Μητσοτάκης στον ΣΕΒ: Η οικονομία κάνει «άλματα», το ρεύμα είναι φθηνό – αλλά η επιδότηση πάει στους βιομηχάνους

Υπάρχουν ομιλίες στις οποίες χρειάζεται να ψάξεις πολύ για να εντοπίσεις την αντίφαση.

Και υπάρχουν και ομιλίες στις οποίες η αντίφαση έρχεται μόνη της, κάθεται στην πρώτη σειρά και χειροκροτεί.

Στη Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης περιέγραψε μια Ελλάδα η οποία, αν την ακούσεις χωρίς να κοιτάξεις τον λογαριασμό του ρεύματος, το σούπερ μάρκετ, το ενοίκιο και το υπόλοιπο του τραπεζικού σου λογαριασμού, βρίσκεται περίπου ένα βήμα πριν από το οικονομικό θαύμα.

Η χώρα έκανε «άλματα».

Το δημόσιο χρέος αποκλιμακώνεται με εντυπωσιακούς ρυθμούς.

Η Ελλάδα δανείζεται φθηνότερα από τέσσερα κράτη του G7.

Η οικονομία είναι ισχυρότερη.

Οι τράπεζες μπορούν να χρηματοδοτούν την πραγματική οικονομία.

Η γραφειοκρατία περιορίζεται.

Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας προχωρούν.

Και, το καλύτερο:

«Είμαστε από τις χώρες με τις χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας».

Θαυμάσια.

Μόνο που λίγο παρακάτω στην ίδια ομιλία έρχεται η κυβέρνηση να ανακοινώσει άμεση επιδότηση του ηλεκτρικού ρεύματος για ενεργοβόρους κλάδους της βιομηχανίας, όπως τσιμέντα, τρόφιμα, χαρτικά και πλαστικά.

Και κάπου εδώ αρχίζει το μικρό πρόβλημα της λογικής.

Αφού το ρεύμα είναι τόσο φθηνό, γιατί πρέπει να το επιδοτήσουμε;

Η ερώτηση είναι σχεδόν ενοχλητικά απλή.

Εάν η Ελλάδα βρίσκεται πράγματι μεταξύ των χωρών με τις χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, γιατί χρειάζεται έκτακτη κρατική παρέμβαση για να αφαιρεθούν δεκάδες εκατομμύρια ευρώ ενεργειακού κόστους από την παραγωγή;

Προφανώς επειδή υπάρχει πραγματικό πρόβλημα ανταγωνιστικότητας και ενεργειακού κόστους.

Και καλώς εξετάζεται.

Η βιομηχανία χρειάζεται ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας. Οι ελληνικές επιχειρήσεις ανταγωνίζονται επιχειρήσεις άλλων χωρών και ένα δυσανάλογο ενεργειακό κόστος μπορεί να μεταφερθεί στις τιμές, να περιορίσει επενδύσεις και τελικά να απειλήσει θέσεις εργασίας.

Άρα η συζήτηση δεν είναι αν πρέπει να στηρίζεται η παραγωγή.

Η συζήτηση είναι άλλη:

Γιατί όταν μιλάμε για τη βιομηχανία αναγνωρίζουμε αμέσως ότι η τιμή του ρεύματος αποτελεί πρόβλημα, ενώ όταν μιλάμε για το νοικοκυριό πανηγυρίζουμε επειδή η Ελλάδα υποτίθεται ότι έχει από τις χαμηλότερες τιμές;

Το ίδιο ηλεκτρικό σύστημα είναι.

Το ίδιο ενεργειακό κόστος είναι.

Μόνο ο λογαριασμός αλλάζει χέρια.

Για τον βιομήχανο «έκτακτες συνθήκες» – για τον πολίτη «δημοσιονομικά περιθώρια»

Και εδώ βρίσκεται το πολιτικά πιο ευαίσθητο σημείο.

Ήδη διατυπώνεται η ένσταση: χρήματα για την επιδότηση ενεργοβόρων επιχειρήσεων βρίσκονται, αλλά γιατί δεν ανακοινώνεται αντίστοιχη άμεση ανακούφιση για τον απλό καταναλωτή;

Δεν σημαίνει αυτό ότι κάθε βιομηχανική επιδότηση είναι χαριστική ή λανθασμένη. Μια βιομηχανία που παράγει, εξάγει και απασχολεί εργαζόμενους αποτελεί κομμάτι της πραγματικής οικονομίας.

Αλλά η κυβέρνηση δεν μπορεί να απαιτεί από τον πολίτη να μην παρατηρεί την αντίθεση.

Όταν πιέζεται η παραγωγή, ακούμε:

«Οι έκτακτες συνθήκες θέλουν έκτακτες παρεμβάσεις».

Όταν πιέζεται το νοικοκυριό, ακούμε:

«Πρέπει να προσέξουμε τον δημοσιονομικό χώρο».

«Δεν πρέπει να στείλουμε λάθος μήνυμα στις αγορές».

«Δεν μπορούμε να θέσουμε σε κίνδυνο τη σταθερότητα».

Εντυπωσιακό πράγμα αυτή η δημοσιονομική σταθερότητα.

Έχει την τάση να γίνεται περισσότερο ελαστική όταν περνάμε την πόρτα του ΣΕΒ.

Το χρέος πέφτει. Ο λογαριασμός του πολίτη;

Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να θεωρεί αδιάφορη τη μείωση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ.

Είναι θετική εξέλιξη.

Όπως θετική είναι η πρόσβαση της χώρας στις αγορές με καλύτερους όρους.

Αλλά εδώ γίνεται το γνωστό επικοινωνιακό άλμα:

Από το «βελτιώθηκαν σημαντικοί μακροοικονομικοί δείκτες» περνάμε σχεδόν ανεπαίσθητα στο «η Ελλάδα έκανε άλματα».

Μόνο που το δημόσιο χρέος δεν είναι ο οικογενειακός προϋπολογισμός.

Ούτε η απόδοση των ελληνικών ομολόγων πληρώνει το καλάθι στο σούπερ μάρκετ.

Μπορεί ταυτόχρονα μια χώρα να εμφανίζει ισχυρότερους δημοσιονομικούς δείκτες και ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας να δυσκολεύεται από το σωρευτικό κόστος τροφίμων, ενέργειας, στέγασης και υπηρεσιών.

Αυτά τα δύο δεν αλληλοαναιρούνται.

Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η αδυναμία του κυβερνητικού αφηγήματος: παρουσιάζει συχνά τον μακροοικονομικό πίνακα σαν να αποτελεί φωτογραφία της καθημερινότητας κάθε πολίτη.

Δεν αποτελεί.

«Από το περιθώριο στο επίκεντρο της Ευρώπης»

Ο πρωθυπουργός είπε ακόμη ότι η Ελλάδα πέρασε «από το περιθώριο της Ευρώπης στο επίκεντρό της».

Ωραία φράση.

Για ομιλία στον ΣΕΒ, ακόμη καλύτερη.

Ο εργαζόμενος, όμως, δεν ζει στο «επίκεντρο της Ευρώπης».

Ζει με τον μισθό του.

Ο συνταξιούχος ζει με τη σύνταξή του.

Ο ενοικιαστής μετρά το ενοίκιο σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημά του.

Και η οικογένεια δεν ενδιαφέρεται μόνο αν μειώθηκε ο πληθωρισμός σήμερα. Ενδιαφέρεται πόσο ακριβότερο είναι το συνολικό επίπεδο τιμών σε σχέση με πριν από μερικά χρόνια.

Εδώ βρίσκεται η τεράστια διαφορά ανάμεσα στον ρυθμό αύξησης των τιμών και στο επίπεδο των τιμών.

Αν ένα προϊόν από 100 ευρώ πήγε στα 120 και στη συνέχεια ο πληθωρισμός αποκλιμακωθεί, δεν σημαίνει ότι ξαναγύρισε στα 100.

Απλώς σημαίνει ότι μπορεί να ακριβαίνει πλέον πιο αργά.

Μικρή λεπτομέρεια.

Για την κυβερνητική παρουσίαση ίσως.

Για την τσέπη, καθόλου.

Και τελικά ποιος χρειάζεται την επιδότηση;

Η ανακοίνωση προς τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις έχει και μία ακόμη ενδιαφέρουσα διάσταση.

Η κυβέρνηση ουσιαστικά παραδέχεται ότι η αγορά από μόνη της δεν μπορεί, υπό τις παρούσες συνθήκες, να εξασφαλίσει βιώσιμο ενεργειακό κόστος σε κρίσιμους παραγωγικούς κλάδους.

Γι’ αυτό παρεμβαίνει το κράτος.

Σωστά.

Αλλά τότε ας τελειώνουμε με την ιδέα ότι κάθε κρατική παρέμβαση υπέρ του καταναλωτή είναι περίπου δημοσιονομικός λαϊκισμός, ενώ η παρέμβαση υπέρ της παραγωγής είναι αυτονόητη οικονομική πολιτική.

Και οι δύο πρέπει να κρίνονται με συγκεκριμένα στοιχεία: κόστος, αποτελεσματικότητα, στόχευση και πραγματικό όφελος.

Γιατί διαφορετικά δημιουργείται μια πολύ άβολη εικόνα:

στον επιχειρηματία αναγνωρίζουμε το πρόβλημα και επιδοτούμε τον λογαριασμό· στον πολίτη εξηγούμε πόσο καλά πηγαίνει η οικονομία.

Τα «άλματα» κρίνονται στο έδαφος

Η ελληνική οικονομία έχει πράγματι βελτιώσει κρίσιμους δείκτες σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης. Αυτό δεν χρειάζεται να το αρνηθεί κανείς για να ασκήσει κριτική στην κυβέρνηση.

Ακριβώς το αντίθετο.

Το πραγματικό ερώτημα είναι τι μέρος αυτής της βελτίωσης μετατρέπεται σε διαθέσιμο εισόδημα, αγοραστική δύναμη, φθηνότερη στέγη, ανταγωνιστικότερη ενέργεια και μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια για το νοικοκυριό.

Γιατί στο τέλος ο πολίτης δεν πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ με το spread του ελληνικού δεκαετούς.

Δεν πληρώνει το ρεύμα με τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ.

Δεν πληρώνει το ενοίκιο με την επενδυτική βαθμίδα.

Και δεν γεμίζει το αυτοκίνητο με την κατάταξη της Ελλάδας στον ΟΟΣΑ.

Πληρώνει με ευρώ.

Τα δικά του ευρώ.

Και όταν αυτά τελειώνουν πριν τελειώσει ο μήνας, δύσκολα θα τον παρηγορήσει η πληροφορία ότι η χώρα πραγματοποιεί «άλματα».

Ιδίως όταν, την ίδια ώρα, το κράτος αναγνωρίζει ότι κάποιοι άλλοι χρειάζονται άμεσα βοήθεια για να πληρώσουν το ενεργειακό τους κόστος.

Τελικά, λοιπόν, ίσως η σημαντικότερη φράση της ομιλίας στον ΣΕΒ να μην ήταν ότι η Ελλάδα κάνει άλματα.

Ήταν ότι «οι έκτακτες συνθήκες θέλουν έκτακτες παρεμβάσεις».

Συμφωνούμε απολύτως.

Το ερώτημα είναι πολύ απλό:

Οι έκτακτες συνθήκες υπάρχουν μόνο όταν ο λογαριασμός του ρεύματος φτάνει στη βιομηχανία;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ