Η ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, με αναφορές στο παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο και στις τουρκικές διεκδικήσεις, αποτέλεσε αφορμή για μια νέα πολιτική αποθέωση του πρωθυπουργού.
Σύμφωνα με δημόσια παρέμβαση που ακολούθησε, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπήρξε «καταπληκτικός», βρίσκεται «πέντε επίπεδα πιο πάνω» από τους αντιπάλους του και θυμίζει ακόμη και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.
Όμως το βασικό ερώτημα δεν είναι πόσο εντυπωσιακή φάνηκε η ομιλία σε όσους ήδη υποστηρίζουν τον πρωθυπουργό.
Το ερώτημα είναι τι ακριβώς κέρδισε η Ελλάδα.
Γιατί μια ομιλία μπορεί να προσφέρει ισχυρές τηλεοπτικές εικόνες, πρωτοσέλιδα, αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα και υλικό για την πολιτική επικοινωνία της κυβέρνησης, χωρίς να έχει ακόμη παραγάγει μετρήσιμο διπλωματικό αποτέλεσμα.
Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο μπορεί να ασκηθεί αυστηρή κριτική: η μετατροπή μιας διεθνούς παρέμβασης σε επικοινωνιακό σόου για προεκλογική κατανάλωση, χωρίς να παρουσιάζεται συγκεκριμένο πρακτικό αποτέλεσμα.
Η καταδίκη του τουρκολιβυκού μνημονίου δεν είναι καινούργια ελληνική θέση
Η αντίθεση της Ελλάδας στο τουρκολιβυκό μνημόνιο αποτελεί πάγια θέση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής από το 2019.
Η Αθήνα έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι το μνημόνιο παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και αγνοεί τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών.
Επομένως, όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης επαναλαμβάνει αυτή τη θέση στον ΟΗΕ, εκφράζει μια διαχρονική ελληνική διπλωματική τοποθέτηση.
Αυτό είναι θεμιτό και σημαντικό.
Δεν αποτελεί, όμως, από μόνο του μια νέα διπλωματική κατάκτηση.
Το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός καταγγέλλει το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν σημαίνει ότι το μνημόνιο ακυρώθηκε.
Δεν σημαίνει ότι η Τουρκία εγκατέλειψε τις διεκδικήσεις της.
Δεν σημαίνει ότι η Λιβύη απέσυρε τις σχετικές συμφωνίες.
Ούτε ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας υιοθέτησε δεσμευτική απόφαση υπέρ των ελληνικών θέσεων.
Αυτές είναι διαφορετικές εξελίξεις, που απαιτούν συγκεκριμένες διπλωματικές ενέργειες και αποφάσεις.
Ποιο είναι το πρακτικό αποτέλεσμα της ομιλίας;
Εδώ βρίσκεται η ουσία.
Αν η κυβέρνηση παρουσιάζει την παρουσία του πρωθυπουργού στον ΟΗΕ ως μεγάλη διπλωματική επιτυχία, είναι εύλογο να ζητηθεί να προσδιορίσει το αποτέλεσμα.
Υπήρξε νέα διεθνής δέσμευση υπέρ των ελληνικών θέσεων;
Ανακοινώθηκε συγκεκριμένη πρωτοβουλία για το τουρκολιβυκό μνημόνιο;
Μεταβλήθηκε κάποια επίσημη θέση της Τουρκίας ή της Λιβύης;
Ελήφθη απόφαση με πρακτικές συνέπειες;
Με βάση τα μέχρι στιγμής διαθέσιμα στοιχεία, δεν έχει παρουσιαστεί τέτοια συγκεκριμένη εξέλιξη ως άμεσο αποτέλεσμα της ομιλίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η διπλωματική παρέμβαση ήταν άχρηστη. Η διεθνής προβολή των ελληνικών θέσεων έχει τη δική της αξία.
Σημαίνει, όμως, ότι η δημόσια προβολή μιας θέσης δεν πρέπει να συγχέεται με την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου.
Και όσο η κυβέρνηση προβάλλει τις εικόνες από τον ΟΗΕ χωρίς να εξηγεί τι ακριβώς άλλαξε, τόσο περισσότερο ενισχύεται η κριτική περί επικοινωνιακής διαχείρισης.
Από το βήμα του ΟΗΕ στο προεκλογικό αφήγημα
Η χρονική συγκυρία έχει ιδιαίτερη σημασία.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε περίοδο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης, με τις επόμενες εθνικές εκλογές να αποτελούν ήδη κεντρικό θέμα της δημόσιας συζήτησης.
Σε αυτό το περιβάλλον, μια διεθνής εμφάνιση του πρωθυπουργού μπορεί να αξιοποιηθεί επικοινωνιακά για να ενισχύσει την εικόνα του ως έμπειρου ηγέτη.
Οι εικόνες από το Συμβούλιο Ασφαλείας, οι αναφορές στον Ερντογάν και η καταδίκη του τουρκολιβυκού μνημονίου προσφέρονται για ένα ισχυρό πολιτικό αφήγημα.
Η κριτική περί προεκλογικής αξιοποίησης αφορά ακριβώς αυτή τη χρήση.
Άλλο η υπεράσπιση των ελληνικών θέσεων στο εξωτερικό και άλλο η παρουσίαση κάθε διεθνούς εμφάνισης ως απόδειξης προσωπικής πολιτικής υπεροχής στο εσωτερικό.
Η πρώτη είναι θεσμική υποχρέωση του πρωθυπουργού.
Η δεύτερη είναι επιλογή πολιτικής επικοινωνίας.
Και οι δύο μπορούν να συνυπάρχουν, αλλά δεν πρέπει να συγχέονται.
Τα «πέντε επίπεδα» υπεροχής και η απουσία συγκεκριμένων κριτηρίων
Η δημόσια παρέμβαση που αποθεώνει τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν περιορίζεται στην εξωτερική πολιτική.
Υποστηρίζει ότι ο πρωθυπουργός βρίσκεται «πέντε επίπεδα πιο πάνω» από τους πολιτικούς αντιπάλους του.
Πρόκειται για μια προσωπική αξιολογική κρίση που δεν συνοδεύεται από συγκριτικά δεδομένα.
Πέντε επίπεδα σε ποιον τομέα;
Στην οικονομία;
Στη λειτουργία των θεσμών;
Στην ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών;
Στη διαχείριση κρίσεων;
Στην εξωτερική πολιτική;
Μια τέτοια σύγκριση απαιτεί συγκεκριμένα κριτήρια.
Δεν αρκεί η θετική εντύπωση από μια ομιλία στον ΟΗΕ για να αποδειχθεί η συνολική πολιτική υπεροχή οποιουδήποτε πρωθυπουργού.
Ο παραλληλισμός με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή
Η ίδια παρέμβαση επιχειρεί να ενισχύσει τον έπαινο προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη με μια αναφορά στον Κωνσταντίνο Καραμανλή.
Παραθέτει τη φράση που του αποδίδεται ότι ίσως φαινόταν μεγάλος επειδή οι αντίπαλοί του ήταν μικροί.
Η αυθεντικότητα και το ακριβές ιστορικό πλαίσιο της φράσης χρειάζονται τεκμηρίωση.
Σε κάθε περίπτωση, ο παραλληλισμός δεν αποτελεί πολιτικό επιχείρημα από μόνος του.
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής αξιολογείται ιστορικά με βάση συγκεκριμένες αποφάσεις και γεγονότα.
Το ίδιο πρέπει να ισχύει για τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Η ιστορική σύγκριση δεν μπορεί να περιορίζεται στο αν οι πολιτικοί τους αντίπαλοι θεωρούνται ισχυροί ή αδύναμοι.
Η υποτίμηση της αντιπολίτευσης δεν υποκαθιστά τον κυβερνητικό απολογισμό
Η αναφορά στον Αλέξη Τσίπρα, τον Νίκο Ανδρουλάκη και τον Κυριάκο Βελόπουλο χρησιμοποιείται για να υποστηριχθεί ότι η σημερινή αντιπολίτευση υπολείπεται του πρωθυπουργού.
Αλλά ακόμη κι αν κάποιος συμμερίζεται αυτή την εκτίμηση, δεν προκύπτει αυτομάτως θετική αξιολόγηση του κυβερνητικού έργου.
Μια κυβέρνηση δεν κρίνεται μόνο σε σύγκριση με τους αντιπάλους της.
Κρίνεται για τις δικές της αποφάσεις.
Για τις δεσμεύσεις που υλοποίησε.
Για τις υπηρεσίες που προσφέρει στους πολίτες.
Για τις πολιτικές που απέδωσαν και εκείνες που απέτυχαν.
Η επίκληση της υποτιθέμενης ανεπάρκειας της αντιπολίτευσης δεν απαντά στα ερωτήματα για τη διακυβέρνηση.
Και μια θετική διεθνής εμφάνιση δεν μπορεί να λειτουργήσει ως υποκατάστατο του κυβερνητικού απολογισμού.
Η εξωτερική πολιτική δεν πρέπει να γίνεται σκηνικό πολιτικής αποθέωσης
Η υπεράσπιση των ελληνικών θέσεων απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις είναι ζήτημα εθνικής σημασίας.
Δεν χρειάζεται να αμφισβητηθεί αυτή η θέση για να ασκηθεί κριτική στον τρόπο με τον οποίο προβάλλεται μια κυβερνητική πρωτοβουλία.
Η πολιτική αξιολόγηση οφείλει να ξεχωρίζει την ουσία από την εικόνα.
Η ομιλία στον ΟΗΕ ήταν μια δημόσια διπλωματική παρέμβαση.
Η αποθέωση που ακολούθησε είναι πολιτική αξιολόγηση.
Και η σύνδεσή της με τη συνολική υπεροχή του πρωθυπουργού έναντι των αντιπάλων του είναι ένα πρόσθετο συμπέρασμα, που χρειάζεται δική του τεκμηρίωση.
Η εικόνα ενός πρωθυπουργού που μιλά από το βήμα του ΟΗΕ μπορεί να είναι επικοινωνιακά ισχυρή. Δεν αποτελεί, όμως, απόδειξη ότι επιτεύχθηκε ένας συγκεκριμένος διπλωματικός στόχος.
Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί
Η κυβέρνηση έχει κάθε δικαίωμα να προβάλλει την παρουσία του πρωθυπουργού στον ΟΗΕ.
Οι υποστηρικτές του έχουν κάθε δικαίωμα να αξιολογούν θετικά την ομιλία του.
Αλλά η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να σταματά στον ενθουσιασμό των εντυπώσεων.
Το πραγματικό ερώτημα είναι απλό:
Τι άλλαξε για την Ελλάδα μετά την ομιλία;
Αν προκύψουν συγκεκριμένα διπλωματικά αποτελέσματα, αυτά θα πρέπει να αναγνωριστούν και να αξιολογηθούν.
Μέχρι τότε, η προβολή της ομιλίας ως μεγάλης επιτυχίας παραμένει περισσότερο πολιτική και επικοινωνιακή αξιολόγηση παρά τεκμηριωμένος απολογισμός αποτελεσμάτων.
Και γι’ αυτό η κριτική ότι πρόκειται για επικοινωνιακό σόου με προεκλογική χρησιμότητα, χωρίς μέχρι στιγμής αποδεδειγμένο πρακτικό αποτέλεσμα, αποτελεί ένα σαφές ερώτημα λογοδοσίας που η κυβέρνηση καλείται να απαντήσει.



