Μητσοτάκης: Κάτω από 25% να φύγω, πάνω από 25% να μείνω; Η αυτοδυναμία έγινε όνειρο και η επιβίωση… επιτυχία!

Από το 40,56% των εκλογών του 2023, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έφτασε να συζητά το 25% ως όριο πολιτικής αμφισβήτησης. Ο πρωθυπουργός διαβεβαιώνει ότι δεν είναι αναντικατάστατος και δεν υιοθετεί το δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος». Μόνο που η συζήτηση για την επόμενη ημέρα της Νέας Δημοκρατίας αποκαλύπτει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον: το πόσο έχουν χαμηλώσει οι πολιτικές προσδοκίες της κυβερνητικής παράταξης.

Από το 41% στο 25%: Η νέα αριθμητική της επιτυχίας!

Είναι πραγματικά εντυπωσιακό πόσο γρήγορα μπορούν να αλλάξουν τα πολιτικά μέτρα και σταθμά.

Το 2023, ο Κυριάκος Μητσοτάκης πανηγύριζε μια εκλογική νίκη με 40,56%, εξασφαλίζοντας στη Νέα Δημοκρατία 158 έδρες και μια άνετη κοινοβουλευτική αυτοδυναμία.

Τότε το μήνυμα ήταν σαφές.

Ισχυρή κυβέρνηση.

Καθαρή εντολή.

Πολιτική κυριαρχία.

Σταθερότητα.

Τρία χρόνια αργότερα, ο ίδιος πρωθυπουργός συζητά δημοσίως το ενδεχόμενο αμφισβήτησης της ηγεσίας του εάν η Νέα Δημοκρατία κινηθεί στην περιοχή του 25%.

Μάλιστα, δηλώνει ότι σε μια τέτοια περίπτωση τα στελέχη που θα έθεταν ζήτημα ηγεσίας «καλά θα έκαναν».

Προσέξτε τι έχει συμβεί.

Το κόμμα που το 2023 συγκέντρωσε πάνω από τέσσερις στους δέκα ψηφοφόρους εμφανίζεται πλέον να συζητά ως κρίσιμο πολιτικό όριο το ποσοστό του ενός στους τέσσερις.

Και αυτό παρουσιάζεται περίπου ως αυτονόητη ένδειξη πολιτικού ρεαλισμού.

Μόνο που η απώλεια περίπου 15,5 ποσοστιαίων μονάδων από το αποτέλεσμα του 2023 δεν αποτελεί μικρή εκλογική διόρθωση. Θα συνιστούσε τεράστια υποχώρηση της εκλογικής επιρροής της Νέας Δημοκρατίας.

Αλλά φαίνεται ότι στη σύγχρονη πολιτική αριθμητική, όταν οι προσδοκίες μειώνονται αρκετά, ακόμη και μια βαριά απώλεια μπορεί να εμφανίζεται ως αποτέλεσμα που δεν επιβάλλει αυτομάτως αλλαγή ηγεσίας.

Το 25% δεν είναι ψήφος εμπιστοσύνης στον πρωθυπουργό

Η επιλογή του συγκεκριμένου ποσοστού δεν είναι τυχαία.

Το 25% συνδέεται με τον εκλογικό νόμο και το κατώφλι για τη δυνατότητα του πρώτου κόμματος να λάβει μπόνους εδρών, εφόσον πληρούνται και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις.

Πρόκειται όμως για έναν εκλογικό κανόνα.

Όχι για πολιτικό πιστοποιητικό επιτυχίας.

Δεν υπάρχει κάποια δημοκρατική αρχή σύμφωνα με την οποία ένας πρωθυπουργός που έλαβε 40,56% μπορεί να θεωρεί ότι διατηρεί αδιαμφισβήτητη πολιτική νομιμοποίηση στο εσωτερικό του κόμματός του επειδή κατάφερε να παραμείνει λίγο πάνω από το 25%.

Ο εκλογικός νόμος καθορίζει πώς κατανέμονται οι έδρες.

Δεν καθορίζει πόσο επιτυχημένος είναι ένας πολιτικός αρχηγός.

Και ασφαλώς δεν απαγορεύει στα στελέχη ενός κόμματος να ασκούν κριτική στην ηγεσία του για ένα αποτέλεσμα που θα είναι σημαντικά χαμηλότερο από τις προηγούμενες εκλογικές επιδόσεις.

Το ενδιαφέρον, λοιπόν, δεν είναι μόνο ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναγνωρίζει πως όλοι κρίνονται.

Είναι ότι η συζήτηση μεταφέρεται από το ερώτημα «μπορεί η Νέα Δημοκρατία να κυβερνήσει αυτοδύναμα;» στο ερώτημα «πόσο χαμηλά πρέπει να πέσει για να τεθεί θέμα αρχηγού;».

Και μόνο αυτή η μετατόπιση λέει πολλά.

«Δεν είμαι αναντικατάστατος» – Μια διαβεβαίωση που θα έπρεπε να είναι αυτονόητη

Ο πρωθυπουργός θέλησε να ξεκαθαρίσει ότι δεν θεωρεί τον εαυτό του αναντικατάστατο.

«Δεν θα ακούσετε από εμένα ούτε ότι είμαι αναντικατάστατος, ούτε “Μητσοτάκης ή χάος”», δήλωσε.

Πολύ ωραία.

Ανακουφιστήκαμε.

Ο πρωθυπουργός μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας αναγνωρίζει ότι δεν είναι αναντικατάστατος!

Πρόκειται ασφαλώς για μια σημαντική ανακάλυψη, αν και θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι αυτό αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό κάθε δημοκρατικού πολιτεύματος.

Οι κυβερνήσεις αλλάζουν.

Οι αρχηγοί αλλάζουν.

Οι πρωθυπουργοί κρίνονται.

Και η χώρα συνεχίζει να υπάρχει.

Το γεγονός ότι χρειάζεται να διατυπωθεί δημόσια η διαβεβαίωση «δεν είμαι αναντικατάστατος» δείχνει πόσο προσωποκεντρική έχει γίνει η πολιτική συζήτηση.

Διότι το πραγματικό ερώτημα δεν είναι εάν μπορεί θεωρητικά να αντικατασταθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Προφανώς και μπορεί.

Το ερώτημα είναι εάν η Νέα Δημοκρατία διαθέτει πολιτικό σχέδιο που μπορεί να αξιολογηθεί ανεξάρτητα από το πρόσωπο του σημερινού αρχηγού της.

Και κυρίως εάν η κυβέρνηση μπορεί να υπερασπιστεί το έργο της χωρίς να μετατρέπει κάθε εκλογική αναμέτρηση σε σύγκριση προσώπων.

«Δεν λέω Μητσοτάκης ή χάος». Αλλά προσέξτε ποιον θα βάλετε στη θέση μου!

Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα αντίφαση της πρωθυπουργικής τοποθέτησης.

Από τη μία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης απορρίπτει το δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος».

Από την άλλη, αμέσως μετά, υπογραμμίζει ότι τα πρόσωπα που μπορούν να αναλάβουν την πρωθυπουργία είναι συγκεκριμένα και ότι αυτά πρέπει να συγκρίνονται μεταξύ τους.

Η δεύτερη επισήμανση είναι θεμιτή ως πολιτική επιχειρηματολογία.

Οι πολίτες πράγματι αξιολογούν και τα πρόσωπα που διεκδικούν την εξουσία.

Όμως ο τρόπος με τον οποίο συνδέεται με την προηγούμενη διαβεβαίωση δημιουργεί ένα ενδιαφέρον επικοινωνιακό αποτέλεσμα.

Δεν σας λέω ότι είμαι αναντικατάστατος.

Δεν σας λέω ότι χωρίς εμένα θα επικρατήσει χάος.

Απλώς σας υπενθυμίζω ότι πρέπει να εξετάσετε πολύ προσεκτικά ποιοι άλλοι μπορούν να κυβερνήσουν.

Με άλλα λόγια, το δίλημμα απορρίπτεται ως σύνθημα, αλλά η σύγκριση των πιθανών πρωθυπουργών παραμένει στο επίκεντρο.

Και εδώ υπάρχει μια σημαντική πολιτική διαφορά.

Η κυβερνησιμότητα μιας χώρας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την προσωπικότητα ενός αρχηγού.

Εξαρτάται από τις κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, τις πολιτικές συμφωνίες, τους θεσμούς, τα προγράμματα και τη δυνατότητα συνεργασίας.

Η σταθερότητα δεν είναι προσωπική ιδιοκτησία κανενός πρωθυπουργού.

Η αυτοδυναμία που απομακρύνεται και οι εσωκομματικές ανησυχίες που μεγαλώνουν

Η συζήτηση για ενδεχόμενη αλλαγή ηγεσίας δεν προκύπτει σε πολιτικό κενό.

Συνδέεται με την ανησυχία στελεχών της Νέας Δημοκρατίας για την εκλογική δυναμική του κόμματος και για τη δυνατότητά του να εξασφαλίσει αυτοδυναμία.

Το γεγονός ότι τίθεται δημόσια ακόμη και το υποθετικό σενάριο αλλαγής αρχηγού κατά τη διαδικασία των διερευνητικών εντολών δείχνει ότι το ζήτημα της επόμενης ημέρας απασχολεί τουλάχιστον μέρος του εσωκομματικού διαλόγου.

Δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι υπάρχει ήδη οργανωμένη αμφισβήτηση με συγκεκριμένο διάδοχο.

Ούτε ότι η αλλαγή ηγεσίας αποτελεί αναπόφευκτη εξέλιξη.

Αλλά η ίδια η συζήτηση είναι πολιτικά αποκαλυπτική.

Μια παράταξη που πριν από τρία χρόνια είχε ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία βρίσκεται να συζητά πώς θα διαχειριστεί ένα αποτέλεσμα που ενδέχεται να μην της επιτρέψει να κυβερνήσει μόνη της.

Και ο πρωθυπουργός, αντί να μπορεί να απορρίψει το σενάριο ως εντελώς εκτός πραγματικότητας, αναγκάζεται να εξηγήσει υπό ποιες προϋποθέσεις θα θεωρούσε δικαιολογημένη την αμφισβήτησή του.

Αυτό δεν είναι ένδειξη πολιτικής παντοδυναμίας.

Είναι ένδειξη ότι οι εσωκομματικές ανησυχίες έχουν φτάσει σε επίπεδο που απαιτεί δημόσια απάντηση.

Από το «δώστε μου ισχυρή εντολή» στο «όλοι κρινόμαστε»

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπενθυμίζει ότι οι πολιτικοί αρχηγοί κρίνονται από τα εκλογικά αποτελέσματα.

Σωστά.

Αλλά η κρίση δεν αρχίζει μόνο όταν ανακοινωθεί το τελικό ποσοστό.

Η πολιτική ευθύνη αξιολογείται καθημερινά.

Από το κόστος ζωής.

Από την αγοραστική δύναμη.

Από την κατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας.

Από τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών.

Από την αποτελεσματικότητα των κυβερνητικών επιλογών.

Από την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.

Και από το κατά πόσον οι προεκλογικές δεσμεύσεις μετατράπηκαν σε πραγματικά αποτελέσματα.

Εάν η Νέα Δημοκρατία υποχωρήσει σημαντικά στις επόμενες εκλογές, η συζήτηση δεν θα μπορεί να περιοριστεί στο εάν ο αρχηγός της πρέπει να παραμείνει.

Θα πρέπει να απαντηθεί και το γιατί ένα τόσο μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων που την εμπιστεύτηκαν το 2023 επέλεξε διαφορετικά.

Αυτό είναι το ουσιαστικό πολιτικό ζήτημα.

Όχι απλώς ποιος θα κρατά το τιμόνι της παράταξης.

Αλλά γιατί το ίδιο το εκλογικό της ακροατήριο ενδέχεται να έχει μειωθεί τόσο πολύ.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι το 25%. Είναι ότι συζητούν ήδη πώς θα διαχειριστούν την ήττα

Ας υποθέσουμε ότι η Νέα Δημοκρατία καταγράφει στις επόμενες εκλογές ένα ποσοστό της τάξης του 26% ή του 27%.

Θα πρόκειται για αποτέλεσμα πάνω από το όριο που ανέφερε ο πρωθυπουργός.

Θα σημαίνει όμως ότι η κυβέρνηση έχει επιβεβαιώσει την πολιτική της κυριαρχία;

Θα σημαίνει ότι η απώλεια περίπου 14 ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με το 2023 δεν έχει πολιτική σημασία;

Θα σημαίνει ότι οι εσωκομματικές ενστάσεις πρέπει να σταματήσουν επειδή το κόμμα διατηρήθηκε πάνω από το 25%;

Προφανώς όχι.

Και αυτό είναι το αδύναμο σημείο της επιχειρηματολογίας.

Η πολιτική επιτυχία δεν μπορεί να προσδιορίζεται αποκλειστικά από ένα κατώφλι του εκλογικού νόμου.

Η πραγματική αξιολόγηση γίνεται σε σχέση με την προηγούμενη επίδοση, τους στόχους που είχαν τεθεί και τις δυνατότητες σχηματισμού κυβέρνησης.

Ένα κόμμα μπορεί να παραμείνει πρώτο και ταυτόχρονα να έχει υποστεί σημαντική πολιτική ήττα.

Μπορεί να συγκεντρώσει το μεγαλύτερο ποσοστό και να μην έχει την κοινοβουλευτική δύναμη να υλοποιήσει το πρόγραμμά του.

Μπορεί ακόμη να διατηρεί την πρωτιά, αλλά να έχει χάσει την κοινωνική δυναμική που το οδήγησε στην εξουσία.

Αυτές οι πραγματικότητες δεν εξαφανίζονται επειδή ένας αρχηγός ορίζει ένα αριθμητικό όριο αμφισβήτησης.

Η κάλπη δεν είναι διαγωνισμός προσωπικής επιβίωσης

Ο πρωθυπουργός δηλώνει ότι προτεραιότητά του δεν είναι το προσωπικό πολιτικό μέλλον, αλλά η δυνατότητα να κυβερνηθεί η χώρα με σταθερότητα.

Αυτό είναι το σωστό θεσμικό πλαίσιο.

Αλλά η σταθερότητα δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με την παραμονή του ίδιου προσώπου στην πρωθυπουργία.

Ούτε η αλλαγή κυβέρνησης ισοδυναμεί αυτομάτως με αστάθεια.

Οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να αξιολογούν εναλλακτικές πολιτικές προτάσεις, να επιλέγουν διαφορετική κυβέρνηση και να απαιτούν συνεργασίες όταν το εκλογικό αποτέλεσμα δεν δίνει αυτοδυναμία.

Αυτή είναι η λειτουργία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ειρωνεία της σημερινής συζήτησης.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, που το 2023 εμφανιζόταν ως ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος του πολιτικού σκηνικού, καλείται σήμερα να εξηγήσει πότε θα θεωρούσε δικαιολογημένο να αμφισβητηθεί η ηγεσία του.

Από την αυτοδυναμία του 40,56%, φτάσαμε στη συζήτηση για την πολιτική επιβίωση γύρω από το 25%.

Και αυτό, όσο κι αν επιχειρείται να παρουσιαστεί ως μια ψύχραιμη και θεσμική τοποθέτηση, αποτελεί από μόνο του μια εντυπωσιακή μεταβολή του πολιτικού σκηνικού.

Γιατί τελικά το πιο αποκαλυπτικό δεν είναι ότι ο πρωθυπουργός παραδέχεται πως μπορεί να χάσει την ηγεσία.

Είναι ότι η συζήτηση έχει μεταφερθεί από το πώς θα ξανακερδίσει το 41% στο πόσο χαμηλά μπορεί να πέσει χωρίς να χρειαστεί να φύγει.

Και αυτό είναι μια πολύ διαφορετική πολιτική πραγματικότητα από εκείνη που παρουσίαζε η Νέα Δημοκρατία μόλις πριν από τρία χρόνια.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ