Άρθρο γνώμης | Kefalonia Magazine
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επιστρατεύει ημερομηνίες, ποινικές διατάξεις και τις καταγγελίες του Σταύρου Κοντονή για να επιτεθεί στον Αλέξη Τσίπρα. Όμως η πολιτική ευθύνη για έναν νόμο δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι ψηφίστηκε για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένα συμφέροντα. Και αυτή είναι η ουσία της αντιπαράθεσης που επιχειρείται να χαθεί μέσα στους χαρακτηρισμούς.
Ο Παύλος Μαρινάκης επανήλθε με μια ιδιαίτερα επιθετική δήλωση εναντίον του Αλέξη Τσίπρα, επιχειρώντας να μετατρέψει την ψήφιση του Ποινικού Κώδικα το 2019 σε πολιτικό κατηγορητήριο εναντίον του πρώην πρωθυπουργού.
Παρουσιάζει ημερομηνίες, επικαλείται αλλαγές στις ποινές για σοβαρά εγκλήματα και ανασύρει δηλώσεις του πρώην υπουργού Δικαιοσύνης Σταύρου Κοντονή.
Υπάρχει, όμως, ένα σοβαρό πρόβλημα στην επιχειρηματολογία του.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αποδεικνύει ότι ο Ποινικός Κώδικας ψηφίστηκε λίγο πριν από τις εκλογές. Δεν αποδεικνύει, όμως, ότι ψηφίστηκε με σκοπό να εξυπηρετηθούν συγκεκριμένα πρόσωπα.
Και ανάμεσα σε αυτά τα δύο υπάρχει τεράστια απόσταση.
1. Οι ημερομηνίες είναι πραγματικές. Η ενοχή δεν προκύπτει από το ημερολόγιο
Ο Παύλος Μαρινάκης υπενθυμίζει ότι στις 26 Μαΐου 2019 ο Αλέξης Τσίπρας ανακοίνωσε την πρόθεσή του να οδηγήσει τη χώρα σε εθνικές εκλογές μετά τον δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών.
Στη συνέχεια αναφέρει ότι ο νέος Ποινικός Κώδικας ψηφίστηκε στις 6 Ιουνίου και ότι οι εκλογές προκηρύχθηκαν στις 10 Ιουνίου.
Τα γεγονότα αυτά δεν αμφισβητούνται.
Και ασφαλώς η επιλογή να ψηφιστεί μια τόσο σημαντική νομοθετική μεταρρύθμιση λίγο πριν από τις εκλογές είναι απολύτως θεμιτό να δεχθεί αυστηρή πολιτική κριτική.
Αλλά εδώ βρίσκεται το πρώτο μεγάλο άλμα της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας.
Από το «ψήφισαν έναν νόμο λίγο πριν από τις εκλογές» μέχρι το «ψήφισαν έναν νόμο για να ευνοήσουν συγκεκριμένους» χρειάζονται αποδείξεις. Όχι απλώς ημερομηνίες.
Αν η κυβέρνηση διαθέτει στοιχεία ότι η χρονική επιλογή εξυπηρετούσε συγκεκριμένα συμφέροντα, οφείλει να τα παρουσιάσει.
Ποιοι ήταν οι ωφελούμενοι;
Ποιος αποφάσισε να τους ευνοήσει;
Ποια συγκεκριμένη παρέμβαση έγινε στο νομοθετικό κείμενο;
Από ποιον και για ποιον λόγο;
Αυτές είναι οι απαντήσεις που λείπουν.
2. Η νομοπαρασκευαστική επιτροπή δεν ήταν διακοσμητική
Ο κ. Μαρινάκης κατηγορεί τον Αλέξη Τσίπρα ότι κρύβεται πίσω από επιστημονικές εισηγήσεις.
Μόνο που η αναμόρφωση του Ποινικού Κώδικα δεν ήταν ένα νομοθέτημα που συντάχθηκε μέσα σε λίγες ημέρες σε κάποιο κυβερνητικό γραφείο.
Ήταν αποτέλεσμα πολυετούς νομοπαρασκευαστικής εργασίας, με συμμετοχή νομικών επιστημόνων και επεξεργασία που είχε ξεκινήσει αρκετά χρόνια πριν από το 2019.
Αυτό δεν απαλλάσσει την τότε κυβέρνηση από την πολιτική ευθύνη της ψήφισης.
Ούτε σημαίνει ότι κάθε διάταξη του Κώδικα ήταν ορθή.
Σημαίνει, όμως, ότι η επιστημονική προέλευση του νομοθετήματος είναι πραγματικό στοιχείο της διαδικασίας και όχι κάποιο επικοινωνιακό τέχνασμα που επινοήθηκε εκ των υστέρων.
Η κυβέρνηση Τσίπρα είχε την ευθύνη της νομοθέτησης. Δεν μπορεί όμως να διαγράφεται η πολυετής επιστημονική προεργασία επειδή δεν εξυπηρετεί το σημερινό πολιτικό αφήγημα.
Αν υπήρξαν συγκεκριμένες παρεμβάσεις στο κείμενο για να εξυπηρετηθούν τρίτοι, αυτές πρέπει να εντοπιστούν και να τεκμηριωθούν.
Διαφορετικά, η επίθεση στην επίκληση της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής δεν αποτελεί απάντηση.
3. «Αρκούσε μία ημέρα»: Μια πραγματική νομική αρχή παρουσιάζεται σαν απόδειξη σκοπιμότητας
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υποστηρίζει ότι αρκούσε ακόμη και μία ημέρα εφαρμογής του νέου Ποινικού Κώδικα για να μπορέσουν κατηγορούμενοι να επικαλεστούν επιεικέστερες διατάξεις.
Εδώ αγγίζει ένα πραγματικό νομικό ζήτημα.
Στο ποινικό δίκαιο ισχύει η αρχή της εφαρμογής του επιεικέστερου νόμου, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει η νομοθεσία.
Η αρχή αυτή δεν θεσπίστηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ.
Αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση του ποινικού δικαίου.
Επομένως, είναι θεμιτό να εξετάζεται αν συγκεκριμένες αλλαγές του 2019 είχαν ανεπιθύμητες συνέπειες σε εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις.
Αλλά το γεγονός ότι μια επιεικέστερη διάταξη μπορούσε να εφαρμοστεί σε εκκρεμείς υποθέσεις δεν αποδεικνύει ότι θεσπίστηκε για να ωφελήσει συγκεκριμένους κατηγορουμένους.
Ο Μαρινάκης γνωρίζει τη διαφορά ανάμεσα στη νομική συνέπεια και στην πολιτική πρόθεση.
Κι όμως, στη δήλωσή του χρησιμοποιεί την πρώτη για να δημιουργήσει την εντύπωση της δεύτερης.
Αν υπήρξε σκοπιμότητα, να αποδειχθεί.
Αν υπήρξε κακή νομοθέτηση, να εξηγηθεί.
Αν υπήρξαν δυσμενείς συνέπειες για την απονομή της Δικαιοσύνης, να παρουσιαστούν συγκεκριμένα.
Αλλά δεν γίνεται η υποψία να μετατρέπεται σε ενοχή επειδή διατυπώνεται από κυβερνητικό εκπρόσωπο.
4. Οι μειώσεις ποινών είναι πραγματικό ζήτημα. Δεν χρειάζονται όμως πολιτική παραποίηση
Ο Παύλος Μαρινάκης αναφέρεται στις αλλαγές που επέφερε ο Ποινικός Κώδικας του 2019 σε σοβαρά εγκλήματα, όπως η ανθρωποκτονία και ο ομαδικός βιασμός.
Πράγματι, ο Κώδικας του 2019 προέβλεψε σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ηπιότερα πλαίσια ποινών σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς.
Για παράδειγμα, στην ανθρωποκτονία με δόλο υπήρχε δυνατότητα επιβολής πρόσκαιρης κάθειρξης αντί αποκλειστικά ισόβιας, ενώ μειώθηκε και το ανώτατο όριο της πρόσκαιρης κάθειρξης.
Αντίστοιχες αλλαγές υπήρξαν στον ομαδικό βιασμό.
Οι μεταγενέστερες κυβερνητικές παρεμβάσεις αυστηροποίησαν εκ νέου τις ποινές.
Αυτά είναι πραγματικά δεδομένα.
Όμως ο δημόσιος διάλογος δεν μπορεί να εξαντλείται στο ποιος προβλέπει τη μεγαλύτερη ποινή.
Η αποτελεσματικότητα ενός ποινικού συστήματος κρίνεται επίσης από την ταχύτητα της Δικαιοσύνης, την πιθανότητα εντοπισμού και καταδίκης των δραστών, την προστασία των θυμάτων και την εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων.
Το αυστηρότερο πλαίσιο ποινών δεν αποτελεί από μόνο του απόδειξη ότι μειώθηκαν τα εγκλήματα ή ότι λειτουργεί αποτελεσματικότερα η Δικαιοσύνη.
Αντίστοιχα, η ύπαρξη επιεικέστερων διατάξεων δεν αποδεικνύει από μόνη της πρόθεση προστασίας εγκληματιών.
Η κυβέρνηση έχει κάθε δικαίωμα να υπερασπίζεται τη δική της ποινική πολιτική.
Δεν έχει, όμως, δικαίωμα να παρουσιάζει την πολιτική διαφωνία για τις ποινές ως απόδειξη ύποπτων συναλλαγών χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία.
5. Οι δηλώσεις Κοντονή είναι σοβαρές. Αλλά δεν αποτελούν δικαστική απόφαση
Στο τελευταίο μέρος της δήλωσής του, ο Παύλος Μαρινάκης επικαλείται τον πρώην υπουργό Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ, Σταύρο Κοντονή.
Οι καταγγελίες του κ. Κοντονή για τον τρόπο με τον οποίο προωθήθηκε ο Ποινικός Κώδικας είναι ασφαλώς σοβαρές.
Και το γεγονός ότι προέρχονται από πρώην υπουργό της ίδιας κυβέρνησης τους προσδίδει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα.
Δεν μπορούν να αγνοηθούν.
Αλλά υπάρχει και εδώ μια βασική διάκριση.
Μια δημόσια καταγγελία, όσο σοβαρή κι αν είναι και όποιος κι αν την κάνει, δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με απόδειξη ποινικής ή άλλης παράνομης συναλλαγής.
Αν ο κ. Κοντονής διαθέτει συγκεκριμένα στοιχεία για μεθοδεύσεις, πρέπει να εξεταστούν.
Αν η κυβέρνηση θεωρεί ότι οι καταγγελίες του αποκαλύπτουν αξιόποινες πράξεις, οφείλει να εξηγήσει ποιες είναι αυτές και ποιες θεσμικές ενέργειες έχουν ακολουθήσει.
Διότι δεν είναι δυνατόν οι ίδιες καταγγελίες να χρησιμοποιούνται επί χρόνια ως πολιτικό όπλο, χωρίς να διευκρινίζεται αν έχουν τεκμηριωθεί και ποιο είναι το αποτέλεσμά τους.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δεν μπορεί να επικαλείται διαρκώς την ύπαρξη μιας καταγγελίας σαν να αποτελεί την τελική απόδειξη του περιεχομένου της.
6. «Ονόματα και διευθύνσεις»: Γιατί αποφεύγεται η συγκεκριμένη απάντηση;
Ο Αλέξης Τσίπρας κάλεσε τον Κυριάκο Μητσοτάκη να μιλήσει με συγκεκριμένα στοιχεία για τους ισχυρισμούς περί εξυπηρέτησης συμφερόντων μέσω του Ποινικού Κώδικα.
Η απάντηση του Μαρινάκη είναι ουσιαστικά να παραπέμψει στις δηλώσεις Κοντονή.
Αλλά το ερώτημα παραμένει.
Ποια συγκεκριμένα πρόσωπα θεωρεί η κυβέρνηση ότι εξυπηρετήθηκαν;
Ποιες διατάξεις συνδέει με αυτά;
Ποια στοιχεία αποδεικνύουν ότι υπήρξε σχεδιασμένη εξυπηρέτηση και όχι απλώς μια νομοθετική επιλογή με ευνοϊκές συνέπειες για ορισμένους κατηγορουμένους;
Αν υπάρχουν αποδείξεις για πολιτική συναλλαγή, πρέπει να παρουσιαστούν. Αν δεν υπάρχουν, δεν μπορεί η κατηγορία να συντηρείται επ’ αόριστον με υπαινιγμούς.
Και αυτό ισχύει ανεξάρτητα από το αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με τον Αλέξη Τσίπρα.
Δεν χρειάζεται να υπερασπίζεται κανείς την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ για να απαιτεί τεκμηρίωση από τη σημερινή κυβέρνηση.
7. Η Νέα Δημοκρατία έχει κυβερνήσει επτά χρόνια. Πού είναι ο δικός της απολογισμός;
Υπάρχει και μια πολιτική διάσταση που δεν μπορεί να παραβλεφθεί.
Η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται στην εξουσία από το 2019.
Έχει ήδη προχωρήσει σε διαδοχικές αλλαγές του Ποινικού Κώδικα, αυστηροποιώντας ποινές και τροποποιώντας σημαντικές διατάξεις.
Επομένως, η κυβέρνηση δεν βρίσκεται πλέον στη θέση μιας αντιπολίτευσης που απλώς καταγγέλλει όσα παρέλαβε.
Έχει τη δική της νομοθετική ιστορία και οφείλει να παρουσιάζει τα δικά της αποτελέσματα.
Έχει μειωθεί ο χρόνος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης;
Έχουν περιοριστεί οι καθυστερήσεις στις δίκες;
Έχει βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση σοβαρών εγκλημάτων;
Έχει ενισχυθεί ουσιαστικά η προστασία των θυμάτων;
Αυτά είναι ερωτήματα που αφορούν τη σημερινή κυβερνητική ευθύνη.
Επτά χρόνια μετά την ανάληψη της εξουσίας, δεν αρκεί η κυβέρνηση να εξηγεί τι θεωρεί λανθασμένο στον Ποινικό Κώδικα του 2019. Οφείλει να εξηγεί και τι έχει πετύχει με τις δικές της αλλαγές.
Η διαρκής επιστροφή στο παρελθόν δεν μπορεί να υποκαθιστά τον σημερινό απολογισμό.
8. Η πολιτική αντιπαράθεση δεν είναι ποινικό δικαστήριο
Η δήλωση Μαρινάκη ακολουθεί μια συγκεκριμένη λογική.
Ξεκινά από πραγματικά γεγονότα.
Τα συνδέει με πολιτικές επιλογές.
Και καταλήγει σε υπαινιγμούς για σκοπιμότητες και εξυπηρέτηση συμφερόντων.
Όμως η σύνδεση αυτή δεν είναι αυτονόητη.
Μπορεί κάποιος να θεωρεί λανθασμένη την ψήφιση του Ποινικού Κώδικα λίγο πριν από τις εκλογές.
Μπορεί να διαφωνεί με τις επιεικέστερες ποινές.
Μπορεί να πιστεύει ότι η κυβέρνηση Τσίπρα φέρει σοβαρές πολιτικές ευθύνες.
Όλα αυτά αποτελούν θεμιτές πολιτικές θέσεις.
Αλλά άλλο η πολιτική ευθύνη και άλλο η κατηγορία ότι ένας πρωθυπουργός νομοθέτησε για να εξαργυρώσει υποχρεώσεις προς συγκεκριμένα συμφέροντα.
Η δεύτερη κατηγορία είναι πολύ βαρύτερη και απαιτεί πολύ ισχυρότερη τεκμηρίωση.
Δεν αρκούν οι ημερομηνίες.
Δεν αρκούν οι συγκρίσεις των ποινών.
Δεν αρκεί η επίκληση ενός πρώην υπουργού.
Χρειάζεται να αποδειχθεί η συγκεκριμένη σκοπιμότητα που υπονοείται.
Το συμπέρασμα: Ο Μαρινάκης απαντά σε πολλά, αλλά όχι στο σημαντικότερο
Ο Ποινικός Κώδικας του 2019 δεν βρίσκεται υπεράνω κριτικής.
Η κυβέρνηση Τσίπρα είχε την πολιτική ευθύνη της ψήφισής του.
Οι αλλαγές στις ποινές μπορούν και πρέπει να αξιολογούνται αυστηρά.
Η χρονική συγκυρία της ψήφισης δικαιολογεί ερωτήματα.
Και οι καταγγελίες Κοντονή αξίζουν σοβαρή εξέταση.
Αλλά τίποτα από αυτά δεν καταργεί την υποχρέωση τεκμηρίωσης των βαρύτερων κατηγοριών.
Ο Παύλος Μαρινάκης παρουσίασε ένα αναλυτικό πολιτικό κατηγορητήριο. Δεν παρουσίασε, όμως, στη συγκεκριμένη δήλωση, τα στοιχεία που θα αποδείκνυαν ότι ο Ποινικός Κώδικας ψηφίστηκε για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένα πρόσωπα ή συμφέροντα.
Και εκεί βρίσκεται η αδυναμία της επίθεσής του.
Όταν μια κυβέρνηση υπονοεί ότι ένας πρώην πρωθυπουργός νομοθέτησε για να εξυπηρετήσει συμφέροντα, δεν αρκεί να αποδεικνύει πότε ψηφίστηκε ο νόμος. Πρέπει να αποδεικνύει ποιον εξυπηρέτησε σκόπιμα, με ποιον τρόπο και με ποια στοιχεία.
Διαφορετικά, δεν έχουμε αποκάλυψη.
Έχουμε πολιτική αντιπαράθεση με βαριές κατηγορίες που παραμένουν αναπόδεικτες.
Και τελικά, όσο περισσότερες φορές επαναλαμβάνεται μια κατηγορία χωρίς να προστίθενται συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, τόσο πιο εύλογο γίνεται το ερώτημα:
Αν η κυβέρνηση γνωρίζει ποια «γραμμάτια» εξαργυρώθηκαν, γιατί δεν μας λέει επιτέλους ποιος τα εξέδωσε, ποιος τα εισέπραξε και πού βρίσκονται οι αποδείξεις;



