Η επιστροφή των 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων από τη Βουλγαρία είναι μια σημαντική εξέλιξη. Αλλά ο πρωθυπουργός, αντί να απαντήσει επί της ουσίας στις ενστάσεις για τη συμφωνία, επιχείρησε από τις Σέρρες να παρουσιάσει κάθε κριτική ως μεμψιμοιρία. Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: Γιατί η αποκατάσταση μιας ιστορικής αδικίας συνδέθηκε με την παράδοση των λειψάνων του τσάρου Σαμουήλ και άλλου ανθρωπολογικού υλικού;
Η σημερινή δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη στις Σέρρες δεν είναι απλώς μια πανηγυρική αναφορά στην επιστροφή ιστορικών κειμηλίων. Είναι μια πολιτική προσπάθεια να μετατοπιστεί η συζήτηση από το περιεχόμενο της ελληνοβουλγαρικής συμφωνίας στη δήθεν αδράνεια όσων την επικρίνουν.
Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι ετεροβαρής δεν είναι η συμφωνία, αλλά η ακινησία που κρατά τους θησαυρούς μακριά από την Ελλάδα.
Μόνο που κανείς δεν χρειάζεται να είναι υπέρ της αδράνειας για να απαιτεί μια συμφωνία που θα διασφαλίζει πλήρως τα ελληνικά συμφέροντα.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να κατασκευάσει ένα βολικό δίλημμα: είτε αποδέχεσαι τη συμφωνία όπως διαμορφώθηκε είτε επιθυμείς να παραμείνουν τα κειμήλια στη Βουλγαρία.
Αυτό το δίλημμα είναι πολιτικά παραπλανητικό.
Υπάρχει και τρίτη επιλογή: να διεκδικείς ενεργά την επιστροφή των κειμηλίων, χωρίς να θεωρείς αυτονόητο ότι η αποκατάσταση μιας ιστορικής αρπαγής πρέπει να συνοδεύεται από ανταλλάγματα.
Η Συνθήκη του Νεϊγύ: Το ιστορικό επιχείρημα που δεν χωρά στους πανηγυρισμούς
Η ιστορία δεν ξεκίνησε το 2026.
Τα εκκλησιαστικά κειμήλια αφαιρέθηκαν από τη Μακεδονία το 1917, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Συνθήκη του Νεϊγύ του 1919, και ειδικότερα το άρθρο 126, προέβλεπε την υποχρέωση της Βουλγαρίας να αναζητήσει και να επιστρέψει πολιτιστικά αγαθά που είχαν αφαιρεθεί από τις εμπόλεμες περιοχές.
Το 1923 πραγματοποιήθηκε μια πρώτη, μερική επιστροφή. Όμως σημαντικό μέρος των κειμηλίων παρέμεινε εκτός Ελλάδας.
Επομένως, η ελληνική διεκδίκηση δεν στηρίζεται απλώς στην καλή θέληση της Σόφιας. Έχει συγκεκριμένη ιστορική και διεθνοδικαιική βάση.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας: γιατί να αντιμετωπίζεται ως αμοιβαία ανταλλαγή μια υπόθεση στην οποία η Ελλάδα επικαλείται προϋπάρχουσα υποχρέωση επιστροφής;
Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι η ουσία.
Ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων θέτει πολύ σοβαρότερα ερωτήματα από εκείνα που απαντά ο πρωθυπουργός
Η κριτική στη συμφωνία δεν προέρχεται μόνο από τον Αντώνη Σαμαρά.
Στις 10 Οκτωβρίου 2026, ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων δημοσιοποίησε αναλυτικό υπόμνημα, εκφράζοντας σοβαρές ανησυχίες για τη νομική μορφή της συμφωνίας.
Οι αρχαιολόγοι επισήμαναν ότι, ακόμη και μετά την παράδοση των αντικειμένων, το πλήρες κείμενο του Μνημονίου Κατανόησης δεν είχε δημοσιοποιηθεί.
Και έθεσαν ένα ερώτημα που η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει:
Πρόκειται για οριστική επιστροφή των κειμηλίων στην Ελλάδα ή για αμοιβαία παρακαταθήκη, χωρίς οριστική μεταβίβαση κυριότητας;
Ο Σύλλογος επικαλέστηκε, μάλιστα, δηλώσεις Βούλγαρων αξιωματούχων και στελεχών του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου της Βουλγαρίας, σύμφωνα με τις οποίες τα αντικείμενα δεν έχουν μεταβιβαστεί οριστικά και εξακολουθούν να καταγράφονται στα βουλγαρικά μητρώα.
Εάν αυτές οι πληροφορίες αποτυπώνουν πράγματι το νομικό περιεχόμενο της συμφωνίας, τότε η εικόνα αλλάζει δραματικά.
Διότι άλλο πράγμα είναι να επιστρέφουν οριστικά στην Ελλάδα αντικείμενα που αφαιρέθηκαν από το έδαφός της και άλλο να παραδίδονται προς φύλαξη, με ανοιχτό το ζήτημα της κυριότητας.
Η κυβέρνηση οφείλει να αποσαφηνίσει αυτή τη διάκριση, αντί να απαντά με χαρακτηρισμούς περί μεμψιμοιρίας.
Η Βουλγαρία πέτυχε έναν εθνικό στόχο. Τι εξασφάλισε οριστικά η Ελλάδα;
Στις 3 Οκτωβρίου 2026, η Βουλγαρία υποδέχθηκε τα λείψανα που αποδίδονται στον τσάρο Σαμουήλ με εξαιρετικά υψηλές κρατικές τιμές.
Η σημασία τους για τη βουλγαρική ιστορική μνήμη είναι τεράστια.
Η Ελλάδα, από την πλευρά της, παρέλαβε 48 εκκλησιαστικά κειμήλια από έναν πολύ μεγαλύτερο αριθμό αντικειμένων που παραμένουν αντικείμενο ιστορικών διεκδικήσεων.
Ο Αντώνης Σαμαράς είχε επισημάνει ήδη από τις 3 Οκτωβρίου αυτή την αναντιστοιχία, υποστηρίζοντας ότι η Αθήνα ικανοποίησε έναν διαχρονικό βουλγαρικό στόχο χωρίς να εξασφαλίσει την επιστροφή του συνόλου των ελληνικών θησαυρών.
Ο πρωθυπουργός απαντά ότι η συμφωνία ανοίγει τον δρόμο για νέες επιστροφές.
Αλλά η προοπτική νέων διαπραγματεύσεων δεν ισοδυναμεί με εξασφαλισμένη επιστροφή.
Η υπόσχεση ότι θα συνεχίσουμε να συζητάμε δεν είναι το ίδιο με τη δέσμευση ότι θα επιστραφούν όσα διεκδικούμε.
Και η αξία μιας συμφωνίας δεν μετριέται μόνο από όσα παραδίδονται σε μια τελετή. Μετριέται και από τα δικαιώματα που διατηρούνται, από τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται και από το τι μπορεί να διεκδικήσει η χώρα την επόμενη ημέρα.
Το πολιτικό τέχνασμα της «αδράνειας»
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσπαθεί να παρουσιάσει τους επικριτές της συμφωνίας ως ανθρώπους που προτιμούν την ακινησία.
Αλλά η κριτική δεν αφορά το αν έπρεπε να επιστρέψουν τα 48 κειμήλια. Ασφαλώς και έπρεπε.
Αφορά τους όρους της επιστροφής τους.
Αφορά την παράδοση των λειψάνων του Σαμουήλ.
Αφορά το καθεστώς κυριότητας.
Αφορά τη διατήρηση των ελληνικών αξιώσεων.
Αφορά, τέλος, την πλήρη διαφάνεια μιας διακρατικής συμφωνίας με ιστορικό και πολιτιστικό βάρος.
Η επιστροφή των κειμηλίων είναι σημαντική. Δεν είναι όμως λευκή επιταγή προς την κυβέρνηση να παρουσιάζει ως αδιαμφισβήτητη διπλωματική επιτυχία κάθε πτυχή της διαπραγμάτευσης.
Και όταν ο ίδιος ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων διατυπώνει τεκμηριωμένες νομικές ανησυχίες, ο πρωθυπουργός δεν μπορεί να τις παρακάμπτει απλώς καταγγέλλοντας τη μεμψιμοιρία.
Πέντε ερωτήματα που περιμένουν καθαρές απαντήσεις
Η κυβέρνηση καλείται να απαντήσει συγκεκριμένα:
Γιατί δεν είχε δημοσιοποιηθεί το πλήρες κείμενο του Μνημονίου Κατανόησης όταν ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων το ζήτησε;
Έχει αναγνωριστεί ρητά η ελληνική κυριότητα επί των 48 κειμηλίων;
Είναι η επιστροφή οριστική και αμετάκλητη ή προβλέπεται καθεστώς παρακαταθήκης;
Πώς προστατεύονται οι ελληνικές αξιώσεις για τα υπόλοιπα αντικείμενα που αφαιρέθηκαν κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο;
Γιατί η παράδοση των λειψάνων του Σαμουήλ δεν συνοδεύτηκε από μια ευρύτερη, δεσμευτική ρύθμιση για την επιστροφή περισσότερων ελληνικών κειμηλίων;
Αυτά είναι τα πραγματικά ερωτήματα.
Και κανένα δεν απαντάται με πανηγυρικές δηλώσεις.
Κύριε Μητσοτάκη, η πολιτιστική διπλωματία δεν είναι διαγωνισμός εντυπώσεων
Η Ελλάδα δεν έχει λόγο να υποτιμήσει την επιστροφή των 48 κειμηλίων. Πρόκειται για ιστορικά και θρησκευτικά αντικείμενα ανεκτίμητης αξίας που επιστρέφουν στον τόπο από τον οποίο αφαιρέθηκαν.
Όμως ακριβώς επειδή πρόκειται για εθνική πολιτιστική κληρονομιά, η συμφωνία πρέπει να αντέχει στον αυστηρότερο δυνατό έλεγχο.
Η κυβέρνηση δεν δικαιούται να χρησιμοποιεί τη συγκίνηση της επιστροφής για να αποφεύγει τη συζήτηση σχετικά με τους όρους της.
Δεν δικαιούται να βαφτίζει την κριτική αδράνεια.
Και κυρίως δεν δικαιούται να αντιμετωπίζει ως αυτονόητη επιτυχία μια συμφωνία της οποίας κρίσιμες νομικές παράμετροι έχουν αμφισβητηθεί δημόσια από επιστημονικούς φορείς.
Ετεροβαρής, κύριε Μητσοτάκη, δεν είναι η απαίτηση να επιστρέψουν όλα όσα αφαιρέθηκαν από την Ελλάδα. Ετεροβαρής μπορεί να αποδειχθεί μια συμφωνία όταν η μία πλευρά εξασφαλίζει έναν ιστορικό στόχο και η άλλη εξακολουθεί να περιμένει απαντήσεις για την οριστική αποκατάσταση των δικών της δικαιωμάτων.
Αν η συμφωνία είναι τόσο ισχυρή όσο υποστηρίζει η κυβέρνηση, υπάρχει ένας απλός τρόπος να αποδειχθεί:
Να δημοσιοποιηθεί πλήρως, να εξηγηθεί το καθεστώς κυριότητας και να αποδειχθεί ότι καμία ελληνική αξίωση δεν έχει αποδυναμωθεί.
Μέχρι τότε, οι πανηγυρισμοί δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις απαντήσεις.



