Το Μέγαρο Μαξίμου ανεβάζει την ένταση του προεκλογικού διλήμματος, παρουσιάζοντας την αυτοδυναμία της ΝΔ ως εγγύηση σταθερότητας και κάθε διαφορετική εκλογική εξέλιξη ως πιθανή περιπέτεια. Στην επιχειρηματολογία μπαίνουν πλέον η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, η οικονομία, η Τουρκία και ο φόβος της ακυβερνησίας. Το μήνυμα προς τους ψηφοφόρους είναι σχεδόν απροκάλυπτο: μην τολμήσετε να ψηφίσετε διαφορετικά, γιατί μπορεί να χάσετε τον Μητσοτάκη!
Ο Λευκός Οίκος αποφάσισε ποιον πρωθυπουργό θέλει; Και η ψήφος των Ελλήνων;
Αν πιστέψουμε την πολιτική ερμηνεία που αποδίδεται σε κυβερνητικούς κύκλους, η επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα δεν είχε μόνο διπλωματική σημασία.
Είχε και ένα βαθύτερο, σχεδόν προεκλογικό μήνυμα.
Ο Λευκός Οίκος, σύμφωνα με το δημοσίευμα, φέρεται να έχει ήδη επιλέξει με ποιον πρωθυπουργό επιθυμεί να συνεχίσει τη συνεργασία του μετά τις εκλογές του 2027.
Πολύ ενδιαφέρον!
Δηλαδή, πριν ακόμη ψηφίσουν οι Έλληνες πολίτες, πληροφορούμαστε ποιος πρωθυπουργός εξυπηρετεί καλύτερα τις προτιμήσεις της Ουάσιγκτον.
Και αυτό παρουσιάζεται ως πολιτικό πλεονέκτημα του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Μόνο που υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια.
Τον πρωθυπουργό της Ελλάδας δεν τον επιλέγει ο Λευκός Οίκος. Τον αναδεικνύει η ελληνική κοινοβουλευτική διαδικασία, με βάση την ψήφο των Ελλήνων πολιτών.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να επιθυμούν τη συνέχιση μιας συνεργασίας.
Μπορούν να αξιολογούν θετικά μια κυβέρνηση.
Μπορούν να αναπτύσσουν στενές σχέσεις με έναν πρωθυπουργό.
Αλλά αυτό δεν μετατρέπει τις αμερικανικές προτιμήσεις σε εκλογικό επιχείρημα που οφείλουν να αποδεχθούν οι Έλληνες.
Και, κυρίως, η επίσκεψη ενός Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι ο Λευκός Οίκος έχει πάρει θέση υπέρ συγκεκριμένου υποψηφίου στις επόμενες ελληνικές εκλογές.
Αυτή είναι ερμηνεία κυβερνητικών κύκλων, όχι τεκμηριωμένη δημόσια δήλωση της αμερικανικής κυβέρνησης.
Αν υπάρχει τέτοια επίσημη τοποθέτηση, ας παρουσιαστεί.
Διαφορετικά, καλό θα ήταν να μη μετατρέπεται η διπλωματία σε προεκλογικό φυλλάδιο.
Η μεγάλη στρατηγική: Μην ψηφίσετε χαλαρά, γιατί μπορεί να φύγει ο Μητσοτάκης!
Το δεύτερο στοιχείο του κυβερνητικού σχεδιασμού είναι ακόμη πιο αποκαλυπτικό.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο πρωθυπουργός επιδιώκει να περιορίσει τη λεγόμενη «χαλαρή ψήφο».
Να πείσει δηλαδή τους πολίτες ότι δεν μπορούν να ψηφίσουν κάποιο μικρότερο κόμμα στις πρώτες εκλογές, θεωρώντας ότι θα έχουν αργότερα μια δεύτερη ευκαιρία να στηρίξουν τη ΝΔ.
Εδώ, ασφαλώς, υπάρχει μια θεμιτή επισήμανση.
Οι δεύτερες εκλογές δεν είναι αυτόματη διαδικασία ούτε αποτελούν εγγυημένο δεύτερο γύρο, όπως συμβαίνει στις δημοτικές εκλογές.
Κάθε εθνική εκλογική αναμέτρηση έχει αυτοτελές πολιτικό και θεσμικό αποτέλεσμα.
Όμως άλλο πράγμα η σωστή ενημέρωση για τον εκλογικό νόμο και άλλο η προσπάθεια να παρουσιαστεί η ψήφος διαμαρτυρίας ως επικίνδυνο λάθος.
Ο πολίτης δεν έχει υποχρέωση να ψηφίσει με βάση το τι διευκολύνει τον πρωθυπουργό.
Έχει δικαίωμα να ψηφίσει το κόμμα που θεωρεί ότι τον εκφράζει.
Ακόμη κι αν αυτή η επιλογή δυσκολεύει τη Νέα Δημοκρατία.
Ακόμη κι αν μειώνει τις πιθανότητες αυτοδυναμίας.
Ακόμη κι αν οδηγεί σε διαφορετικούς κυβερνητικούς συσχετισμούς.
Η ψήφος δεν είναι δάνειο προς τον Μητσοτάκη, που πρέπει να επιστραφεί στην κάλπη για να μη διαταραχθεί η κυβερνητική σταθερότητα.
Το 25% γίνεται εργαλείο πολιτικής πίεσης
Ιδιαίτερη θέση στη στρατηγική του Μεγάρου Μαξίμου φαίνεται να καταλαμβάνει η συζήτηση για το 25%.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ανοίξει τη συζήτηση για την πολιτική του παραμονή σε περίπτωση ιδιαίτερα χαμηλού εκλογικού αποτελέσματος.
Το δημοσίευμα ερμηνεύει αυτή την κίνηση ως προσπάθεια να αποτραπεί η χαλαρή ψήφος.
Με άλλα λόγια, το μήνυμα προς τον ψηφοφόρο είναι περίπου το εξής:
Αν θέλεις να παραμείνει ο Μητσοτάκης, πρόσεξε πώς θα ψηφίσεις.
Αν εκφράσεις δυσαρέσκεια, μπορεί να προκαλέσεις μια εξέλιξη που δεν επιθυμείς.
Είναι μια έξυπνη επικοινωνιακή τακτική.
Αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτει κάτι σημαντικό.
Αντί να αντιμετωπιστούν οι λόγοι για τους οποίους ένας πολίτης σκέφτεται να απομακρυνθεί από τη Νέα Δημοκρατία, επιχειρείται να αυξηθεί το πολιτικό κόστος αυτής της απομάκρυνσης.
Δεν του λένε μόνο γιατί πρέπει να στηρίξει την κυβέρνηση.
Του εξηγούν τι μπορεί να πάθει η κυβερνητική παράταξη αν δεν τη στηρίξει.
Και έμμεσα τι μπορεί να πάθει η χώρα.
Η πολιτική δυσαρέσκεια, όμως, δεν εξαφανίζεται επειδή ένας πρωθυπουργός θέτει υψηλότερα το διακύβευμα της κάλπης.
Η σταθερότητα ως συνώνυμο της παραμονής Μητσοτάκη
Το βασικό προεκλογικό επιχείρημα είναι γνωστό.
Σταθερότητα.
Μια λέξη που επαναλαμβάνεται όλο και συχνότερα, σαν να αρκεί από μόνη της για να απαντήσει σε κάθε πολιτική διαφωνία.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κυβερνητική σταθερότητα έχει σημασία.
Μια χώρα χρειάζεται λειτουργικούς θεσμούς, συνέπεια στις διεθνείς υποχρεώσεις της και δυνατότητα λήψης αποφάσεων.
Όμως η σταθερότητα δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με την αυτοδυναμία ενός κόμματος.
Ούτε η αλλαγή κυβέρνησης ισοδυναμεί με αποσταθεροποίηση.
Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε η Δημοκρατία θα αντιμετώπιζε κάθε κυβερνητική εναλλαγή ως κίνδυνο.
Και αυτό θα ήταν μια εξαιρετικά παράδοξη αντίληψη.
Η σταθερότητα δεν είναι προσωπικό χαρακτηριστικό του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Είναι αποτέλεσμα θεσμών, οικονομικών πολιτικών, κοινωνικής συνοχής και αποτελεσματικής διακυβέρνησης.
Μια αυτοδύναμη κυβέρνηση μπορεί να είναι αποτελεσματική ή αναποτελεσματική.
Μια κυβέρνηση συνεργασίας μπορεί να είναι σταθερή ή ασταθής.
Το κριτήριο είναι η πολιτική της λειτουργία, όχι μόνο ο αριθμός των κομμάτων που συμμετέχουν σε αυτή.
Επιστρατεύουν ακόμη και το 2012 – Αλλά ξεχνούν τι είχε προηγηθεί
Το δημοσίευμα αναφέρει ότι ο πρωθυπουργός σκοπεύει να υπενθυμίζει τις εκλογές του Μαΐου 2012, όταν η Νέα Δημοκρατία και ο ΣΥΡΙΖΑ συγκέντρωσαν ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά.
Η αναφορά χρησιμοποιείται για να υποστηριχθεί ο κίνδυνος πολιτικής αστάθειας.
Μόνο που εδώ υπάρχει ένα σοβαρό ιστορικό πρόβλημα.
Η Ελλάδα δεν οδηγήθηκε στα μνημόνια επειδή στις εκλογές του 2012 δεν προέκυψε αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Το πρώτο μνημόνιο είχε υπογραφεί το 2010.
Το δεύτερο είχε συμφωνηθεί πριν από τις εκλογές του Μαΐου 2012.
Η οικονομική κρίση, η δημοσιονομική κατάρρευση και η απώλεια πρόσβασης στις αγορές είχαν προηγηθεί.
Επομένως, η παρουσίαση του εκλογικού κατακερματισμού του 2012 ως αιτίας της πολυετούς μνημονιακής περιπέτειας αντιστρέφει τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων.
Οι εκλογές εκείνης της περιόδου αποτύπωσαν σε μεγάλο βαθμό μια βαθιά οικονομική και πολιτική κρίση που ήδη εξελισσόταν.
Δεν τη δημιούργησαν από το μηδέν.
Η ιστορική εμπειρία μπορεί να προσφέρει χρήσιμα συμπεράσματα.
Αλλά πρέπει να παρουσιάζεται ολόκληρη.
Όχι μόνο στο σημείο που εξυπηρετεί το σημερινό προεκλογικό αφήγημα.
Ο Μητσοτάκης έχει μεγαλύτερη αποδοχή από τη ΝΔ – Και λοιπόν;
Ένα ακόμη επιχείρημα αφορά την προσωπική αποδοχή του πρωθυπουργού.
Το δημοσίευμα αναφέρει ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίζει αποδοχή 36%–40%, ενώ η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται περίπου στο 31%.
Πρόκειται για ποσοστά που αποδίδονται σε κυβερνητικές εκτιμήσεις, χωρίς στο συγκεκριμένο κείμενο να παρατίθενται τα αναλυτικά στοιχεία της έρευνας.
Αλλά ακόμη κι αν δεχθούμε ότι ο πρωθυπουργός διαθέτει υψηλότερη προσωπική αποδοχή από το κόμμα του, τι ακριβώς αποδεικνύει αυτό;
Ότι υπάρχουν πολίτες που τον αξιολογούν θετικότερα από τη Νέα Δημοκρατία.
Δεν αποδεικνύει ότι αυτοί οι πολίτες είναι υποχρεωμένοι να ψηφίσουν ΝΔ.
Ούτε ότι η θετική αξιολόγηση ενός πολιτικού προσώπου μετατρέπεται αυτομάτως σε ψήφο.
Η πολιτική εμπιστοσύνη είναι σύνθετη υπόθεση.
Και η κάλπη δεν αποτελεί δημοψήφισμα προσωπικής συμπάθειας.
Η Κομισιόν εγκρίνει ενεργειακή ευελιξία – Και αυτό γίνεται προεκλογικό επιχείρημα
Στην ίδια επιχειρηματολογία εντάσσεται και η ευρωπαϊκή έγκριση δημοσιονομικής ευελιξίας για ενεργειακές παρεμβάσεις.
Πρόκειται για εξέλιξη που μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετο χώρο για επενδύσεις και στήριξη της οικονομίας.
Αλλά χρειάζεται να ξεκαθαριστεί κάτι.
Η δημοσιονομική δυνατότητα δεν ισοδυναμεί με άμεση καταβολή χρημάτων στους πολίτες.
Ούτε μια ευρωπαϊκή έγκριση σημαίνει ότι όλα τα σχετικά προγράμματα έχουν ήδη υλοποιηθεί.
Η πραγματική αξία της θα φανεί από τα μέτρα που θα εφαρμοστούν, τους δικαιούχους που θα ωφεληθούν και το τελικό οικονομικό αποτέλεσμα.
Το ίδιο ισχύει για τις επιδοτήσεις ενέργειας και θέρμανσης.
Οι πολίτες δεν αξιολογούν την ενεργειακή πολιτική μόνο από το ύψος μιας επιδότησης.
Την αξιολογούν από το ποσό που πληρώνουν τελικά.
Αν το κόστος αυξάνεται περισσότερο από την ενίσχυση, η επιδότηση μπορεί να περιορίζει την επιβάρυνση χωρίς να την εξαλείφει.
Επομένως, η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάζει όχι μόνο πόσα χρήματα διαθέτει, αλλά και πόσο μειώνεται το πραγματικό κόστος για τα νοικοκυριά.
Η μεγαλύτερη αδυναμία του κυβερνητικού αφηγήματος
Υπάρχει ένα ερώτημα που παραμένει αναπάντητο πίσω από όλες αυτές τις προεκλογικές αναλύσεις.
Αν η κυβέρνηση θεωρεί ότι έχει επιτύχει τόσο σημαντική οικονομική ανάπτυξη, διπλωματική αναβάθμιση και πολιτική σταθερότητα, γιατί χρειάζεται να επενδύει τόσο έντονα στον φόβο της εναλλακτικής επιλογής;
Γιατί να μην αρκεστεί στον απολογισμό της;
Γιατί να μην παρουσιάσει τα αποτελέσματά της και να αφήσει τους πολίτες να αποφασίσουν;
Γιατί πρέπει κάθε πιθανή απομάκρυνση ψηφοφόρων να συνδέεται με τον κίνδυνο ακυβερνησίας;
Η απάντηση βρίσκεται πιθανότατα στην ίδια την πολιτική στρατηγική.
Η κυβέρνηση επιδιώκει να μετατρέψει την εκλογική αναμέτρηση από αξιολόγηση της κυβερνητικής θητείας σε δίλημμα αποφυγής κινδύνου.
Αντί ο πολίτης να αναρωτηθεί αν είναι ικανοποιημένος από την κυβερνητική πολιτική, καλείται να αναρωτηθεί τι μπορεί να συμβεί αν δεν παραμείνει ο Μητσοτάκης.
Είναι δύο εντελώς διαφορετικά ερωτήματα.
Και η διαφορά τους είναι πολιτικά καθοριστική.
Η χώρα δεν χρειάζεται άδεια από την Ουάσιγκτον για να αλλάξει κυβέρνηση
Ας επιστρέψουμε στο σημείο από το οποίο ξεκίνησε όλη αυτή η συζήτηση.
Η επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα μπορεί να αποτελεί σημαντική διπλωματική εξέλιξη.
Οι σχέσεις Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών είναι σημαντικές και η συνέχισή τους εξυπηρετεί ευρύτερα στρατηγικά συμφέροντα.
Αλλά αυτές οι σχέσεις δεν αποτελούν προσωπική ιδιοκτησία ενός πρωθυπουργού.
Αποτελούν διακρατικές σχέσεις.
Και πρέπει να μπορούν να συνεχίζονται ανεξάρτητα από το ποιο κόμμα βρίσκεται στην κυβέρνηση.
Αν κάθε αλλαγή πρωθυπουργού αντιμετωπίζεται ως απειλή για τη διεθνή θέση της χώρας, τότε υποβαθμίζεται η θεσμική συνέχεια του ελληνικού κράτους.
Και αν η προτίμηση που αποδίδεται σε μια ξένη κυβέρνηση χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για την εσωτερική εκλογική αναμέτρηση, τότε δημιουργείται ένα ακόμη σοβαρότερο πολιτικό ερώτημα.
Από πότε η προτίμηση της Ουάσιγκτον αποτελεί κριτήριο για το τι πρέπει να ψηφίσει ο Έλληνας πολίτης;
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει κάθε δικαίωμα να ζητήσει νέα εντολή.
Έχει δικαίωμα να υπερασπιστεί το κυβερνητικό του έργο.
Έχει δικαίωμα να υποστηρίξει ότι η αυτοδυναμία της ΝΔ αποτελεί την καλύτερη επιλογή.
Αλλά δεν μπορεί η παραμονή του στην εξουσία να παρουσιάζεται ως προϋπόθεση εθνικής ασφάλειας και σταθερότητας.
Γιατί τότε το πολιτικό μήνυμα παύει να είναι «ψηφίστε μας επειδή κυβερνήσαμε καλά».
Και μετατρέπεται σε κάτι πολύ διαφορετικό:
«Ψηφίστε μας γιατί διαφορετικά δεν ξέρουμε τι μπορεί να συμβεί».
Μόνο που η Δημοκρατία δεν λειτουργεί με εγγυήσεις μονιμότητας για κανέναν πρωθυπουργό.
Και οι Έλληνες πολίτες δεν χρειάζονται ούτε την έγκριση του Λευκού Οίκου ούτε την άδεια του Μεγάρου Μαξίμου για να αποφασίσουν ποιος θα κυβερνήσει τη χώρα.



