Μητσοτάκης για Σαμαρά: Η μεγάλη παραδοχή στη ΔΕΘ – «Μπορεί να κάνει κακό στην παράταξη»

Μπορεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης να επιχείρησε να κλείσει τη συζήτηση για ένα πιθανό κόμμα του Αντώνη Σαμαρά χαρακτηρίζοντας το σχετικό ερώτημα πολλαπλώς υποθετικό, όμως μέσα σε λίγα λεπτά είπε ίσως περισσότερα απ’ όσα θα ήθελε.

Και κυρίως έκανε μια πολιτικά πολύ σημαντική παραδοχή.

Ο Αντώνης Σαμαράς, σύμφωνα πλέον με τα ίδια τα λόγια του πρωθυπουργού, μπορεί να κάνει ζημιά στη Νέα Δημοκρατία.

Η φράση του Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν εξαιρετικά συγκεκριμένη:

«Διαθέτει τεχνογνωσία στο πώς να κάνει κακό στην παράταξη. Ελπίζω να μην τη χρησιμοποιήσει».

Προφανώς, η αιχμή παραπέμπει ευθέως στα γεγονότα του 1993 και στην πτώση της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Μόνο που βρισκόμαστε στο 2026.

Και η φράση «ελπίζω να μην τη χρησιμοποιήσει» δεν αφορά μόνο το παρελθόν.

Αφορά πρωτίστως αυτό που μπορεί να συμβεί από εδώ και πέρα.

Και αυτό αλλάζει τα δεδομένα.

Η παραδοχή που μέχρι τώρα κανείς στο Μαξίμου δεν έκανε τόσο καθαρά

Εδώ και μήνες υπάρχει μια ολόκληρη συζήτηση γύρω από το ενδεχόμενο δημιουργίας κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά.

Πόσο θα πάρει;

Θα μπει στη Βουλή;

Από πού θα αντλήσει ψηφοφόρους;

Πόσο θα κόψει από τη Νέα Δημοκρατία;

Μπορεί να στερήσει την αυτοδυναμία από τον Κυριάκο Μητσοτάκη;

Μέχρι σήμερα όλα αυτά μπορούσαν εύκολα να αποδίδονται σε δημοσιογραφικές εκτιμήσεις, δημοσκοπικά σενάρια ή ακόμη και σε προσδοκίες ανθρώπων που θα ήθελαν να δουν ένα νέο κόμμα στα δεξιά της ΝΔ.

Τώρα όμως υπάρχει κάτι διαφορετικό.

Υπάρχουν τα λόγια του ίδιου του πρωθυπουργού:

«Ελπίζω να μην τη χρησιμοποιήσει».

Για να ελπίζεις ότι κάποιος δεν θα χρησιμοποιήσει τη δυνατότητά του να σου προκαλέσει ζημιά, πρέπει πρώτα να αναγνωρίζεις ότι διαθέτει αυτή τη δυνατότητα.

Αυτό ακριβώς έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Και μάλιστα δεν μίλησε για ζημιά στον ίδιο.

Δεν μίλησε για ζημιά στην κυβέρνησή του.

Μίλησε για ζημιά «στην παράταξη».

Δηλαδή στη Νέα Δημοκρατία.

Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη πολιτική είδηση που βγήκε από τη συγκεκριμένη απάντηση στη ΔΕΘ.

Από το «δεν έχει κάνει κόμμα» στο «ελπίζω να μη μας κάνει κακό»

Και εδώ εμφανίζεται η πρώτη μεγάλη αντίφαση.

Ο πρωθυπουργός ξεκίνησε την απάντησή του απολύτως λογικά:

«Μου ζητάτε να απαντήσω σε τρία υποθετικά ερωτήματα».

Και πράγματι έτσι είναι.

Για να φτάσουμε σε κυβέρνηση συνεργασίας ΝΔ και Σαμαρά πρέπει πρώτα:

ο Σαμαράς να ιδρύσει κόμμα,

το κόμμα να κατέβει στις εκλογές,

να περάσει το 3%,

να μην υπάρξει αυτοδυναμία,

και η κοινοβουλευτική αριθμητική να επιτρέπει μια τέτοια συνεργασία.

Σωστά.

Το κόμμα Σαμαρά σήμερα δεν υπάρχει.

Μόνο που λίγες στιγμές αργότερα ο πρωθυπουργός έφτασε να προειδοποιεί τον Αντώνη Σαμαρά να μη χρησιμοποιήσει την «τεχνογνωσία» που διαθέτει για να κάνει κακό στην παράταξη.

Και κάπου εδώ η πολιτική πραγματικότητα γίνεται εξαιρετικά ενδιαφέρουσα:

Το κόμμα δεν υπάρχει ακόμη, αλλά η πιθανή ζημιά που μπορεί να προκαλέσει απασχολεί ήδη δημοσίως τον πρωθυπουργό της χώρας.

Αυτό δύσκολα μπορεί να παρουσιαστεί πλέον ως αδιάφορο πολιτικό σενάριο.

Αν ο Σαμαράς δεν αποτελεί κίνδυνο, γιατί χρειάζεται προειδοποίηση;

Αυτό είναι το ερώτημα που προκύπτει σχεδόν αυτόματα.

Εάν ένα πιθανό κόμμα Σαμαρά δεν έχει εκλογική δυναμική, γιατί ο πρωθυπουργός ασχολείται;

Εάν ο πρώην πρωθυπουργός δεν διαθέτει ακροατήριο μέσα στην παραδοσιακή βάση της Νέας Δημοκρατίας, γιατί χρειάζεται υπενθύμιση του 1993;

Εάν δεν μπορεί να προκαλέσει ουσιαστικές απώλειες, γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης τού ζητά ουσιαστικά να σκεφτεί δύο φορές τις επόμενες κινήσεις του;

Και κυρίως:

γιατί του μιλά για την υστεροφημία του;

Ο πραγματικά ακίνδυνος πολιτικός αντίπαλος δεν χρειάζεται δημόσιες προειδοποιήσεις.

Αγνοείται.

Ο Σαμαράς κάθε άλλο παρά αγνοείται.

«Θα σκεφτεί καλύτερα την υστεροφημία του»

Αυτή η αναφορά του πρωθυπουργού έχει επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπενθύμισε ότι:

«Η Νέα Δημοκρατία τον δέχθηκε πίσω, ο κ. Σαμαράς υπηρέτησε ως πρωθυπουργός, η παράταξη τον τίμησε».

Και στη συνέχεια εξέφρασε την ελπίδα ότι ο πρώην πρωθυπουργός θα σκεφτεί καλύτερα την υστεροφημία του.

Ας δούμε, όμως, ολόκληρη την ιστορική εικόνα.

Ναι, η Νέα Δημοκρατία δέχθηκε πίσω τον Αντώνη Σαμαρά.

Αλλά αυτόν τον άνθρωπο που «δέχθηκε πίσω» η ΝΔ, η ίδια η κομματική βάση τον εξέλεξε πρόεδρό της το 2009.

Και στη συνέχεια έγινε πρωθυπουργός της Ελλάδας.

Δεν πρόκειται, επομένως, για κάποιο περιφερειακό στέλεχος στο οποίο η παράταξη έκανε μια πολιτική χάρη.

Μιλάμε για πρώην πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας και πρώην πρωθυπουργό.

Και υπάρχει μια ακόμη λεπτομέρεια που δεν μπορεί να διαγραφεί από την ιστορία:

ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπήρξε υπουργός της κυβέρνησης Σαμαρά.

Άρα το «η ΝΔ τον δέχθηκε πίσω» είναι ιστορικά αληθές.

Αλλά είναι μόνο ένα κομμάτι της ιστορίας.

Η «τεχνογνωσία» ξαναφέρνει το 1993 στο 2026

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη πολιτική φαντασία για να καταλάβει κανείς σε τι αναφερόταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης όταν μίλησε για «τεχνογνωσία» του Αντώνη Σαμαρά στο να κάνει κακό στην παράταξη.

Το 1993 εξακολουθεί να αποτελεί μια από τις βαθύτερες πληγές στην ιστορία της κεντροδεξιάς.

Όμως έχουν περάσει περισσότερες από τρεις δεκαετίες.

Και στο μεταξύ ο Σαμαράς:

επέστρεψε στη Νέα Δημοκρατία,

εξελέγη πρόεδρός της,

έγινε πρωθυπουργός,

ηγήθηκε της παράταξης σε αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις

και παρέδωσε αργότερα την ηγεσία της.

Επομένως υπάρχει κάτι προβληματικό όταν το 1993 επιστρατεύεται ξανά το 2026 ως κεντρικό επιχείρημα.

Αν θέλουμε να κρίνουμε τον Αντώνη Σαμαρά σήμερα, πρέπει να τον κρίνουμε για τις σημερινές πολιτικές του θέσεις.

Όχι να ξανανοίγουμε έναν οικογενειακό και πολιτικό λογαριασμό 33 ετών.

Εκεί όπου ο Μητσοτάκης έχει πραγματικό πολιτικό επιχείρημα

Υπάρχει, πάντως, ένα σημείο της απάντησης του πρωθυπουργού που είναι πολύ σοβαρότερο από τις αναφορές στην υστεροφημία και στο 1993.

Η εξωτερική πολιτική.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είπε:

«Με όσα έχει πει, αμφισβητεί ευθέως τον πυρήνα της εξωτερικής πολιτικής. Δεν βλέπω κανένα περιθώριο συνεννόησης».

Εδώ υπάρχει πραγματική πολιτική διαφωνία.

Και εδώ πρέπει να γίνει η συζήτηση.

Ο Σαμαράς έχει ασκήσει επανειλημμένα σκληρή κριτική στην κυβερνητική πολιτική απέναντι στην Τουρκία και στη λογική των «ήρεμων νερών».

Η κυβέρνηση θεωρεί ότι ο διάλογος με την Τουρκία, χωρίς υποχώρηση από τις ελληνικές θέσεις, μειώνει τις εντάσεις και ενισχύει τη χώρα.

Αυτή είναι μια πραγματική πολιτική αντιπαράθεση.

Και εδώ ο καθένας μπορεί να κριθεί για τις θέσεις του.

Αυτό είναι πολύ πιο ουσιαστικό από το να συζητάμε ποιος έκανε τι το 1993.

Αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα: Ποιος εκφράζει την «παράταξη»;

Η λέξη που χρησιμοποίησε ο πρωθυπουργός δεν είναι τυχαία.

Δεν είπε ότι ο Σαμαράς μπορεί να κάνει κακό «στη ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη».

Είπε:

«στην παράταξη».

Μόνο που αυτό ακριβώς βρίσκεται σήμερα στον πυρήνα της διαφωνίας των δύο ανδρών.

Ο Αντώνης Σαμαράς ισχυρίζεται, επί της ουσίας, ότι η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει απομακρυνθεί σε σημαντικά ζητήματα από την παραδοσιακή ιδεολογική φυσιογνωμία της κεντροδεξιάς παράταξης.

Η κυβέρνηση απαντά ότι έχει διευρύνει τη ΝΔ, χωρίς να έχει εγκαταλείψει τις βασικές αρχές της.

Αυτή είναι θεμιτή πολιτική σύγκρουση.

Αλλά τότε δεν μπορεί ο ένας από τους δύο να ορίζει μονομερώς τον εαυτό του ως την «παράταξη» και τον άλλον ως εκείνον που της προκαλεί ζημιά.

Τελικά ποιος αποφασίζει ποια είναι η παράταξη;

Η εκάστοτε ηγεσία;

Οι πρώην πρόεδροί της;

Τα μέλη;

Η ιστορική της φυσιογνωμία;

Ή, τελικά, οι ψηφοφόροι της;

Η απάντηση θα δοθεί μόνο πολιτικά.

Το πραγματικό άγχος είναι η εκλογική αριθμητική

Και εδώ πρέπει να αφήσουμε τις προσωπικές σχέσεις και να κοιτάξουμε τους αριθμούς.

Για τη Νέα Δημοκρατία το κρίσιμο ζήτημα ενός πιθανού κόμματος Σαμαρά δεν είναι αν θα πάρει 15% ή 20%.

Δεν χρειάζεται να πάρει τόσο.

Εάν η ΝΔ διεκδικεί αυτοδυναμία, ακόμη και μια σχετικά περιορισμένη μετακίνηση ψηφοφόρων προς ένα νέο κόμμα στα δεξιά της μπορεί να αποκτήσει δυσανάλογα μεγάλη πολιτική σημασία.

Και γι’ αυτό έχει σημασία η φράση Μητσοτάκη.

«Ελπίζω να μην τη χρησιμοποιήσει».

Διότι ο πραγματικός φόβος δεν χρειάζεται να είναι ότι ο Σαμαράς θα αντικαταστήσει τη Νέα Δημοκρατία.

Αρκεί να της στερήσει ένα κρίσιμο κομμάτι ψηφοφόρων.

Αρκεί να καταστήσει δυσκολότερη την αυτοδυναμία.

Αρκεί να μετατρέψει ένα τμήμα της δυσαρέσκειας στα δεξιά της ΝΔ από διάσπαρτη ψήφο διαμαρτυρίας σε συγκροτημένη πολιτική επιλογή.

Και τότε ολόκληρη η μετεκλογική εξίσωση μπορεί να αλλάξει.

Και κάπου εδώ καταρρέει το επιχείρημα περί «πολιτικά αδιάφορου Σαμαρά»

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα.

Δεν μπορεί ταυτόχρονα ο Σαμαράς να είναι:

ένας πολιτικός του παρελθόντος,

χωρίς ιδιαίτερη κοινωνική δυναμική,

χωρίς κόμμα,

χωρίς προοπτική,

και την ίδια στιγμή να χρειάζεται ο ίδιος ο πρωθυπουργός να του απευθύνει από τη ΔΕΘ δημόσια προειδοποίηση να μη χρησιμοποιήσει την ικανότητά του «να κάνει κακό στην παράταξη».

Κάτι από τα δύο δεν στέκει.

Και η σημερινή δήλωση Μητσοτάκη μάλλον μας δείχνει ποιο.

Ο Μητσοτάκης δεν απέρριψε απλώς τη συνεργασία – αναγνώρισε τον κίνδυνο

Γι’ αυτό και η σημαντικότερη είδηση από την απάντηση του πρωθυπουργού δεν είναι τελικά ότι δεν βλέπει σήμερα περιθώριο συνεργασίας με τον Αντώνη Σαμαρά.

Αυτό ήταν σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενο.

Η πραγματική είδηση βρίσκεται αλλού:

Για πρώτη φορά έχουμε από τα ίδια τα χείλη του Κυριάκου Μητσοτάκη μια τόσο καθαρή αναγνώριση ότι οι κινήσεις Σαμαρά μπορούν να προκαλέσουν πολιτική ζημιά στη Νέα Δημοκρατία.

Μπορεί να το έντυσε με την ειρωνική αναφορά περί «τεχνογνωσίας».

Μπορεί να το συνέδεσε με το 1993.

Μπορεί να το παρουσίασε ως έκκληση προς τον πρώην πρωθυπουργό να προστατεύσει την υστεροφημία του.

Η ουσία, όμως, δεν αλλάζει.

«Ελπίζω να μην τη χρησιμοποιήσει».

Αυτές οι έξι λέξεις έχουν μεγαλύτερη πολιτική σημασία από ολόκληρη τη συζήτηση περί υποθετικών σεναρίων.

Γιατί αποτελούν παραδοχή ότι ο Σαμαράς έχει τη δυνατότητα να κάνει ζημιά.

Και πλέον αυτή δεν είναι εκτίμηση των «σαμαρικών».

Δεν είναι δημοσιογραφικό σενάριο.

Δεν είναι ερμηνεία μιας δημοσκόπησης.

Είναι φράση του ίδιου του πρωθυπουργού.

Και ίσως γι’ αυτό η σημερινή επίθεση να αποδειχθεί τελικά περισσότερο χρήσιμη για τον Αντώνη Σαμαρά παρά για τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Γιατί σε έναν πολιτικό που ακόμη δεν έχει ανακοινώσει καν κόμμα, ο πρωθυπουργός μόλις προσέφερε κάτι που δύσκολα αγοράζεται με οποιαδήποτε επικοινωνιακή καμπάνια:

την επίσημη αναγνώριση ότι μπορεί να επηρεάσει την τύχη της Νέας Δημοκρατίας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ