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων.

Επομένως ο Τσίπρας επίσης δεν αρκεί να λέει απλώς «μειώστε τον φόρο».

Οφείλει να κοστολογήσει πλήρως την πρότασή του.

Αλλά ο Τσίπρας δεν πρότεινε μόνο ΕΦΚ

Και εδώ η απάντηση Μαρινάκη γίνεται κάπως επιλεκτική.

Η σημερινή πρόταση του Αλέξη Τσίπρα δεν περιορίζεται στη μείωση του ΕΦΚ.

Περιλαμβάνει τέσσερις παρεμβάσεις:

μείωση του ΕΦΚ,

μείωση του ΦΠΑ στο 13%,

πλαφόν στο περιθώριο κέρδους των διυλιστηρίων,

και έκτακτη φορολόγηση των υπερκερδών τους.

Ο στόχος που έθεσε είναι πετρέλαιο θέρμανσης στα 1,40 ευρώ και πετρέλαιο κίνησης στα 1,80 ευρώ.

Μπορεί κάποιος να αμφισβητήσει το κόστος.

Μπορεί να αμφισβητήσει την αποτελεσματικότητα του πλαφόν.

Μπορεί να ζητήσει αναλυτική κοστολόγηση.

Όμως η απάντηση ότι «ο Τσίπρας αύξησε τον ΕΦΚ το 2016» δεν αποτελεί από μόνη της οικονομική απάντηση στις τέσσερις προτάσεις που καταθέτει το 2026.

Είναι πολιτική απάντηση.

Υπάρχει και ΦΠΑ πάνω στον ΕΦΚ

Στη συζήτηση για τις τιμές των καυσίμων υπάρχει ακόμη μία ιδιαιτερότητα που συχνά χάνεται.

Ο ΦΠΑ στην τελική τιμή εφαρμόζεται σε φορολογητέα βάση στην οποία ενσωματώνεται και ο ΕΦΚ.

Άρα όταν αυξάνεται η βασική τιμή του καυσίμου, αυξάνεται σε απόλυτο ποσό και η είσπραξη ΦΠΑ.

Αυτό είναι σημαντικό σε περιόδους μεγάλης ανόδου των διεθνών τιμών.

Και εδώ βρίσκεται ένα εύλογο πεδίο συζήτησης:

όταν μια διεθνής κρίση εκτοξεύει την τιμή στην αντλία και αυξάνει παράλληλα τα φορολογικά έσοδα σε ονομαστικούς όρους, ποιο μέρος αυτής της πρόσθετης επιβάρυνσης πρέπει να επιστρέφει στον καταναλωτή;

Αυτό είναι πολιτική επιλογή.

Όχι ευρωπαϊκή απαγόρευση.

«Έχουν δίκιο οι πολίτες»

Υπάρχει πάντως μια φράση του κυβερνητικού εκπροσώπου που έχει σημασία.

«Έχουν δίκιο οι πολίτες που ζητάνε παραπάνω. Έχουν δίκιο που πολλές φορές φωνάζουν».

Και πράγματι έχουν.

Διότι η κυβέρνηση πλέον αναγνωρίζει ότι χρειάζεται παρέμβαση.

Ο Μαρινάκης προανήγγειλε σχέδιο μέτρων και είπε ότι η κυβέρνηση θέλει το πετρέλαιο θέρμανσης να ξεκινήσει χαμηλότερα από τα επίπεδα στα οποία διαφορετικά θα οδηγούσε η αγορά.

Άρα το ίδιο το κυβερνητικό σχέδιο αποτελεί αναγνώριση ότι η αγορά από μόνη της δεν αρκεί για να προστατεύσει τα νοικοκυριά από το ενεργειακό σοκ.

Το πραγματικό ερώτημα πλέον είναι πόσο γενναία θα είναι η παρέμβαση.

Το 2016 δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμη απάντηση για το 2026

Αυτό τελικά είναι το αδύναμο σημείο της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας.

Ναι, ο Τσίπρας αύξησε τον ΕΦΚ.

Ναι, πρέπει να λογοδοτήσει πολιτικά γι’ αυτή την επιλογή.

Ναι, όταν σήμερα προτείνει μείωσή του, πρέπει να εξηγήσει πώς χρηματοδοτείται.

Αλλά βρισκόμαστε στο 2026.

Η Νέα Δημοκρατία κυβερνά από το 2019.

Δεν μπορεί λοιπόν κάθε συζήτηση για τον ΕΦΚ να τελειώνει στο τι συνέβη πριν από δέκα χρόνια.

Γιατί υπάρχει ένα απλό αντερώτημα:

Αφού ήταν λάθος η αύξηση, γιατί δεν διορθώθηκε;

Και εάν δεν ήταν δυνατό να διορθωθεί, γιατί;

Λόγω Ευρωπαϊκής Ένωσης;

Όχι πλήρως, αφού οι ευρωπαϊκοί ελάχιστοι συντελεστές είναι χαμηλότεροι από τους ελληνικούς.

Λόγω δημοσιονομικού κόστους;

Αυτό είναι πολύ σοβαρότερο επιχείρημα.

Αλλά τότε αυτό πρέπει να λέγεται καθαρά.

Το κράτος δεν διατηρεί αυτούς τους φόρους επειδή το υποχρεώνει η Ευρώπη να τους κρατά ακριβώς σε αυτά τα επίπεδα. Τους διατηρεί και επειδή αποτελούν σημαντική πηγή δημοσίων εσόδων.

Το ταμείο θα κρίνει και τους δύο

Ο Αλέξης Τσίπρας έχει το βάρος του δικού του κυβερνητικού παρελθόντος.

Ο Παύλος Μαρινάκης έχει το βάρος του κυβερνητικού παρόντος.

Ο πρώτος πρέπει να εξηγήσει γιατί αύξησε φόρους που σήμερα ζητά να μειωθούν και να παρουσιάσει πλήρη κοστολόγηση των νέων προτάσεών του.

Ο δεύτερος πρέπει να εξηγήσει γιατί, μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης της ΝΔ και δεκάδες μειώσεις άλλων φόρων που επικαλείται η κυβέρνηση, οι συγκεκριμένοι φόροι που επιβαρύνουν κάθε γέμισμα του ρεζερβουάρ παραμένουν στα ίδια υψηλά επίπεδα.

Αυτή είναι η πραγματική συζήτηση.

Όχι ποιος κάνει καλύτερα βίντεο.

Ούτε ποιος έχει την καλύτερη ατάκα στην τηλεόραση.

Αλλά πόσο από τα 1,80, τα 2 ή τα 2,10 ευρώ που βλέπει ο πολίτης στην αντλία είναι διεθνής τιμή, πόσο είναι περιθώρια της αγοράς και πόσο είναι φόροι.

Και κυρίως:

πόσο από αυτό το βάρος είναι διατεθειμένο να αφαιρέσει σήμερα το κράτος από τον καταναλωτή.

Γιατί ο Τσίπρας μπορεί να αύξησε τον ΕΦΚ το 2016.

Αλλά τον ΕΦΚ του 2026 τον εισπράττει η κυβέρνηση του 2026.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ