Το επιχείρημα ακούγεται απλό, σχεδόν μαθηματικό.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης επαναλαμβάνει ότι το ΠΑΣΟΚ δεν πρόκειται να συνεργαστεί κυβερνητικά με τη Νέα Δημοκρατία. Άρα, μας λένε, μετά τις εκλογές του 2027 υπάρχει μόνο μία λύση: αυτοδύναμη Νέα Δημοκρατία με πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Οτιδήποτε άλλο ισοδυναμεί με ακυβερνησία.
Μόνο που αυτό δεν είναι μαθηματική εξίσωση.
Είναι πολιτικό δίλημμα κατασκευασμένο έτσι ώστε το επιθυμητό αποτέλεσμα της ΝΔ να εμφανίζεται ως η μοναδική θεσμικά δυνατή επιλογή της χώρας.
Και εκεί αρχίζει το πρόβλημα.
Ναι, το ΠΑΣΟΚ λέει «όχι» στη ΝΔ
Ας ξεκινήσουμε από το πραγματικό δεδομένο.
Το ΠΑΣΟΚ έχει αποκλείσει κυβερνητική συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία. Δεν είναι μάλιστα κάτι που ανακαλύφθηκε χθες. Η συγκεκριμένη θέση έχει διατυπωθεί επανειλημμένα και η ίδια η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι υπάρχει σχετική συνεδριακή απόφαση του ΠΑΣΟΚ.
Επομένως, όποιος ισχυρίζεται σήμερα ότι μια κυβέρνηση ΝΔ–ΠΑΣΟΚ είναι το πιθανότερο μετεκλογικό σενάριο αγνοεί τα σημερινά πολιτικά δεδομένα.
Μέχρι εδώ σωστά.
Από αυτό όμως μέχρι το:
«μία και μόνον μία λύση υπάρχει: αυτοδυναμία Μητσοτάκη»
υπάρχει ένα τεράστιο λογικό άλμα.
Από πότε η αδυναμία ενός κόμματος να βρει εταίρο μετατρέπεται σε υποχρέωση του εκλογικού σώματος να του δώσει αυτοδυναμία;
Αυτό είναι το ερώτημα που εξαφανίζεται βολικά από τη συζήτηση.
Αν η Νέα Δημοκρατία στις επόμενες εκλογές δεν συγκεντρώσει τον αριθμό των εδρών που απαιτείται για αυτοδύναμη κυβέρνηση, αυτό θα σημαίνει κάτι εξαιρετικά απλό:
ότι οι ψηφοφόροι δεν της έδωσαν αυτοδυναμία.
Δεν θα σημαίνει ότι οι ψηφοφόροι «έκαναν λάθος».
Δεν θα σημαίνει ότι πρέπει να ψηφίσουν ξανά μέχρι να προκύψει το αποτέλεσμα που επιθυμεί η ΝΔ.
Και ασφαλώς δεν θα σημαίνει ότι η χώρα οφείλει να παραδώσει στον Κυριάκο Μητσοτάκη 151 έδρες επειδή τα υπόλοιπα κόμματα δυσκολεύονται να συνεργαστούν.
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός στη συνέντευξη Τύπου της ΔΕΘ αναγνώρισε το αυτονόητο: «κυρίαρχος είναι ο ελληνικός λαός» και η κρίση του πρέπει να γίνει σεβαστή.
Ακριβώς.
Ας πάρουμε λοιπόν αυτή τη φράση στα σοβαρά.
Και τι σημαίνει «έστω και με δεύτερες εκλογές»;
Εδώ το επιχείρημα γίνεται ακόμη πιο προβληματικό.
Διότι η δεύτερη κάλπη παρουσιάζεται σχεδόν σαν φυσικό δεύτερο ημίχρονο του ίδιου αγώνα:
Δεν μας έδωσαν αυτοδυναμία;
Ξανά εκλογές.
Και αν ούτε τότε υπάρχει;
Τρίτες;
Και μέχρι πότε;
Μέχρι να ψηφίσει ο ελληνικός λαός «σωστά»;
Αυτό ακριβώς είχε ερωτηθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης τον Ιούλιο: αν θα γίνονται εκλογές «μέχρι να δύσει ο ήλιος». Η απάντησή του τότε ήταν πολύ πιο θεσμικά προσεκτική από το σημερινό επιχείρημα: «Δεν υπάρχουν αδιέξοδα στη δημοκρατία».
Και αυτή είναι η σωστή απάντηση.
Στη Δημοκρατία το εκλογικό αποτέλεσμα δεν είναι προσχέδιο που επιστρέφεται στους πολίτες για διορθώσεις μέχρι να παραγάγει αυτοδυναμία.
Το 33% δεν αποκτά κάποιο ειδικό δικαίωμα διακυβέρνησης
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το υποθετικό παράδειγμα:
«Ακόμη και με 33% της ΝΔ… δεν μπορεί να σχηματισθεί κυβέρνηση».
Μα αν ένα κόμμα πάρει 33% και δεν εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, το βασικό πολιτικό γεγονός δεν είναι ότι «οι άλλοι προκαλούν ακυβερνησία».
Είναι ότι περίπου δύο στους τρεις ψηφοφόρους επέλεξαν κάτι άλλο.
Η πρώτη θέση ασφαλώς έχει τεράστια πολιτική σημασία.
Δεν μετατρέπει όμως το πρώτο κόμμα σε ιδιοκτήτη της διακυβέρνησης.
Η κοινοβουλευτική δημοκρατία έχει έναν εξαιρετικά πεζό κανόνα:
κυβέρνηση πρέπει να μπορεί να εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη της Βουλής.
Και υπάρχει μια αντίφαση που δεν μπορεί να κρυφτεί
Η Νέα Δημοκρατία λέει:
«Εμείς θέλουμε αυτοδυναμία».
Θεμιτό.
Το ΠΑΣΟΚ λέει:
«Εμείς δεν συνεργαζόμαστε με τη Νέα Δημοκρατία».
Επίσης θεμιτό, είτε συμφωνεί κάποιος είτε διαφωνεί.
Αλλά στη συνέχεια η πρώτη θέση μετατρέπεται περίπου σε αυτό:
«Αφού δεν συνεργάζεστε μαζί μας, πρέπει οι πολίτες να μας δώσουν αυτοδυναμία».
Όχι.
Η αδυναμία συνεργασίας των πολιτικών κομμάτων είναι πρόβλημα των πολιτικών κομμάτων, όχι υποχρέωση των ψηφοφόρων να το επιλύσουν χαρίζοντας σε ένα από αυτά κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Και μάλιστα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναγνώριζε μόλις πριν λίγες ημέρες ότι, από τα υπάρχοντα κόμματα, το ΠΑΣΟΚ θα ήταν εκείνο με το οποίο θεωρητικά θα μπορούσε η ΝΔ να καθίσει στο ίδιο τραπέζι, αλλά η σημερινή ηγεσία του και η συνεδριακή απόφαση αποκλείουν κάτι τέτοιο.
Αυτό αποδεικνύει πολιτικό αδιέξοδο συνεργασιών σήμερα.
Δεν αποδεικνύει ότι το Σύνταγμα έχει μία επιλογή: Κυριάκος Μητσοτάκης.
Υπάρχει όμως και ένα σοβαρό ερώτημα για το ΠΑΣΟΚ
Η αποδόμηση αυτού του αφηγήματος δεν σημαίνει ότι το ΠΑΣΟΚ απαλλάσσεται από την υποχρέωση να απαντήσει.
Το αντίθετο.
Εάν διεκδικεί να αποτελέσει κυβερνητική δύναμη, δεν αρκεί να εξηγεί με ποιον δεν θα κυβερνήσει.
Πρέπει όσο πλησιάζουν οι εκλογές να εξηγήσει πειστικά πώς μπορεί να κυβερνηθεί η χώρα εάν δεν υπάρξει αυτοδυναμία κανενός.
Σε αυτό το σημείο η κριτική της ΝΔ είναι απολύτως θεμιτή.
Άλλο όμως αυτό και άλλο να μετατρέπεται το ερώτημα προς το ΠΑΣΟΚ σε προεκλογικό αξίωμα:
«Άρα ή Μητσοτάκης ή χάος».
Το πραγματικό δίλημμα θα το γράψει η κάλπη
Η Νέα Δημοκρατία έχει κάθε δικαίωμα να ζητήσει αυτοδυναμία.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει κάθε δικαίωμα να επιχειρηματολογεί ότι μια μονοκομματική κυβέρνηση θα είναι σταθερότερη. Και πράγματι αυτό ακριβώς κάνει, χαρακτηρίζοντας τον στόχο δύσκολο αλλά εφικτό.
Εκείνο που δεν δικαιούται κανείς είναι να παρουσιάζει την κομματική του επιδίωξη ως μοναδική δημοκρατική λύση.
Γιατί υπάρχει μια πολύ απλή πιθανότητα:
Ο ελληνικός λαός να ακούσει το δίλημμα «αυτοδυναμία Μητσοτάκη ή ακυβερνησία» και να μην επιλέξει αυτοδυναμία Μητσοτάκη.
Τότε τι θα κάνουμε;
Θα κατηγορήσουμε τον λαό για την ακυβερνησία;
Θα τον ξαναστείλουμε στην κάλπη μέχρι να αλλάξει γνώμη;
Ή μήπως τότε τα κόμματα θα αναγκαστούν να κάνουν αυτό για το οποίο υπάρχουν στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες:
να διαχειριστούν το αποτέλεσμα που τους έδωσαν οι πολίτες;
Γιατί τελικά υπάρχει πράγματι μία και μόνον αδιαπραγμάτευτη λύση.
Όχι η αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας.
Η ετυμηγορία της κάλπης.



