Τρία ανοιχτά μέτωπα στην εξωτερική πολιτική: Τουρκολιβυκό μνημόνιο, καλώδιο Κρήτης–Κύπρου και Μονή Σινά δοκιμάζουν την κυβέρνηση Μητσοτάκη

Άρθρο πολιτικής ανάλυσης

Τρεις διαφορετικές υποθέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο δημιουργούν νέα ερωτήματα για τη διπλωματική στρατηγική της κυβέρνησης: η στάση της ανατολικής Λιβύης απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο, οι καθυστερήσεις στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και η εκκρεμότητα γύρω από το καθεστώς της ιστορικής Μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά. Παρά τις ουσιαστικές διαφορές τους, οι τρεις υποθέσεις έχουν έναν κοινό παρονομαστή: τη δυσκολία μετατροπής των ελληνικών διπλωματικών θέσεων σε συγκεκριμένα και διατηρήσιμα αποτελέσματα.

Τουρκολιβυκό μνημόνιο: Η αλλαγή στάσης στην ανατολική Λιβύη

Η υπόθεση του τουρκολιβυκού μνημονίου επανέρχεται στο προσκήνιο, με αφορμή πληροφορίες για έγκρισή του από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης στις 20 Οκτωβρίου 2026.

Εφόσον επιβεβαιωθεί επίσημα η συγκεκριμένη απόφαση και το ακριβές περιεχόμενό της, θα πρόκειται για σημαντική μεταβολή της πολιτικής στάσης ενός θεσμού που είχε προηγουμένως απορρίψει τη συμφωνία Τουρκίας–Λιβύης του 2019.

Η ελληνική διπλωματία είχε αναπτύξει επαφές με την ανατολική Λιβύη και την πλευρά του Χαλίφα Χαφτάρ, επιδιώκοντας να ενισχύσει τις αντιστάσεις απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις.

Η ενίσχυση, όμως, της τουρκικής παρουσίας και των σχέσεων της Άγκυρας με διαφορετικά κέντρα εξουσίας στη Λιβύη αναδεικνύει τις δυσκολίες αυτής της προσπάθειας.

Το βασικό ζήτημα δεν είναι μόνο εάν η Αθήνα είχε επαφές με τη μία ή την άλλη πλευρά. Είναι κατά πόσο οι επαφές αυτές μπορούσαν να εξασφαλίσουν σταθερές διπλωματικές δεσμεύσεις.

Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών εξακολουθεί να θεωρεί το τουρκολιβυκό μνημόνιο αντίθετο προς το διεθνές δίκαιο της θάλασσας, επειδή παραγνωρίζει, κατά την ελληνική θέση, τα δικαιώματα των νησιών σε θαλάσσιες ζώνες.

Μια μεταβολή της πολιτικής στάσης στη Λιβύη δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι επιλύεται η νομική διαφορά ή ότι η συμφωνία αποκτά διεθνή νομιμότητα.

Η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών και τα όρια της διπλωματικής στήριξης

Ένα δεύτερο ερώτημα αφορά τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η αμερικανική προτροπή προς Ελλάδα και Τουρκία να επιλύσουν τις θαλάσσιες διαφορές τους μέσω διαλόγου δεν ισοδυναμεί, από μόνη της, με αναγνώριση ή έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου.

Ωστόσο, η διαφορά ανάμεσα στη γενική έκκληση για διαπραγματεύσεις και στη ρητή καταδίκη μιας συγκεκριμένης συμφωνίας έχει διπλωματική σημασία.

Για την Αθήνα, το ζητούμενο είναι εάν μπορεί να εξασφαλίσει σαφείς διεθνείς τοποθετήσεις που να υποστηρίζουν τις ελληνικές νομικές θέσεις και όχι απλώς γενικές διατυπώσεις περί ειρηνικής επίλυσης των διαφορών.

Η σχέση με τις ΗΠΑ αποτελεί σημαντικό στοιχείο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά δεν καταργεί τις διαφορετικές προτεραιότητες που μπορεί να έχει η Ουάσιγκτον στις σχέσεις της με την Τουρκία και τη Λιβύη.

Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου: Από τον ενεργειακό σχεδιασμό στις γεωπολιτικές δυσκολίες

Το έργο Great Sea Interconnector, που αφορά την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας και Κύπρου, έχει ιδιαίτερη στρατηγική και ενεργειακή σημασία.

Η διασύνδεση προορίζεται να περιορίσει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου και να ενισχύσει τις δυνατότητες μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην περιοχή.

Οι καθυστερήσεις, ωστόσο, έχουν αναδείξει τόσο τις οικονομικές και τεχνικές προκλήσεις όσο και τις γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις που συνοδεύουν ένα τόσο σύνθετο υποθαλάσσιο έργο.

Η ένταση που είχε προκύψει το 2024 κατά τις έρευνες στην περιοχή της Κάσου ανέδειξε το πρόβλημα των αντικρουόμενων θαλάσσιων διεκδικήσεων.

Η Τουρκία προβάλλει δικές της αξιώσεις στην περιοχή, ενώ η Ελλάδα απορρίπτει την ύπαρξη τουρκικού δικαιώματος έγκρισης ερευνητικών δραστηριοτήτων σε θαλάσσιες ζώνες όπου θεωρεί ότι ασκεί τα αντίστοιχα δικαιώματα.

Αυτή η διαφωνία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο ως τεχνική εκκρεμότητα ενός ενεργειακού έργου.

Η ελληνική κυβέρνηση καλείται να αποσαφηνίσει ποιος είναι ο επικαιροποιημένος σχεδιασμός, ποια εμπόδια παραμένουν και με ποιον τρόπο θα προχωρήσουν οι απαιτούμενες εργασίες.

Η καθυστέρηση ενός έργου δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι η Ελλάδα έχει αναγνωρίσει τουρκική αρμοδιότητα. Δημιουργεί, όμως, εύλογα ερωτήματα για την πρακτική δυνατότητα υλοποίησης του σχεδιασμού.

Μονή Σινά: Ένα ιστορικό και εκκλησιαστικό ζήτημα με διπλωματικές προεκτάσεις

Η τρίτη υπόθεση αφορά την Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης του Σινά, έναν από τους σημαντικότερους ιστορικούς και θρησκευτικούς θεσμούς της Ορθοδοξίας.

Οι συζητήσεις για το καθεστώς της Μονής και τη σχέση της με το αιγυπτιακό κράτος έχουν προκαλέσει ανησυχίες σχετικά με την προστασία της μοναστικής κοινότητας, της περιουσίας και της ιστορικής της συνέχειας.

Η διαφύλαξη της λειτουργίας, της αυτονομίας και των δικαιωμάτων της Μονής αποτελεί ζήτημα ιδιαίτερης σημασίας για την ελληνική και την ορθόδοξη πλευρά.

Στο δημοσίευμα που εξετάζεται διατυπώνεται επίσης ο ισχυρισμός ότι οι συζητήσεις για τη Μονή συνδέονται με ευρύτερες διαπραγματεύσεις Ελλάδας–Αιγύπτου για θαλάσσιες ζώνες.

Δεν προκύπτει, όμως, από τα διαθέσιμα στοιχεία τεκμηριωμένη σύνδεση που να επιτρέπει να παρουσιαστεί ως γεγονός ότι τα δικαιώματα της Μονής χρησιμοποιούνται ως αντάλλαγμα για συμφωνία ΑΟΖ.

Πρόκειται για σοβαρό ισχυρισμό, ο οποίος θα απαιτούσε συγκεκριμένα διπλωματικά έγγραφα ή επίσημες τοποθετήσεις.

Η ουσιαστική συζήτηση πρέπει να επικεντρωθεί στο περιεχόμενο οποιασδήποτε τελικής συμφωνίας με την Αίγυπτο και στις εγγυήσεις που θα παρέχει για τη Μονή.

Το κοινό ερώτημα για την κυβέρνηση

Οι τρεις υποθέσεις δεν έχουν την ίδια νομική βάση, ούτε βρίσκονται στο ίδιο στάδιο εξέλιξης.

Στη Λιβύη το επίκεντρο είναι οι μεταβαλλόμενες πολιτικές ισορροπίες και η διαφωνία για τις θαλάσσιες ζώνες.

Στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου το ζητούμενο είναι η ολοκλήρωση ενός στρατηγικού έργου μέσα σε ένα σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Στη Μονή Σινά προέχει η προστασία ενός ιστορικού θρησκευτικού θεσμού και η σαφήνεια των νομικών εγγυήσεων.

Παρά τις διαφορές, υπάρχει ένα κοινό ερώτημα: ποια συγκεκριμένα αποτελέσματα μπορεί να παρουσιάσει η κυβέρνηση από τις διπλωματικές πρωτοβουλίες της;

Η εξωτερική πολιτική δεν αξιολογείται μόνο από τις συναντήσεις, τις δηλώσεις και τις συμφωνίες επί της αρχής. Αξιολογείται επίσης από τη δυνατότητα υλοποίησης έργων, την προστασία δικαιωμάτων και τη διατήρηση αποτελεσματικών διεθνών συνεργασιών.

Αυτό είναι το πεδίο στο οποίο η κυβέρνηση καλείται να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις, με σαφή χρονοδιαγράμματα, νομική τεκμηρίωση και ενημέρωση για την πρόοδο κάθε υπόθεσης.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ