Ελεονώρα Μελέτη: Επιτέλους κάποιος μίλησε για τον… εκβιαζόμενο εργοδότη – Γιατί ο εργαζόμενος τόση ώρα είχε μονοπωλήσει την ψυχική υγεία

Επιτέλους.

Μέσα σε τόσες συζητήσεις για εργασιακό άγχος, burnout, ανασφάλεια, πίεση, τοξικό εργασιακό περιβάλλον και ψυχική υγεία στον χώρο εργασίας, κάποιος βρήκε το κουράγιο να μιλήσει και για εκείνον που τόσο καιρό παρέμενε ξεχασμένος στη γωνία.

Τον εργοδότη που τον «εκβιάζει» ο αντιεπαγγελματίας εργαζόμενος.

Η Ελεονώρα Μελέτη, κατά τη διάρκεια συζήτησης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για ψήφισμα σχετικά με την ψυχική υγεία στον χώρο εργασίας, θεώρησε απαραίτητο να βάλει στη συζήτηση και την άλλη πλευρά.

Και είπε:

«Να μιλήσουμε και για τα δικαιώματα των εργοδοτών. Ξέρετε πόσοι εργοδότες εκβιάζονται από αντιεπαγγελματίες εργαζόμενους;»

Βεβαίως και υπάρχουν κακοί εργαζόμενοι.

Υπάρχουν ασυνεπείς εργαζόμενοι. Υπάρχουν αντιεπαγγελματίες. Υπάρχουν άνθρωποι που δημιουργούν προβλήματα στις επιχειρήσεις όπου εργάζονται.

Όπως υπάρχουν κακοί επαγγελματίες, κακοί επιχειρηματίες, κακοί πολιτικοί και –ποιος θα το περίμενε;– ακόμη και κακοί ευρωβουλευτές.

Αλλά εδώ υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια:

Το θέμα της συζήτησης ήταν η ψυχική υγεία στον χώρο εργασίας.

Και κάπως έτσι μπήκε στη συζήτηση ο… εκβιαζόμενος εργοδότης

Η επιλογή της λέξης «εκβιάζονται» έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Γιατί δεν είπε απλώς ότι υπάρχουν εργοδότες που αντιμετωπίζουν προβλήματα με εργαζόμενους.

Δεν είπε ότι υπάρχουν δύσκολες εργασιακές σχέσεις.

Δεν είπε ότι υπάρχουν περιπτώσεις αντιεπαγγελματικής συμπεριφοράς.

Μίλησε για εργοδότες που «εκβιάζονται».

Και μάλιστα από «αντιεπαγγελματίες εργαζόμενους».

Έτσι, μέσα σε μια συζήτηση για τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους της εργασίας, εμφανίζεται ξαφνικά μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή των ρόλων.

Ο εργαζόμενος δεν είναι μόνο εκείνος που μπορεί να υφίσταται πίεση.

Μπορεί να είναι και ο θύτης.

Και ο εργοδότης μπορεί να είναι το θύμα.

Αληθές ως πιθανότητα;

Φυσικά.

Αντιπροσωπευτικό όμως του βασικού προβλήματος που συζητείται;

Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.

Γιατί υπάρχει μια μικρή διαφορά: ποιος έχει την ισχύ;

Στις εργασιακές σχέσεις υπάρχει κάτι που λέγεται ανισορροπία ισχύος.

Ο εργοδότης προσλαμβάνει.

Ο εργοδότης καθορίζει –εντός του νόμιμου πλαισίου– την οργάνωση της εργασίας.

Ο εργοδότης αξιολογεί.

Ο εργοδότης μπορεί να καταγγείλει μια σύμβαση εργασίας υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει η νομοθεσία.

Ο εργαζόμενος, από την άλλη, εξαρτά κατά κανόνα το εισόδημά του από αυτή τη σχέση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο εργοδότης είναι πάντοτε «κακός» και ο εργαζόμενος πάντοτε «καλός».

Αυτή θα ήταν μια παιδαριώδης προσέγγιση.

Σημαίνει όμως ότι οι δύο πλευρές δεν ξεκινούν υποχρεωτικά από την ίδια θέση ισχύος.

Και ακριβώς γι’ αυτό υπάρχουν εργατικό δίκαιο, συλλογικές συμβάσεις, συνδικαλιστική εκπροσώπηση και μηχανισμοί προστασίας.

Όχι επειδή κάποιος αποφάσισε ότι όλοι οι εργοδότες είναι τέρατα.

Αλλά επειδή η εργασιακή σχέση εμπεριέχει δομικά μια σχέση οικονομικής εξάρτησης.

«Και οι εργοδότες είναι θύματα»

Η Μελέτη προχώρησε ένα βήμα παραπέρα:

«Και οι εργοδότες είναι θύματα των ψυχοκοινωνικών παραγόντων, όχι μόνο οι εργαζόμενοι».

Και αυτό, απομονωμένο, μπορεί ασφαλώς να είναι σωστό.

Ένας μικρομεσαίος επιχειρηματίας μπορεί να βρίσκεται υπό τεράστια πίεση.

Να έχει χρέη.

Να αγωνιά για τη βιωσιμότητα της επιχείρησής του.

Να μην κοιμάται επειδή πρέπει να πληρώσει μισθούς, ασφαλιστικές εισφορές, προμηθευτές, φόρους και δάνεια.

Αυτό είναι πραγματικό.

Και αξίζει συζήτηση.

Το ερώτημα είναι γιατί, για να αναδειχθεί αυτό το υπαρκτό πρόβλημα, χρειάζεται να επιστρατευτεί η εικόνα του «αντιεπαγγελματία εργαζομένου που εκβιάζει».

Γιατί κάπου εκεί αλλάζει το πλαίσιο.

Από την ψυχική υγεία και τις συνθήκες εργασίας περνάμε στην αντιπαράθεση μεταξύ «δικαιωμάτων εργαζομένων» και «δικαιωμάτων εργοδοτών».

Λες και το ένα πρέπει να αφαιρεθεί από το άλλο.

Μη φοβάστε: δεν πρόκειται να καταργηθούν οι εργοδότες

Και υπάρχει ακόμη μία ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια.

Η ίδια η Μελέτη καταλήγει λέγοντας ότι το ψήφισμα «έρχεται να βοηθήσει τους υπεύθυνους εργοδότες».

Άρα, τελικά, το πλαίσιο προστασίας της ψυχικής υγείας των εργαζομένων δεν είναι εχθρικό προς τον υπεύθυνο εργοδότη.

Ακριβώς το αντίθετο.

Ένας σοβαρός εργοδότης έχει συμφέρον να διαθέτει εργαζομένους που δεν καταρρέουν ψυχολογικά.

Που δεν εξαντλούνται.

Που δεν εργάζονται σε συνθήκες μόνιμου φόβου.

Που αισθάνονται ασφαλείς.

Που είναι παραγωγικοί.

Που δεν εγκαταλείπουν την επιχείρηση με την πρώτη ευκαιρία.

Επομένως, προς τι η δραματική είσοδος του «εκβιαζόμενου εργοδότη»;

Ο εργαζόμενος πάντως έχει και μια καταπληκτική δυνατότητα

Υπάρχει βέβαια και κάτι ακόμη.

Αν ένας εργοδότης θεωρεί ότι ένας εργαζόμενος είναι πραγματικά αντιεπαγγελματίας, υπάρχουν εργαλεία διοίκησης, αξιολόγησης και, όπου συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, λύσης της εργασιακής σχέσης.

Ο εργαζόμενος που βρίσκεται σε ένα τοξικό εργασιακό περιβάλλον έχει επίσης μια δυνατότητα:

Να φύγει.

Μόνο που μετά πρέπει να πληρώσει ενοίκιο.

Ρεύμα.

Σούπερ μάρκετ.

Δάνειο.

Να μεγαλώσει παιδιά.

Να βρει άλλη δουλειά.

Μια μικρή λεπτομέρεια που ίσως εξηγεί γιατί η σχέση εργοδότη και εργαζομένου δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν μια απολύτως συμμετρική διαφωνία δύο ισότιμων μερών.

Όχι, οι εργοδότες δεν είναι εχθροί

Και επειδή η συζήτηση εύκολα διολισθαίνει στα συνθήματα, ας είμαστε απολύτως καθαροί.

Οι εργοδότες δεν είναι εχθροί των εργαζομένων.

Χωρίς υγιείς επιχειρήσεις δεν υπάρχουν βιώσιμες θέσεις εργασίας.

Χωρίς επιχειρηματικότητα δεν υπάρχει ανάπτυξη.

Και χωρίς εργαζόμενους δεν υπάρχουν επιχειρήσεις.

Ακριβώς γι’ αυτό η σχέση πρέπει να είναι υγιής.

Όμως υγιής σχέση δεν σημαίνει να προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχουν διαφορετικές δυνατότητες ισχύος.

Ούτε να απαντάμε σε μια συζήτηση για την προστασία του εργαζομένου με το:

«Ναι, αλλά ξέρετε τι τραβάνε και οι εργοδότες από κάτι εργαζόμενους;»

Η λάθος στιγμή για το σωστό θέμα

Αυτό είναι τελικά το πρόβλημα της παρέμβασης.

Όχι ότι τόλμησε να πει πως οι εργοδότες έχουν δικαιώματα.

Προφανώς έχουν.

Όχι ότι ένας εργοδότης μπορεί να αντιμετωπίζει ψυχολογική πίεση.

Προφανώς μπορεί.

Ούτε ότι υπάρχουν προβληματικοί εργαζόμενοι.

Προφανώς υπάρχουν.

Το πρόβλημα είναι η πολιτική επιλογή του παραδείγματος.

Όταν συζητάς για την ψυχική υγεία στον χώρο εργασίας και επιλέγεις να φωτίσεις τον «εκβιαζόμενο εργοδότη» από τον «αντιεπαγγελματία εργαζόμενο», δεν κάνεις απλώς μια ουδέτερη παρατήρηση.

Επιλέγεις πού θα στρέψεις τον προβολέα.

Και η Ελεονώρα Μελέτη επέλεξε να τον στρέψει εκεί.

Οπότε, ναι:

Να προστατεύσουμε τους εργαζόμενους από την εξουθένωση.

Να προστατεύσουμε τους εργοδότες από το άγχος.

Να προστατεύσουμε τις επιχειρήσεις.

Να προστατεύσουμε τις εργασιακές σχέσεις.

Να προστατεύσουμε τους πάντες.

Αλλά κυρίως, φαίνεται, να μην ξεχάσουμε ποτέ τον μεγάλο αδικημένο της σύγχρονης εργασιακής πραγματικότητας:

τον εργοδότη που κάθεται στο γραφείο του και τρέμει μήπως τον… εκβιάσει ο αντιεπαγγελματίας εργαζόμενος.

Ευτυχώς που ειπώθηκε και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Γιατί κάποιος έπρεπε επιτέλους να σπάσει αυτή τη σιωπή.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ