«Ένα πρόβλημα που αφορούσε χιλιάδες οικογένειες λύνεται, τώρα, οριστικά, αποκαθιστώντας μία μεγάλη κοινωνική αδικία. Το είπαμε, το κάνουμε!».
Η σημερινή δήλωση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για τις συντάξεις χηρείας είναι επικοινωνιακά εξαιρετικά δυνατή.
Υπάρχουν οι 8.500 δικαιούχοι που παίρνουν σημαντικές αυξήσεις. Υπάρχουν οι περίπου 75.000 που απαλλάσσονται από τον φόβο αναδρομικών. Υπάρχουν οι 122.000 των οποίων διατηρούνται οι δύο εθνικές συντάξεις.
Και υπάρχει η πανηγυρική κατάληξη:
«Το είπαμε, το κάνουμε!»
Μόνο που από τη δήλωση του πρωθυπουργού λείπει η άλλη μισή ιστορία.
Και είναι η μισή ιστορία που αφορά ακριβώς εκείνους τους ανθρώπους που πλήρωσαν πραγματικά αυτή την «κοινωνική αδικία» από την τσέπη τους επί χρόνια.
Γιατί οι συντάξεις τους αποκαθίστανται από εδώ και πέρα.
Τα χρήματα όμως που έχασαν δεν επιστρέφονται.
Και τότε γεννάται ένα πολύ απλό ερώτημα:
Πώς μπορεί μια κοινωνική αδικία να έχει αποκατασταθεί «οριστικά», όταν οι οικονομικές συνέπειές της παραμένουν;
Ναι, η κυβέρνηση διορθώνει μια πραγματική αδικία
Ας ξεκινήσουμε από αυτό για να μην υπάρχει καμία παρεξήγηση.
Η ρύθμιση είναι θετική.
Η περικοπή στις συντάξεις χηρείας μετά την πρώτη τριετία για όσους εργάζονταν ή λάμβαναν δική τους σύνταξη ήταν διάταξη του νόμου Κατρούγκαλου, του Ν. 4387/2016.
Δεν την ψήφισε η κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Η σημερινή κυβέρνηση είναι εκείνη που την καταργεί.
Και ο πρωθυπουργός δικαιούται απολύτως να το πιστωθεί πολιτικά.
Περίπου 8.500 συνταξιούχοι του Δημοσίου που είχαν υποστεί την περικοπή βλέπουν πλέον τις συντάξεις τους να επανέρχονται στα επίπεδα πριν από τη μείωση.
Σωστά.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν η διόρθωση από σήμερα παρουσιάζεται ως οριστική αποκατάσταση ολόκληρης της αδικίας του χθες.
Γιατί αυτά είναι δύο διαφορετικά πράγματα.
Ας πάρουμε ένα παράδειγμα
Ας υποθέσουμε ότι ένας δικαιούχος λάμβανε σύνταξη χηρείας 900 ευρώ.
Με την εφαρμογή της περικοπής το ποσό περιορίστηκε στα 450 ευρώ.
Τώρα επανέρχεται στα 900 ευρώ.
Η αύξηση είναι πράγματι εντυπωσιακή:
+450 ευρώ τον μήνα ή +100%.
Αλλά αν ο συγκεκριμένος άνθρωπος εισέπραττε 450 ευρώ λιγότερα επί έξι χρόνια;
72 μήνες × 450 ευρώ:
32.400 ευρώ.
Αυτό είναι το κομμάτι που δεν χωρά εύκολα στο «Το είπαμε, το κάνουμε».
Διότι ο συνταξιούχος από εδώ και πέρα παίρνει ξανά ολόκληρο το ποσό.
Τα 32.400 ευρώ του παραδείγματος, όμως, δεν γυρίζουν πίσω.
Άρα δεν μιλάμε για πλήρη οικονομική αποκατάσταση.
Μιλάμε για παύση της περικοπής από εδώ και πέρα.
Και η διαφορά είναι τεράστια.
Η πιο δύσκολη αντίφαση βρίσκεται στους αριθμούς που επικαλείται ο ίδιος ο πρωθυπουργός
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρει:
8.500 δικαιούχους που θα δουν αυξημένες συντάξεις.
Και αμέσως μετά:
75.000 συνταξιούχους που «δεν θα χρειαστεί να επιστρέψουν αναδρομικά ούτε ένα ευρώ».
Ας σταθούμε εδώ.
Διότι αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη πλευρά ολόκληρης της υπόθεσης.
Η περικοπή δεν εφαρμόστηκε με τον ίδιο τρόπο σε όλους.
Στον ιδιωτικό τομέα υπήρχαν δεκάδες χιλιάδες δικαιούχοι στους οποίους η προβλεπόμενη μείωση δεν εφαρμόστηκε.
Η κυβέρνηση κάνει τώρα κάτι απολύτως λογικό και κοινωνικά σωστό:
Δεν τους ζητά να επιστρέψουν τα χρήματα.
Και πολύ καλά κάνει.
Αλλά δίπλα τους υπάρχει μια άλλη κατηγορία ανθρώπων.
Είναι εκείνοι στους οποίους η περικοπή εφαρμόστηκε κανονικά.
Αυτοί έχασαν πραγματικά χρήματα.
Και σε αυτούς το κράτος λέει:
Από εδώ και πέρα σταματάμε να σας τα κόβουμε.
Όχι όμως:
Σας επιστρέφουμε όσα χάσατε.
Δύο ομάδες – δύο εντελώς διαφορετικές τύχες
Ας το κάνουμε όσο πιο απλό γίνεται.
Η πρώτη ομάδα δεν υπέστη την περικοπή.
Το κράτος αποφασίζει:
«Δεν θα ζητήσω πίσω όσα πήρατε».
Η δεύτερη ομάδα υπέστη την περικοπή.
Το κράτος αποφασίζει:
«Δεν θα σας επιστρέψω όσα χάσατε».
Και μετά ο πρωθυπουργός δηλώνει ότι η κοινωνική αδικία αποκαταστάθηκε «οριστικά».
Εδώ βρίσκεται η αντίφαση.
Όχι στην κατάργηση της περικοπής.
Όχι στην προστασία των 75.000.
Αλλά στον ισχυρισμό περί οριστικής αποκατάστασης.
Και υπάρχει ένα ακόμη ερώτημα: γιατί τώρα;
Ο πρωθυπουργός υπενθυμίζει ότι στις 3 Ιουλίου είχε ανακοινώσει τη νομοθετική ρύθμιση.
Υπάρχει όμως ένα πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα που αξίζει να θυμηθούμε.
Η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται στην κυβέρνηση από τον Ιούλιο του 2019.
Σήμερα βρισκόμαστε στον Αύγουστο του 2026.
Πέρασαν επτά χρόνια.
Η διάταξη πράγματι ήταν του νόμου Κατρούγκαλου.
Αλλά η εφαρμογή της και, κυρίως, η άνιση κατάσταση που δημιουργήθηκε μεταξύ κατηγοριών συνταξιούχων δεν εμφανίστηκαν χθες.
Επομένως η κυβέρνηση δικαιούται να πει:
«Εμείς το λύσαμε».
Αλλά οι πολίτες δικαιούνται να ρωτήσουν:
«Γιατί χρειάστηκαν επτά χρόνια;»
Και κυρίως:
Γιατί η λύση δεν περιλαμβάνει εκείνους που πλήρωσαν την αδικία επί χρόνια;
«Μέχρι και στα επίπεδα προ της περικοπής»
Αξίζει να προσέξουμε και τη διατύπωση του πρωθυπουργού:
«8.500 δικαιούχοι θα δουν τις συντάξεις τους να αυξάνονται σημαντικά μέχρι και στα επίπεδα προ της περικοπής που υπέστησαν».
Ακριβώς.
«Προ της περικοπής».
Αυτή η φράση περιγράφει από μόνη της τι συμβαίνει.
Δεν χορηγείται κάποιο νέο προνόμιο.
Δεν δημιουργείται κάποιο καινούργιο επίδομα.
Δεν προστίθεται μια νέα κοινωνική παροχή πάνω στη σύνταξη.
Επιστρέφεται η σύνταξη στο επίπεδο στο οποίο βρισκόταν πριν κοπεί.
Αυτό ασφαλώς είναι σημαντικό για τον άνθρωπο που θα δει εκατοντάδες ευρώ περισσότερα στον λογαριασμό του.
Αλλά επικοινωνιακά έχει τεράστια διαφορά το:
«Αυξάνουμε σημαντικά 8.500 συντάξεις»
από το:
«Σταματάμε μια περικοπή που εφαρμοζόταν επί χρόνια».
Και ο ίδιος ο πρωθυπουργός αναγνωρίζει ότι πρόκειται για αποκατάσταση αδικίας.
Αν ήταν αδικία, ποιος αποκαθιστά εκείνον που την πλήρωσε;
Εδώ βρίσκεται τελικά το πιο δύσκολο ερώτημα για το Μέγαρο Μαξίμου.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν λέει απλώς:
«Αλλάξαμε τον νόμο».
Χρησιμοποιεί μια πολύ βαρύτερη πολιτικά έκφραση:
«Αποκαθιστώντας μία μεγάλη κοινωνική αδικία».
Εφόσον λοιπόν ήταν αδικία, τότε υπήρξαν άνθρωποι που υπέστησαν τις συνέπειές της.
Και εφόσον υπήρξαν άνθρωποι που έχασαν χρήματα λόγω αυτής της αδικίας, η «αποκατάσταση» θα έπρεπε λογικά να ανοίγει και τη συζήτηση για αυτές τις απώλειες.
Αυτό δεν συμβαίνει.
Η κυβέρνηση επιλέγει να κλείσει το ζήτημα για το μέλλον.
Είναι δικαίωμά της.
Μπορεί να επικαλεστεί δημοσιονομικούς περιορισμούς.
Μπορεί να εξηγήσει πόσο θα κόστιζαν τα αναδρομικά.
Μπορεί να υποστηρίξει ότι δεν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος.
Αλλά τότε πρέπει να χρησιμοποιούμε τις σωστές λέξεις.
Κατάργηση της αδικίας από εδώ και πέρα; Ναι.
Πλήρης και οριστική οικονομική αποκατάσταση εκείνων που την υπέστησαν; Όχι.
Και οι 122.000 με τις δύο εθνικές συντάξεις
Ο πρωθυπουργός αναφέρεται επίσης στους 122.000 συνταξιούχους που έχουν δύο εθνικές συντάξεις και διαβεβαιώνει ότι αυτές διατηρούνται.
Και αυτή είναι σημαντική ρύθμιση.
Όμως και εδώ πρέπει να γίνει η διάκριση:
διατηρείται ένα ασφαλιστικό δικαίωμα που κινδύνευε να περικοπεί.
Δεν μοιράζονται 122.000 νέες συντάξεις.
Η πολιτική σημασία της απόφασης παραμένει.
Αλλά άλλο πράγμα η προστασία ενός υπάρχοντος δικαιώματος και άλλο η δημιουργία μιας νέας παροχής.
«Το είπαμε, το κάνουμε»
Και φτάνουμε στην τελευταία φράση.
«Το είπαμε, το κάνουμε!»
Πράγματι.
Η κυβέρνηση είπε ότι θα καταργήσει την περικοπή.
Και την καταργεί.
Σε αυτό δεν υπάρχει τίποτα να αποδομήσουμε.
Υπάρχει όμως κάτι που ο πρωθυπουργός δεν είπε.
Δεν είπε:
«Επιστρέφουμε στους 8.500 όσα έχασαν όλα αυτά τα χρόνια».
Γιατί αυτό δεν γίνεται.
Και αυτή είναι η πληροφορία που πρέπει να βρίσκεται δίπλα σε κάθε πανηγυρική αναφορά περί «οριστικής αποκατάστασης».
Η σύνταξη αποκαθίσταται. Η ζημιά όχι.
Αυτή είναι τελικά όλη η ιστορία σε δύο προτάσεις.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη διορθώνει μια πραγματική αδικία του νόμου Κατρούγκαλου.
Και καλά κάνει.
Αλλά δεν αποκαθιστά οικονομικά εκείνους που πλήρωσαν αυτή την αδικία επί χρόνια.
Και γι’ αυτό, πίσω από το «Το είπαμε, το κάνουμε», υπάρχει ένα δεύτερο ερώτημα που οι περίπου 8.500 δικαιούχοι έχουν κάθε δικαίωμα να θέσουν:
«Και αυτά που μας κόψατε τόσα χρόνια;»
Γιατί όταν ένας άνθρωπος έχασε εκατοντάδες ευρώ τον μήνα επί χρόνια, η αδικία δεν εξαφανίζεται επειδή από τον επόμενο μήνα σταματά η περικοπή.
Σταματά να συνεχίζεται.
Και αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Αλλά δεν είναι το ίδιο με το να έχει αποκατασταθεί πλήρως.
Οπότε, ναι:
«Το είπαμε, το κάνουμε».
Αλλά για να μπορούσε να ειπωθεί χωρίς αστερίσκο και το «αποκαταστήσαμε οριστικά την κοινωνική αδικία», θα έπρεπε να υπάρχει απάντηση και για τα χρήματα που χάθηκαν.
Και αυτή η απάντηση, μέχρι σήμερα, είναι μία: δεν επιστρέφονται.



