Μητσοτάκης στην ΕΡΤ: Όταν η «δημοσιονομική σοβαρότητα» συναντά την ακρίβεια και τις κυβερνητικές αντιφάσεις

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίστηκε στην ΕΡΤ για την πρώτη μεγάλη συνέντευξή του μετά τη ΔΕΘ με ένα γνώριμο αφήγημα: η κυβέρνηση είναι η δύναμη της «σοβαρότητας», οι αριθμοί πρέπει να βγαίνουν, η αντιπολίτευση μοιράζει «λόγια του αέρα» και η αυτοδύναμη Νέα Δημοκρατία αποτελεί, κατά τον ίδιο, τη μόνη ρεαλιστική πρόταση διακυβέρνησης.

Μόνο που όσο προχωρούσε η συζήτηση, τόσο εμφανίζονταν οι αντιφάσεις.

Γιατί η δημοσιονομική σοβαρότητα είναι ασφαλώς απαραίτητη.

Αλλά δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως απάντηση για όλα.

Για τον ΕΦΚ «δεν υπάρχουν λεφτά» – για τον πολίτη όμως ο φόρος υπάρχει κανονικά

Η χαρακτηριστικότερη στιγμή ήταν η συζήτηση για τα καύσιμα.

Ο πρωθυπουργός ουσιαστικά παραδέχθηκε ότι η κυβέρνηση δεν προτίθεται σήμερα να μειώσει τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης επειδή «δεν αντέχει ο προϋπολογισμός».

Εδώ όμως υπάρχει ένα ερώτημα που η κυβερνητική επιχειρηματολογία αποφεύγει συστηματικά:

Ο οικογενειακός προϋπολογισμός πόσο αντέχει;

Όταν ανεβαίνει το πετρέλαιο, ανεβαίνει το κόστος μετακίνησης.

Ανεβαίνουν οι μεταφορές.

Ανεβαίνει το κόστος παραγωγής.

Ανεβαίνει το κόστος για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Και τελικά ένα μέρος αυτής της επιβάρυνσης περνά στις τιμές.

Η κυβέρνηση, αντί για μια δομική παρέμβαση στη φορολογία των καυσίμων, επιλέγει ξανά επιδόματα, προσωρινές ενισχύσεις, συμφωνίες με τα διυλιστήρια και ενδεχόμενο πλαφόν στο περιθώριο κέρδους.

Δηλαδή τι μας λέει;

Ότι αναγνωρίζει το πρόβλημα.

Αναγνωρίζει ότι χρειάζεται κρατική παρέμβαση.

Αλλά αρνείται να αγγίξει έναν από τους βασικούς φορολογικούς μηχανισμούς που επιβαρύνουν την τελική τιμή.

Και μετά παρουσιάζει αυτή την επιλογή ως μονόδρομο.

Δεν είναι μονόδρομος.

Είναι πολιτική επιλογή κατανομής του δημοσιονομικού χώρου.

Και η βενζίνη; Σχεδόν εξαφανισμένη από τη συζήτηση

Υπήρξε όμως και ένας μεγάλος απών από τη συνέντευξη του πρωθυπουργού:

η βενζίνη.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε παρέμβαση για το πετρέλαιο θέρμανσης. Μίλησε για οριζόντια αύξηση του επιδόματος θέρμανσης. Αναφέρθηκε στην επέκταση της παρέμβασης στο diesel και για τον Οκτώβριο. Συζήτησε ακόμη και το ενδεχόμενο προσωρινής μείωσης του ΕΦΚ εάν δημιουργηθεί η κατάλληλη ευρωπαϊκή δημοσιονομική δυνατότητα.

Αλλά για την αμόλυβδη, που αφορά καθημερινά εκατομμύρια οδηγούς;

Ουσιαστικά τίποτα συγκεκριμένο.

Και μιλάμε για μια στιγμή κατά την οποία η μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης έχει ήδη φτάσει περίπου στα 2,17 ευρώ το λίτρο, από 2,11 ευρώ περίπου μία εβδομάδα νωρίτερα, ενώ σε αρκετές περιοχές της χώρας οι τιμές έχουν ξεπεράσει τα 2,30 ευρώ και σε ορισμένες περιπτώσεις προσεγγίζουν τα 2,40.

Και η τάση παραμένει ανοδική, με το Brent πάνω από τα 105 δολάρια το βαρέλι και αυξημένο περίπου 19% μέσα σε έναν μήνα.

Αυτό δεν είναι μια λεπτομέρεια της ενεργειακής κρίσης.

Είναι το καύσιμο με το οποίο πηγαίνει ο εργαζόμενος στη δουλειά του, μετακινείται μια οικογένεια, λειτουργεί μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας και —ιδιαίτερα στην ελληνική Περιφέρεια και στα νησιά, όπου οι εναλλακτικές δημόσιες συγκοινωνίες είναι περιορισμένες— καλύπτονται βασικές καθημερινές ανάγκες.

Και εδώ εμφανίζεται ξανά η μεγάλη αντίφαση της κυβερνητικής πολιτικής.

Όταν αυξάνεται η διεθνής τιμή του πετρελαίου, η αύξηση περνά γρήγορα στην αντλία.

Όταν όμως ο καταναλωτής ζητά παρέμβαση στη φορολογία ώστε να περιοριστεί η επιβάρυνση, η απάντηση είναι ότι «δεν αντέχει ο προϋπολογισμός».

Μόνο που ο οδηγός που πληρώνει πάνω από 2,20 ή 2,30 ευρώ το λίτρο σε αρκετές περιοχές της χώρας έχει κι αυτός έναν προϋπολογισμό.

Και αυτός ο προϋπολογισμός δεν είναι θεωρητικός.

Είναι το πορτοφόλι του.

Η κυβέρνηση μπορεί να θεωρεί δημοσιονομικά ασφαλέστερα τα επιδόματα και τις στοχευμένες παρεμβάσεις. Είναι θεμιτή πολιτική επιλογή.

Αλλά ας μην παρουσιάζεται ως η μοναδική δυνατή επιλογή.

Γιατί όταν η βενζίνη ανεβαίνει ξανά με τέτοιους ρυθμούς, το ερώτημα γίνεται εξαιρετικά απλό:

Πόσο πρέπει να φτάσει η αμόλυβδη για να υπάρξει συγκεκριμένη παρέμβαση και για τη βενζίνη;

Στα 2,30;

Στα 2,40;

Στα 2,50 ευρώ;

Για το πετρέλαιο θέρμανσης ακούσαμε συγκεκριμένες εξαγγελίες.

Για το diesel ακούσαμε συγκεκριμένη παρέμβαση.

Για τη βενζίνη, ο οδηγός έμεινε ουσιαστικά με τον λογαριασμό στο χέρι.

Και ξαφνικά ανακαλύψαμε ότι η ακρίβεια έφαγε τις αυξήσεις

Υπήρξε όμως και μία ενδιαφέρουσα παραδοχή.

Ο πρωθυπουργός αναγνώρισε ότι σημαντικό μέρος των αυξήσεων στα εισοδήματα έχει εξανεμιστεί από τη συσσωρευμένη ακρίβεια.

Εδώ βρίσκεται ίσως ολόκληρη η οικονομική πραγματικότητα των τελευταίων ετών σε μία πρόταση.

Γιατί επί χρόνια ακούμε για αύξηση του κατώτατου μισθού, αύξηση του μέσου μισθού, μείωση της ανεργίας και ανάπτυξη.

Όλα αυτά αποτελούν οικονομικούς δείκτες που πρέπει να συνεκτιμώνται.

Αλλά ο πολίτης δεν ζει μέσα στον πίνακα της ΕΛΣΤΑΤ.

Ζει με το διαθέσιμο εισόδημα που του απομένει αφού πληρώσει σούπερ μάρκετ, ενοίκιο, ρεύμα, καύσιμα και υποχρεώσεις.

Και εάν η ίδια η κυβέρνηση παραδέχεται πλέον ότι η ακρίβεια απορρόφησε σημαντικό μέρος των αυξήσεων, τότε καταρρέει τουλάχιστον ένα κομμάτι της θριαμβολογίας περί πραγματικής βελτίωσης της καθημερινότητας.

Επίδομα ανεργίας: Μέσα σε έξι ημέρες από τους δύο μήνες στο «δεν κόβεται τίποτα»

Και φτάνουμε στην εντυπωσιακότερη κυβερνητική αναδίπλωση.

Στις 11 Σεπτεμβρίου ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης δήλωνε δημόσια ότι κατά την άποψή του δεν πρέπει να υπάρχει επίδομα ανεργίας για περισσότερο από δύο μήνες και ότι οι σχετικοί πόροι θα μπορούσαν να κατευθύνονται στην επιδότηση της εργασίας.

Η δήλωση προκάλεσε αντιδράσεις ακόμη και μέσα στη Νέα Δημοκρατία και κυβερνητικά στελέχη έσπευσαν να τη χαρακτηρίσουν προσωπική άποψη.

Και σήμερα ο πρωθυπουργός βάζει ο ίδιος φρένο:

«Δεν πρόκειται να κοπεί κανένα επίδομα ανεργίας».

Μάλιστα προχωρά περισσότερο και επισημαίνει το αυτονόητο αλλά εξαιρετικά σημαντικό:

Το επίδομα ανεργίας είναι ασφαλιστικό και ανταποδοτικό δικαίωμα.

Ακριβώς!

Αυτό ήταν το βασικό πρόβλημα της αρχικής συζήτησης.

Ο εργαζόμενος δεν παίρνει κάποιο «δώρο» επειδή έμεινε χωρίς δουλειά. Έχει καταβάλει εισφορές και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις αποκτά δικαίωμα στην παροχή.

Άρα σήμερα έχουμε ουσιαστικά τον ίδιο τον πρωθυπουργό να κλείνει μια συζήτηση που άνοιξε ο κυβερνητικός του εκπρόσωπος.

Και μετά να δηλώνει ότι τον περιβάλλει με «απόλυτη εμπιστοσύνη».

Πολιτικά δικαίωμά του.

Αλλά η αντίφαση παραμένει:

εάν η πρόταση των δύο μηνών ήταν τόσο λανθασμένη ώστε χρειάστηκε να την κλείσει προσωπικά ο πρωθυπουργός, γιατί διατυπώθηκε δημόσια από τον άνθρωπο που έχει θεσμική αποστολή να εκφράζει καθημερινά την κυβέρνηση;

«Λόγια του αέρα» ό,τι προτείνουν οι άλλοι

Για ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ, ο πρωθυπουργός επέλεξε τον χαρακτηρισμό «λόγια του αέρα».

Το βασικό επιχείρημά του είναι ότι οι αριθμοί δεν βγαίνουν.

Αυτό όμως πρέπει να αποδεικνύεται μέτρο προς μέτρο.

Πόσο κοστίζει κάθε πρόταση;

Ποια είναι η προτεινόμενη χρηματοδότησή της;

Ποιο είναι το δημοσιονομικό αποτέλεσμα;

Αυτό είναι οικονομική αντιπαράθεση.

Το «δεν υπάρχουν λεφτά» δεν αποτελεί από μόνο του κοστολόγηση.

Άλλωστε και στη ΔΕΘ ο πρωθυπουργός απέρριψε προτάσεις όπως η 13η σύνταξη, ο 13ος μισθός στο Δημόσιο και η μείωση του ΦΠΑ επικαλούμενος τα δημοσιονομικά περιθώρια.

Είναι θεμιτή κυβερνητική θέση.

Αλλά είναι θέση, όχι οικονομικός νόμος της φύσης.

Κάθε προϋπολογισμός εμπεριέχει επιλογές: ποιον φορολογείς, ποιον ελαφρύνεις, πού αυξάνεις δαπάνες και πού όχι.

«Η μόνη επιλογή είναι η αυτοδύναμη ΝΔ»

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα ήταν η πολιτική επιχειρηματολογία.

Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ουσιαστικά ότι η αυτοδύναμη Νέα Δημοκρατία αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική επιλογή σταθερής διακυβέρνησης.

Αυτό αποτελεί πολιτική θέση της ΝΔ, όχι αντικειμενικό δεδομένο.

Σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία υπάρχουν αυτοδύναμες κυβερνήσεις, κυβερνήσεις συνεργασίας και διαφορετικές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες.

Το ποια θα είναι δυνατή μετά τις εκλογές εξαρτάται από την ψήφο των πολιτών και τη σύνθεση της επόμενης Βουλής.

Ο ίδιος άλλωστε λίγο αργότερα είπε το απολύτως σωστό:

«Ο ελληνικός λαός είναι το αφεντικό».

Ακριβώς.

Άρα ο ελληνικός λαός θα αποφασίσει εάν θέλει αυτοδυναμία, συνεργασία ή οποιαδήποτε άλλη κοινοβουλευτικά εφικτή λύση.

Όχι η σημερινή κυβέρνηση προκαταβολικά.

«Ελπίδα ή περιπέτεια»

Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο επικοινωνιακό παράδοξο.

Η κυβέρνηση λέει ότι δεν θέτει εκβιαστικά διλήμματα.

Και αμέσως μετά χρησιμοποιεί το δίλημμα:

«Ελπίδα ή περιπέτεια».

Αν αυτό δεν είναι πολιτικό δίλημμα, τότε τι ακριβώς είναι;

Η Νέα Δημοκρατία δικαιούται να ζητά αυτοδυναμία.

Δικαιούται να υποστηρίζει ότι προσφέρει μεγαλύτερη σταθερότητα.

Δεν μπορεί όμως ταυτόχρονα να παρουσιάζει κάθε διαφορετική εκλογική επιλογή περίπου ως είσοδο της χώρας σε «αχαρτογράφητα νερά» και να υποστηρίζει ότι δεν θέτει δίλημμα.

Η συνέντευξη που αποκάλυψε περισσότερα απ’ όσα έκρυψε

Η σημερινή συνέντευξη είχε τελικά μία χρησιμότητα.

Ο πρωθυπουργός παραδέχθηκε ότι η ακρίβεια έχει φάει σημαντικό μέρος των εισοδηματικών αυξήσεων.

Παραδέχθηκε ότι χρειάζονται νέες παρεμβάσεις για την ενέργεια.

Άφησε παράθυρο ακόμη και για προσωρινή μείωση του ΕΦΚ εάν αλλάξει το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο.

Και κυρίως έκλεισε προσωπικά τη συζήτηση για περικοπή του επιδόματος ανεργίας, αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για ασφαλιστικό δικαίωμα.

Όλα αυτά έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τις επιθέσεις στα «λεφτόδεντρα».

Γιατί αποκαλύπτουν μια κυβέρνηση που γνωρίζει ότι η πραγματική οικονομία πιέζει πολύ περισσότερο από όσο αφήνουν να φανεί οι μακροοικονομικοί δείκτες.

Και μια κυβέρνηση που, λίγους μήνες πριν από την εκλογική χρονιά του 2027, αναγκάζεται ήδη να διορθώνει δημόσια συζητήσεις που ανοίγουν τα ίδια της τα στελέχη.

Η δημοσιονομική σταθερότητα είναι σημαντική.

Αλλά υπάρχει και μια άλλη σταθερότητα που ενδιαφέρει τον πολίτη:

να μπορεί να πληρώσει το σούπερ μάρκετ, το ρεύμα, τη θέρμανση και τα καύσιμα χωρίς να περιμένει κάθε φορά το επόμενο επίδομα.

Και εκεί θα κριθεί τελικά πολύ μεγαλύτερο μέρος της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής από όσο στα συνθήματα περί «ελπίδας ή περιπέτειας».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ