Αν κάποιος διάβαζε μόνο την τοποθέτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη στη συνάντησή του με τον Μάρκο Ρούμπιο στο Μέγαρο Μαξίμου, θα μπορούσε εύκολα να πιστέψει ότι η Ελλάδα βρίσκεται ένα βήμα πριν αποκτήσει ειδικό καθεστώς υπερδύναμης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις βρίσκονται σε «ιστορικά υψηλό επίπεδο».
Η Ελλάδα είναι «πυλώνας σταθερότητας».
Είναι «γέφυρα».
Είναι ενεργειακός κόμβος.
Είναι πάροχος ενεργειακής ασφάλειας.
Και, κυρίως, είναι ένας «απαραίτητος εταίρος» για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ωραία όλα αυτά.
Μόνο που στις διεθνείς σχέσεις υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια:
Δεν έχει τόση σημασία τι δηλώνεις εσύ ότι είσαι για την άλλη χώρα.
Έχει μεγαλύτερη σημασία τι δηλώνει η άλλη χώρα ότι είναι διατεθειμένη να κάνει για εσένα.
Και κάπου εκεί η συζήτηση αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Ο Μητσοτάκης περιέγραψε μια σχέση σχεδόν αναντικατάστατη
Ο πρωθυπουργός δεν τσιγκουνεύτηκε τις μεγάλες λέξεις.
Παρουσίασε μια Ελλάδα που βρίσκεται στο κέντρο ενός γεωπολιτικού δικτύου ανάμεσα στην Ευρώπη, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Μέση Ανατολή και στις χώρες του Κόλπου.
Τόνισε τις επενδύσεις που έχει πραγματοποιήσει η χώρα ώστε να λειτουργεί ως πύλη εισόδου αμερικανικού LNG στην Ευρώπη.
Μίλησε για τη ναυτιλία.
Για τη συνδεσιμότητα.
Για την ελευθερία της ναυσιπλοΐας.
Για την ενεργειακή ασφάλεια.
Και όλα αυτά είναι πραγματικά πεδία σύγκλισης συμφερόντων Ελλάδας και ΗΠΑ.
Το ερώτημα όμως είναι άλλο:
Τι παίρνει η Ελλάδα ως συγκεκριμένο γεωπολιτικό αντάλλαγμα από αυτή την αναβάθμιση;
Γιατί στις διεθνείς σχέσεις οι φιλοφρονήσεις είναι δωρεάν.
Οι δεσμεύσεις κοστίζουν.
Και μετά μίλησε ο Ρούμπιο
Η απάντηση του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών ήταν θερμή.
Μίλησε για ιστορική συμμαχία.
Για κοινή κουλτούρα.
Για κοινές αξίες.
Για οικονομία.
Για εμπόριο.
Για θαλάσσια ασφάλεια.
Για ενέργεια.
Για έναν «ισχυρό εταίρο».
Και για μια σχέση που μπορεί να γίνει ακόμη ισχυρότερη.
Μέχρι εδώ όλα εξαιρετικά.
Αλλά αξίζει να προσέξει κανείς και τι δεν είπε, τουλάχιστον σε αυτόν τον δημόσιο διάλογο.
Δεν ακούσαμε κάποια ειδική αμερικανική δέσμευση για τα ελληνοτουρκικά.
Δεν ακούσαμε συγκεκριμένη τοποθέτηση για ελληνικές θαλάσσιες ζώνες.
Δεν ακούσαμε συγκεκριμένη δέσμευση για κάποιο επίμαχο έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης.
Δεν ακούσαμε κάποια διατύπωση που να μετατρέπει το αμερικανικό ενδιαφέρον για τα «διεθνή δικαιώματα στη θάλασσα» σε ειδική εγγύηση υπέρ των ελληνικών θέσεων.
Ακούσαμε τη γλώσσα που γνωρίζει άριστα η αμερικανική διπλωματία:
συμμαχία, σταθερότητα, κοινά συμφέροντα, αμοιβαίο όφελος.
Δηλαδή εξαιρετικά θετικά λόγια, χωρίς να υπογράφεται λευκή επιταγή.
«Αμοιβαία επωφελής»
Αυτή ίσως είναι η σημαντικότερη φράση του Ρούμπιο.
Η σχέση, είπε, πρέπει να οικοδομείται με τρόπο «αμοιβαία επωφελή».
Και κάπως έτσι, πίσω από τα χαμόγελα και τις ιστορικές αναφορές, επιστρέφουμε στον πραγματικό κόσμο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν κάνουν εξωτερική πολιτική επειδή συγκινούνται από την αρχαία Αθήνα.
Κάνουν εξωτερική πολιτική βάσει συμφερόντων.
Θέλουν ενεργειακές διαδρομές.
Θέλουν αμερικανικό LNG στην ευρωπαϊκή αγορά.
Θέλουν ασφάλεια στη ναυσιπλοΐα.
Θέλουν στρατηγικούς εταίρους σε μια εξαιρετικά ασταθή περιοχή.
Θέλουν εμπορικές ευκαιρίες.
Και η Ελλάδα μπορεί πράγματι να προσφέρει πολλά από αυτά.
Άρα το ζήτημα για την ελληνική κυβέρνηση δεν είναι να μας αποδείξει πόσο χρήσιμη είναι η Ελλάδα στις ΗΠΑ.
Το βλέπουμε.
Το ζήτημα είναι πόσο αυτή η χρησιμότητα μετατρέπεται σε απτά ελληνικά γεωπολιτικά κέρδη.
Από «απαραίτητος εταίρος» σε «ισχυρό εταίρο»
Υπάρχει μάλιστα μια ενδιαφέρουσα διαφορά στη γλώσσα των δύο ανδρών.
Ο Μητσοτάκης είπε ουσιαστικά στον Ρούμπιο:
είμαστε απαραίτητος εταίρος για εσάς.
Ο Ρούμπιο απάντησε μιλώντας για έναν «ισχυρό εταίρο».
Δεν είναι εχθρική απάντηση.
Κάθε άλλο.
Αλλά στη διπλωματία οι λέξεις έχουν σημασία.
«Ισχυρός εταίρος» είναι ένα εξαιρετικό κομπλιμέντο.
«Απαραίτητος» σημαίνει κάτι περισσότερο.
Και ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, τουλάχιστον δημοσίως, δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να επαναλάβει τον ελληνικό χαρακτηρισμό.
Μικρή λεπτομέρεια;
Ίσως.
Αλλά η εξωτερική πολιτική αποτελείται πολλές φορές ακριβώς από τέτοιες μικρές λεπτομέρειες.
Η Ελλάδα δίνει. Το ερώτημα είναι τι παίρνει
Η κυβέρνηση δικαιούται να υποστηρίζει ότι έχει αναβαθμίσει τις σχέσεις Ελλάδας–ΗΠΑ.
Υπάρχει στενή αμυντική συνεργασία.
Υπάρχει ενεργειακή συνεργασία.
Υπάρχουν αμερικανικά στρατηγικά συμφέροντα στην Ελλάδα.
Υπάρχει αυξημένη γεωπολιτική σημασία της χώρας.
Αλλά ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να τίθεται ακόμη πιο επίμονα το ερώτημα:
Τι κερδίζει η Ελλάδα;
Όχι σε χειραψίες.
Όχι σε φιλοφρονήσεις.
Όχι σε αναφορές στον Περικλή και στην αρχαία Αθήνα.
Σε πραγματική ισχύ.
Σε συγκεκριμένες δεσμεύσεις.
Σε διπλωματική υποστήριξη όταν τα ελληνικά συμφέροντα συγκρούονται με τα συμφέροντα άλλων αμερικανικών εταίρων.
Και κυρίως όταν απέναντι βρίσκεται η Τουρκία.
Γιατί εκεί δοκιμάζεται στην πράξη το περίφημο «ιστορικά υψηλό επίπεδο».
Η Ουάσιγκτον έχει και άλλους φίλους στην περιοχή
Αυτό είναι το κομμάτι που συχνά εξαφανίζεται από την εγχώρια πανηγυρική αφήγηση.
Η Ελλάδα είναι σημαντική για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στρατηγική σχέση και με την Τουρκία.
Και η Ουάσιγκτον παραδοσιακά δεν αντιμετωπίζει την Ανατολική Μεσόγειο ως ποδοσφαιρικό παιχνίδι όπου πρέπει να φορέσει είτε γαλανόλευκη είτε τουρκική φανέλα.
Προσπαθεί να διατηρεί ισορροπίες σύμφωνα με τα δικά της συμφέροντα.
Άρα η Αθήνα οφείλει να κάνει ακριβώς το ίδιο:
να χρησιμοποιεί τη συμμαχία για την προώθηση των δικών της συμφερόντων.
Όχι να μετατρέπει κάθε θερμή αμερικανική δήλωση σε εθνικό θρίαμβο.
Πολύ καλές σχέσεις. Και πολύ καλά κάνουμε.
Δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποτιμηθεί η σημασία των καλών σχέσεων Ελλάδας–ΗΠΑ.
Το αντίθετο.
Σε ένα εξαιρετικά ασταθές διεθνές περιβάλλον, η στενή σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελεί σημαντικό στρατηγικό κεφάλαιο για την Ελλάδα.
Αλλά άλλο αυτό και άλλο η πολιτική υπερπαραγωγή.
Γιατί όσο περισσότερο η κυβέρνηση ανεβάζει τον πήχη με εκφράσεις όπως «απαραίτητος εταίρος» και «ιστορικά υψηλά», τόσο περισσότερο δικαιούται ο πολίτης να ρωτά:
Ωραία. Πού ακριβώς εξαργυρώνουμε αυτή την αναβάθμιση;
Ο Ρούμπιο ήταν φιλικός.
Ήταν θερμός.
Αναγνώρισε τη σημασία της Ελλάδας.
Μίλησε για ενίσχυση της σχέσης.
Αλλά παρέμεινε Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών.
Δεν ήρθε στην Αθήνα για να ανακοινώσει ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική ταυτίζεται πλέον με την ελληνική.
Και ίσως αυτή να είναι η χρησιμότερη ανάγνωση της συνάντησης.
Λιγότερη αυτοϊκανοποίηση για το πόσο απαραίτητοι είμαστε και περισσότερη συζήτηση για το τι ακριβώς εξασφαλίζουμε επειδή είμαστε τόσο απαραίτητοι.
Γιατί στις διεθνείς σχέσεις το «μας αγαπούν» είναι ευχάριστο.
Το «τι κερδίσαμε;» όμως είναι πολιτική.



