Παρέμβαση της Αντιπροέδρου της Κοινότητας Μαρκοπούλου για την κατάσταση μετά τη φωτιά – «Δεν έχουμε την πολυτέλεια της αδιαφορίας» – Καθαριότητα, δρόμοι, αποκατάσταση ζημιών και προστασία της τουριστικής εικόνας στο επίκεντρο
Μια ιδιαίτερα αιχμηρή παρέμβαση για την επόμενη ημέρα μετά τη φωτιά και, κυρίως, για την κατάσταση που αντιμετωπίζει η ευρύτερη περιοχή του Κατελειού κάνει η Διονυσία Μενεγάτου, Αντιπρόεδρος της Κοινότητας Μαρκοπούλου, θέτοντας ευθέως ζήτημα φροντίδας του τόπου και αντιμετώπισης των προβλημάτων που έχουν συσσωρευτεί.
Με μια φράση που συμπυκνώνει το μήνυμά της, η κ. Μενεγάτου επισημαίνει:
«Η δυσκολία δεν είναι μόνο η φωτιά. Είναι και η αδιαφορία μετά τη φωτιά».
Η παρέμβασή της αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς προέρχεται από άνθρωπο της ίδιας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και επικεντρώνεται όχι μόνο στις συνέπειες της πυρκαγιάς, αλλά και στην ανάγκη άμεσης κινητοποίησης ώστε η περιοχή να αποκαταστήσει την εικόνα της.
«Ο τόπος μας πληγώθηκε»
Η Διονυσία Μενεγάτου περιγράφει με έντονο τρόπο την εικόνα που άφησε πίσω της η φωτιά.
«Ο τόπος μας πληγώθηκε από τη φωτιά. Χάθηκε πράσινο, κάηκε τοπίο, άλλαξε η εικόνα ενός τόπου που για χρόνια υποδέχεται ανθρώπους από κάθε γωνιά της Ελλάδας και του κόσμου», σημειώνει.
Για την ίδια, ωστόσο, το ζήτημα δεν τελειώνει όταν σβήσει και η τελευταία εστία.
Αντίθετα, τότε ξεκινά μια δεύτερη και εξίσου κρίσιμη μάχη: η αποκατάσταση της περιοχής και η αντιμετώπιση των προβλημάτων που μένουν πίσω.
«Η φωτιά κάποτε σβήνει. Αυτό που μένει είναι η ευθύνη μας απέναντι στον τόπο», αναφέρει χαρακτηριστικά.
«Δεν μπορούμε να αφήνουμε τον τόπο να μαραζώνει»
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει η Αντιπρόεδρος της Κοινότητας Μαρκοπούλου στην τουριστική φυσιογνωμία της περιοχής.
Ο Κατελειός και η ευρύτερη περιοχή αποτελούν έναν από τους τουριστικούς προορισμούς της νότιας Κεφαλονιάς και ένα σημαντικό μέρος της τοπικής οικονομίας εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα από τους επισκέπτες.
Γι’ αυτό και η ίδια τονίζει:
«Δεν μπορώ να βλέπω έναν τόπο που ζει ουσιαστικά από τον τουρισμό να αφήνεται να μαραζώνει. Δεν έχουμε την πολυτέλεια της αδιαφορίας».
Όπως επισημαίνει, ο τουρισμός δεν περιορίζεται στα ξενοδοχεία, στα ενοικιαζόμενα δωμάτια και στα καταστήματα εστίασης.
Πίσω από την τουριστική δραστηριότητα βρίσκονται οικογένειες, εργαζόμενοι και επαγγελματίες που στηρίζουν το εισόδημά τους στην εικόνα και τη λειτουργία της περιοχής.
«Ο τουρισμός δεν είναι απλώς μερικά καταλύματα, μερικά εστιατόρια και μερικοί επισκέπτες. Είναι το εισόδημα οικογενειών, είναι οι δουλειές των ανθρώπων μας, είναι η ζωή ολόκληρης της περιοχής», υπογραμμίζει.
Τι βλέπει ο επισκέπτης
Η κ. Μενεγάτου στέκεται και σε μια παράμετρο που πολλές φορές υποτιμάται στη συζήτηση για τον τουρισμό.
Ο επισκέπτης, όπως επισημαίνει, δεν αξιολογεί έναν προορισμό μόνο από τις παραλίες και το φυσικό του περιβάλλον.
Βλέπει συνολικά την καθημερινότητα του τόπου.
Βλέπει τους δρόμους, την καθαριότητα, τα χωριά από τα οποία περνά, την ασφάλεια, την κατάσταση του περιβάλλοντος και το κατά πόσο ένας τόπος δείχνει ότι φροντίζεται.
«Ο επισκέπτης δεν βλέπει μόνο τη θάλασσα και τον ήλιο. Βλέπει τον δρόμο που θα περάσει, το χωριό που θα διασχίσει, το τοπίο που θα αντικρίσει, την καθαριότητα, την ασφάλεια, τη φροντίδα», αναφέρει.
Και προσθέτει ότι τόσο οι κάτοικοι όσο και η Αυτοδιοίκηση έχουν υποχρέωση να παρουσιάζουν έναν τόπο που σέβεται τον εαυτό του, τους επαγγελματίες του και τους επισκέπτες του.
«Δεν ζητάμε πολυτέλειες – Ζητάμε τα αυτονόητα»
Το μήνυμα της παρέμβασης γίνεται ακόμη σαφέστερο όταν η Διονυσία Μενεγάτου απαριθμεί όσα θεωρεί ότι πρέπει να αντιμετωπιστούν.
Δεν ζητά, όπως σημειώνει, έργα πολυτελείας.
Ζητά αποκατάσταση μετά τη φωτιά, καθαριότητα, φροντίδα των δρόμων, παρεμβάσεις στα σημεία που έχουν υποστεί ζημιές, βελτίωση της εικόνας των χωριών και προστασία του φυσικού πλούτου.
Πρόκειται, όπως υποστηρίζει, για προβλήματα που οι κάτοικοι βλέπουν καθημερινά και γνωρίζουν ότι πρέπει να διορθωθούν.
Και σε αυτό το σημείο η τοποθέτησή της αποκτά και σαφή αυτοδιοικητική διάσταση.
«Η θέση ευθύνης δεν είναι μόνο για να ακούμε τα προβλήματα»
Η Αντιπρόεδρος της Κοινότητας ξεκαθαρίζει ότι δεν επιθυμεί να τοποθετηθεί «απέναντι» σε κανέναν.
Ταυτόχρονα όμως στέλνει ένα σαφές μήνυμα ότι η Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να περιορίζεται στην καταγραφή των προβλημάτων.
«Ως Αντιπρόεδρος, δεν θέλω να στέκομαι απέναντι σε κανέναν. Θέλω να στέκομαι δίπλα στον τόπο μου. Όμως η θέση ευθύνης δεν είναι μόνο για να ακούμε τα προβλήματα. Είναι και για να επιδιορθώνουμε», σημειώνει.
Αναγνωρίζει ότι όλα δεν μπορούν να γίνουν μέσα σε μία ημέρα, απορρίπτει όμως τη λογική της συνήθειας απέναντι στα προβλήματα.
Και χρησιμοποιεί μία χαρακτηριστική φράση:
«Τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται “δεν πειράζει”. Γιατί πειράζει».
Ο φόβος της «κανονικοποίησης» της εγκατάλειψης
Ίσως το πιο ουσιαστικό σημείο της παρέμβασής της αφορά τον κίνδυνο οι κάτοικοι να συνηθίσουν στα προβλήματα.
«Πειράζει όταν μια περιοχή που στηρίζεται στον τουρισμό δεν προστατεύει την εικόνα της. Πειράζει όταν οι κάτοικοι συνηθίζουν την εγκατάλειψη και αρχίζουν να τη θεωρούν φυσιολογική», επισημαίνει.
Πρόκειται για μια δημόσια τοποθέτηση που θέτει πλέον συγκεκριμένα ζητήματα στην ατζέντα της επόμενης ημέρας: τι θα γίνει για την αποκατάσταση των περιοχών που επλήγησαν, ποιες παρεμβάσεις θα γίνουν στους δρόμους και στους κοινόχρηστους χώρους και πώς θα προστατευτεί η εικόνα της περιοχής πριν από την επόμενη τουριστική περίοδο.
Η ίδια δηλώνει αποφασισμένη να συνεχίσει να πιέζει από τη θεσμική θέση που κατέχει.
Και καταλήγει με ένα μήνυμα που δύσκολα μπορεί να παρερμηνευτεί:
«Ο τόπος μας δεν ζητάει χάρη. Ζητάει φροντίδα. Χρειάζεται ανθρώπους που να τον αγαπούν, αλλά και ανθρώπους που να επιμένουν. Εγώ, από τη θέση που μου εμπιστεύτηκαν οι συμπολίτες μου, θα συνεχίσω να επιμένω. Είναι ο τόπος μας. Είναι ο τόπος που μας ζει, έχουμε χρέος να τον φροντίζουμε. ΠΡΕΠΕΙ».



