Μητσοτάκης: «Πρώτη προτεραιότητα η ακρίβεια» – Αλλά ούτε τον ΦΠΑ μειώνει ούτε εξηγεί πού πάει το άλλο 80%

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε στη ΔΕΘ την αντιμετώπιση της ακρίβειας «πρώτη προτεραιότητα» της κυβέρνησης.

Μόνο που, όταν η συζήτηση έφτασε σε ένα από τα βασικότερα εργαλεία που διαθέτει το κράτος για να επηρεάσει άμεσα την τελική επιβάρυνση της κατανάλωσης, τον ΦΠΑ, η απάντηση ήταν για ακόμη μία φορά αρνητική.

Το βασικό κυβερνητικό επιχείρημα είναι γνωστό: η μείωση του ΦΠΑ κοστίζει ακριβά στον προϋπολογισμό, δεν είναι βέβαιο ότι μετακυλίεται ολόκληρη στον καταναλωτή και, επειδή είναι οριζόντια, ωφελεί και εκείνους που δεν έχουν ανάγκη στήριξης.

Ο πρωθυπουργός επανέλαβε μάλιστα τον ισχυρισμό ότι, σύμφωνα με μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος, μόλις το 20% μιας μείωσης του ΦΠΑ περνά στην τελική τιμή. Τον ίδιο ισχυρισμό είχε χρησιμοποιήσει και παλαιότερα.

Ας δεχθούμε λοιπόν, για χάρη της συζήτησης, ακόμη και αυτό το 20%.

Και ας εξετάσουμε την κυβερνητική επιχειρηματολογία με τους δικούς της όρους.

1. Αν μόνο το 20% φτάνει στον καταναλωτή, το υπόλοιπο 80% πού πηγαίνει;

Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα που θα έπρεπε να ακολουθεί αυτομάτως τη δήλωση του πρωθυπουργού.

Εάν το κράτος μειώσει έναν φόρο και μόνο το 20% της ελάφρυνσης εμφανιστεί στην τελική τιμή, ποιος καρπώνεται το υπόλοιπο;

Η εφοδιαστική αλυσίδα;

Οι προμηθευτές;

Η βιομηχανία;

Το λιανεμπόριο;

Και αν πράγματι συμβαίνει αυτό, τότε έχουμε μπροστά μας ένα ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα.

Γιατί ουσιαστικά η κυβέρνηση μάς λέει ότι δεν εμπιστεύεται την ελληνική αγορά να μεταφέρει μια φορολογική ελάφρυνση στον καταναλωτή.

Αλλά τότε η επόμενη ερώτηση δεν μπορεί να είναι «άρα δεν μειώνουμε τον ΦΠΑ».

Πρέπει να είναι:

γιατί δεν μπορεί το κράτος να εξασφαλίσει ότι η μείωση θα περάσει στην τιμή;

Έλεγχοι, παρακολούθηση τιμών, σύγκριση τιμών πριν και μετά, πρόστιμα για παραπλανητικές πρακτικές, ενίσχυση του ανταγωνισμού.

Αυτά ακριβώς είναι τα εργαλεία ενός οργανωμένου κράτους.

Δεν μπορεί η αδυναμία μετακύλισης μιας φορολογικής ελάφρυνσης να μετατρέπεται αυτομάτως σε επιχείρημα υπέρ της διατήρησης του φόρου.

2. «Θα ωφεληθούν και οι πλούσιοι»

Αυτό ακούγεται πολιτικά ελκυστικό.

Ο πρωθυπουργός λέει ουσιαστικά:

Γιατί να δώσω φορολογική ελάφρυνση και στον εύπορο, όταν μπορώ να χρησιμοποιήσω τα ίδια χρήματα για αυτόν που πραγματικά τα χρειάζεται;

Μόνο που υπάρχει μια κρίσιμη λεπτομέρεια.

Ο ΦΠΑ δεν εξετάζει το εισόδημά σου όταν φτάνεις στο ταμείο.

Το ίδιο ποσοστό φόρου πληρώνει στο ίδιο προϊόν ο εργαζόμενος των 900 ευρώ και ο πολίτης των 9.000 ευρώ τον μήνα.

Και επειδή τα χαμηλότερα εισοδήματα καταναλώνουν πολύ μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματός τους για βασικές ανάγκες, η έμμεση φορολογία έχει διαφορετική πραγματική βαρύτητα πάνω τους.

Άρα το «θα ωφεληθεί και ο πλούσιος» είναι μόνο η μισή εικόνα.

Ναι, θα ωφεληθεί.

Αλλά ο χαμηλόμισθος έχει πολύ μεγαλύτερη ανάγκη ακόμη και από λίγα ευρώ χαμηλότερου λογαριασμού κάθε εβδομάδα.

3. Και ο τουρίστας; Ναι, θα ωφεληθεί. Αλλά αυτό είναι όλο το επιχείρημα;

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρόσθεσε ακόμη ένα επιχείρημα:

Γιατί να διαθέσουμε δημοσιονομικό χώρο για να μειώσουμε τις τιμές και για τους τουρίστες;

Αλλά εδώ χρειάζεται προσοχή.

Ο τουρίστας πράγματι καταναλώνει στην Ελλάδα και πράγματι θα επωφελούνταν από χαμηλότερο ΦΠΑ στα προϊόντα στα οποία θα εφαρμοζόταν.

Όμως ο ΦΠΑ δεν σχεδιάζεται αποκλειστικά με βάση το ερώτημα εάν θα αγοράσει φθηνότερα ένα προϊόν ένας Γερμανός που βρίσκεται μία εβδομάδα στη Ρόδο.

Πρωτίστως πρέπει να εξετάζεται τι πληρώνει ο μόνιμος κάτοικος 365 ημέρες τον χρόνο.

Διαφορετικά καταλήγουμε σε ένα παράδοξο:

να απορρίπτουμε μια πιθανή φορολογική ελάφρυνση για εκατομμύρια Έλληνες επειδή για μερικές ημέρες ή εβδομάδες θα επωφεληθούν από αυτή και εκατομμύρια επισκέπτες.

Και υπάρχει και κάτι ακόμη: ο τουρισμός είναι εξαγωγική δραστηριότητα υπηρεσιών. Η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών τιμών απέναντι σε άλλους μεσογειακούς προορισμούς δεν είναι εξ ορισμού οικονομικό μειονέκτημα.

4. Η μεγαλύτερη αντίφαση: Αν η μείωση ΦΠΑ δεν λειτουργεί, γιατί η ίδια η κυβέρνηση τη χρησιμοποιεί;

Εδώ τα πράγματα γίνονται πραγματικά ενδιαφέροντα.

Η ίδια κυβέρνηση που υποστηρίζει ότι η μείωση του ΦΠΑ είναι αναποτελεσματική εφαρμόζει μειωμένους συντελεστές ΦΠΑ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Από την 1η Ιανουαρίου 2026 ισχύουν, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, μειωμένοι κατά 30% συντελεστές σε σειρά νησιών του Αιγαίου. Το ίδιο το Υπουργείο Οικονομικών αναφέρει ότι εκεί οι συντελεστές διαμορφώνονται αντιστοίχως σε 17%, 9% και 4% ή 3%.

Και ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει χρησιμοποιήσει αυτό το παράδειγμα για να υποστηρίξει ότι η επίδραση στις τιμές ήταν μικρή.

Ωραία.

Τότε προκύπτει ένα απλό ερώτημα:

Εάν η μείωση ΦΠΑ είναι τόσο αναποτελεσματική, γιατί αποτελεί κυβερνητική πολιτική στα νησιά;

Η απάντηση προφανώς είναι ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η κυβέρνηση θεωρεί πως υπάρχουν λόγοι κοινωνικής, γεωγραφικής ή αναπτυξιακής πολιτικής που δικαιολογούν χαμηλότερους συντελεστές.

Ακριβώς.

Άρα η σοβαρή συζήτηση δεν είναι:

«Μειώνουμε ΦΠΑ: ναι ή όχι;»

Είναι:

«Σε ποια βασικά αγαθά, για πόσο χρονικό διάστημα, με ποιο δημοσιονομικό κόστος και με ποιον μηχανισμό ελέγχου της μετακύλισης;»

5. Το «20%» δεν σημαίνει ότι η μείωση έχει μηδενικό αποτέλεσμα

Ακόμη κι αν δεχθούμε αυτούσιο το ποσοστό που επικαλείται ο πρωθυπουργός, υπάρχει μια λογική ακροβασία.

20% δεν σημαίνει 0%.

Εάν πράγματι ένα μέρος μιας φορολογικής μείωσης περνά στις τιμές, τότε υπάρχει όφελος για τον καταναλωτή.

Μπορεί να κριθεί μικρό σε σχέση με το δημοσιονομικό κόστος.

Αυτό είναι απολύτως θεμιτό επιχείρημα.

Αλλά είναι διαφορετικό από το να δημιουργείται η εντύπωση ότι η μείωση του ΦΠΑ δεν κάνει τίποτα.

Η πραγματική ερώτηση είναι κόστος προς αποτέλεσμα.

Και εκεί πρέπει να παρουσιαστούν αριθμοί.

Πόσο κοστίζει, για παράδειγμα, η μείωση του ΦΠΑ μόνο σε ένα καλάθι βασικών ειδών;

Πόσο εκτιμάται ότι θα περάσει στις τιμές;

Πόσο θα κερδίσει ένα νοικοκυριό;

Ποιο μέρος της απώλειας εσόδων μπορεί να επιστρέψει μέσω μεγαλύτερης κατανάλωσης;

Αυτό είναι οικονομική συζήτηση.

6. Και γιατί όχι στοχευμένη μείωση ΦΠΑ;

Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο κενό της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας.

Η επιλογή δεν είναι υποχρεωτικά:

ή μειώνουμε τον ΦΠΑ παντού ή δεν τον αγγίζουμε πουθενά.

Υπάρχει και τρίτος δρόμος.

Στοχευμένη μείωση σε συγκεκριμένα βασικά αγαθά, για συγκεκριμένη περίοδο, με συγκεκριμένη δημοσιονομική οροφή και ταυτόχρονο μηχανισμό παρακολούθησης των τιμών.

Άλλωστε το ελληνικό σύστημα ήδη διαθέτει διαφορετικούς συντελεστές: 24%, 13% και 6% ανάλογα με το αγαθό ή την υπηρεσία.

Άρα η έννοια της διαφοροποίησης δεν είναι ούτε εξωτική ούτε επαναστατική.

Υπάρχει ήδη μέσα στο ίδιο το φορολογικό σύστημα.

7. Το πραγματικό κυβερνητικό επιχείρημα είναι άλλο – και είναι θεμιτό

Αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, η κυβέρνηση διαθέτει ένα πολύ σοβαρότερο επιχείρημα από το «θα αγοράζουν φθηνότερα και οι πλούσιοι».

Το δημοσιονομικό κόστος.

Ο ΦΠΑ αποτελεί τεράστια πηγή κρατικών εσόδων.

Μια μεγάλη και γενικευμένη μείωση μπορεί να δημιουργήσει σημαντική τρύπα στον προϋπολογισμό.

Και πράγματι, η κυβέρνηση πρέπει να επιλέξει πού θα διαθέσει τον περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο.

Αυτό είναι σοβαρό επιχείρημα.

Ας ειπωθεί όμως έτσι:

«Δεν μειώνουμε τον ΦΠΑ επειδή θεωρούμε ότι το δημοσιονομικό κόστος είναι μεγαλύτερο από το κοινωνικό όφελος και προτιμούμε να διαθέσουμε τα χρήματα αλλού».

Αυτή είναι πολιτική επιλογή.

Και τότε μπορεί να κριθεί ως τέτοια.

8. «Πρώτη προτεραιότητα η ακρίβεια» – μετά από τόσα χρόνια;

Υπάρχει τέλος και το πολιτικό ζήτημα.

Η ακρίβεια δεν εμφανίστηκε χθες.

Η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με το πρόβλημα εδώ και χρόνια.

Επομένως όταν το 2026 ακούμε ότι η αντιμετώπιση της ακρίβειας αποτελεί «πρώτη προτεραιότητα», ο πολίτης δικαιούται να ρωτήσει:

Με ποιο μετρήσιμο αποτέλεσμα;

Όχι πόσα μέτρα ανακοινώθηκαν.

Όχι πόσα πρόστιμα επιβλήθηκαν.

Όχι πόσοι κωδικοί μπήκαν σε κάποια πρωτοβουλία.

Αλλά τι συνέβη τελικά στην απόδειξη του σούπερ μάρκετ.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι εφαρμόζει παρεμβάσεις στην αγορά και έχει ανακοινώσει μειώσεις τιμών σε χιλιάδες προϊόντα.

Ο πολίτης όμως κρίνει διαφορετικά.

Από το πόσα χρήματα χρειάζεται σήμερα για να αγοράσει τα ίδια πράγματα που αγόραζε πριν από λίγα χρόνια.

Η συζήτηση για τον ΦΠΑ κρύβει τελικά τη μεγάλη συζήτηση για την ακρίβεια

Κανείς σοβαρός δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι μια μείωση του ΦΠΑ από μόνη της θα εξαφανίσει την ακρίβεια.

Δεν θα το κάνει.

Όπως επίσης δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι ολόκληρη η μείωση ενός φόρου θα μεταφερθεί αυτομάτως από τις επιχειρήσεις στον καταναλωτή.

Αλλά εξίσου προβληματικό είναι να παρουσιάζεται περίπου ως οικονομικός παραλογισμός κάθε συζήτηση για χαμηλότερη έμμεση φορολογία στα βασικά αγαθά.

Γιατί στο τέλος υπάρχει ένα πολύ απλό δεδομένο:

Ο ΦΠΑ είναι φόρος.

Μπαίνει πάνω στην τιμή.

Και τον πληρώνει ο καταναλωτής.

Εάν λοιπόν η ακρίβεια αποτελεί πράγματι την «πρώτη προτεραιότητα», η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει όχι μόνο γιατί απορρίπτει μια γενικευμένη μείωση του ΦΠΑ.

Οφείλει να εξηγήσει γιατί αποκλείει ακόμη και μια στοχευμένη, ελεγχόμενη και προσωρινή παρέμβαση στα απολύτως βασικά αγαθά.

Και κυρίως να απαντήσει σε μια ερώτηση που γεννά η ίδια η επιχειρηματολογία της:

Αν πράγματι το 80% μιας φορολογικής μείωσης δεν φτάνει ποτέ στον καταναλωτή, μήπως το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι τελικά ο ΦΠΑ αλλά ο τρόπος που λειτουργεί και ελέγχεται η ίδια η αγορά;

Γιατί αν αυτό συμβαίνει, τότε η δήλωση που χρησιμοποιείται για να κλείσει τη συζήτηση περί ΦΠΑ καταλήγει να ανοίγει μια πολύ πιο δύσκολη συζήτηση για την κυβέρνηση.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ