Μητσοτάκης: «Αυτοδυναμία ή αστάθεια» – Τα δύσκολα ερωτήματα για επτάμισι χρόνια διακυβέρνησης

Μητσοτάκης από τα Βριλήσσια: Η αυτοδυναμία ως «μονόδρομος» και τα ερωτήματα που αφήνει αναπάντητα

Από την ακρίβεια και τον ΟΠΕΚΕΠΕ μέχρι την αντιπαράθεση με τον Τσίπρα και τις κυβερνήσεις συνεργασίας, ο πρωθυπουργός παρουσίασε την αυτοδυναμία ως εγγύηση σταθερότητας. Ωστόσο, η πολιτική του επιχειρηματολογία αφήνει κρίσιμα ερωτήματα για τον απολογισμό της σημερινής κυβέρνησης.

Από τα Βριλήσσια, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέφερε το κεντρικό εκλογικό δίλημμα της Νέας Δημοκρατίας: αυτοδυναμία ή κυβερνητική αστάθεια.

Δεν πρόκειται για καινούργια θέση. Ο πρωθυπουργός έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η αυτοδύναμη κυβέρνηση αποτελεί την καταλληλότερη λύση για τη χώρα. Αυτή τη φορά, όμως, συνέδεσε το επιχείρημά του με τις διεθνείς κρίσεις, τις οικονομικές πιέσεις και τη δυσκολία συνεννόησης με την αντιπολίτευση.

Το ζήτημα δεν είναι αν η Νέα Δημοκρατία δικαιούται να διεκδικεί αυτοδυναμία. Προφανώς και δικαιούται.

Το ζήτημα είναι αν η αυτοδυναμία αποτελεί πράγματι τη μοναδική προϋπόθεση πολιτικής σταθερότητας ή αν παρουσιάζεται ως μονόδρομος μια επιλογή που παραμένει αντικείμενο της ελεύθερης απόφασης των ψηφοφόρων.

Από πότε η συνεργασία είναι συνώνυμη της αστάθειας;

Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι οι κυβερνήσεις συνεργασίας θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαπραγματεύσεις και υποχωρήσεις κατά τη διαχείριση κρίσεων.

Πράγματι, μια κυβέρνηση συνασπισμού μπορεί να αντιμετωπίσει δυσκολίες συντονισμού, ιδιαίτερα όταν οι εταίροι της διαφωνούν σε κρίσιμες αποφάσεις.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η συνεργασία είναι από τη φύση της προβληματική.

Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, κυβερνήσεις συνεργασίας αποτελούν συνηθισμένη μορφή διακυβέρνησης. Η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από τις προγραμματικές συμφωνίες, τη συνοχή των εταίρων και την ποιότητα της πολιτικής τους ηγεσίας.

Εξάλλου, οι διαπραγματεύσεις δεν είναι αναγκαστικά ένδειξη αδυναμίας.

Μπορούν να αποτελούν διαδικασία αναζήτησης συναινέσεων και θεσμικών ισορροπιών.

Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό: γιατί ο πρωθυπουργός θεωρεί ότι μια μονοκομματική κυβέρνηση εγγυάται αποτελεσματικότερες αποφάσεις, ανεξάρτητα από το περιεχόμενό τους;

Η αυτοδυναμία προσφέρει μεγαλύτερη ευχέρεια κυβερνητικών επιλογών. Δεν εξασφαλίζει αυτομάτως ότι αυτές οι επιλογές θα είναι σωστές.

Επτάμισι χρόνια διακυβέρνησης: Ποιος έχει την ευθύνη για το σήμερα;

Στην ομιλία του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επικαλέστηκε επανειλημμένα τις κρίσεις που αντιμετώπισε η χώρα από το 2019.

Η πανδημία, οι ενεργειακές αναταράξεις και οι διεθνείς συγκρούσεις επηρέασαν πραγματικά την ελληνική οικονομία.

Αυτό αποτελεί σημαντικό στοιχείο κάθε δίκαιης αποτίμησης.

Ωστόσο, η αναφορά στις διεθνείς συνθήκες δεν αρκεί για να εξηγήσει το σύνολο των σημερινών προβλημάτων.

Έπειτα από επτάμισι χρόνια στην εξουσία, η κυβέρνηση έχει πλέον τη δική της πολιτική διαδρομή και τις δικές της αποφάσεις προς αξιολόγηση.

Η ακρίβεια, το κόστος στέγασης, η κατάσταση των δημόσιων υπηρεσιών, η λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών και η αποτελεσματικότητα της κρατικής διοίκησης δεν μπορούν να εξετάζονται μόνο μέσα από συγκρίσεις με το παρελθόν.

Το 2019 αποτελεί σημαντικό σημείο αναφοράς. Δεν μπορεί, όμως, να υποκαθιστά διαρκώς τον απολογισμό του 2026.

Η επιστροφή στον Τσίπρα και το ερώτημα για το παρόν

Ο πρωθυπουργός επέλεξε να αντιπαρατεθεί και με τον Αλέξη Τσίπρα, αναφερόμενος στην ανεργία και στο μεταναστευτικό κατά την περίοδο διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

Η σύγκριση διαφορετικών κυβερνητικών περιόδων είναι θεμιτή.

Η ανεργία του 2019, για παράδειγμα, αποτελεί μετρήσιμο οικονομικό μέγεθος, όπως και η μεταβολή της τα επόμενα χρόνια.

Για να είναι όμως ολοκληρωμένη μια τέτοια σύγκριση, χρειάζεται να εξετάζονται ταυτόχρονα οι μισθοί, η αγοραστική δύναμη, οι συνθήκες εργασίας, η παραγωγικότητα και το κόστος ζωής.

Η μείωση της ανεργίας είναι σημαντική εξέλιξη. Δεν απαντά από μόνη της στο ερώτημα αν ένας εργαζόμενος μπορεί να καλύψει ευκολότερα τις ανάγκες του.

Ούτε η κριτική στην περίοδο 2015–2019 απαλλάσσει την κυβέρνηση από την ανάγκη να εξηγήσει τις δικές της επιλογές.

Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να αξιολογούν τόσο την προηγούμενη όσο και τη σημερινή διακυβέρνηση.

Και να ζητούν συγκεκριμένες απαντήσεις για το μέλλον, πέρα από την επανάληψη παλαιότερων αντιπαραθέσεων.

«Δεν θα μοιράσουμε χρήματα που δεν έχουμε» – Και τι γίνεται με όσους δεν έχουν;

Στο οικονομικό σκέλος της ομιλίας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέλαβε τη δέσμευσή του για δημοσιονομική πειθαρχία.

Η αποφυγή μη χρηματοδοτούμενων δαπανών αποτελεί ουσιαστικό ζήτημα για μια χώρα που έχει βιώσει παρατεταμένη δημοσιονομική κρίση.

Η δημοσιονομική σταθερότητα, ωστόσο, δεν εξαντλεί τη συζήτηση για την οικονομική πολιτική.

Για ένα νοικοκυριό που αντιμετωπίζει υψηλές δαπάνες ενέργειας, διατροφής και στέγασης, το ερώτημα είναι τι πραγματικό αποτέλεσμα έχουν τα μέτρα στήριξης.

Πόσο ενισχύουν το διαθέσιμο εισόδημα;

Ποιο μέρος της επιβάρυνσης καλύπτουν;

Ποιες κοινωνικές ομάδες μένουν εκτός;

Και ποια είναι η μακροπρόθεσμη πολιτική για τη μείωση του κόστους ζωής;

Ο πρωθυπουργός έχει δίκιο ότι δεν υπάρχουν απεριόριστοι δημοσιονομικοί πόροι.

Αυτό όμως καθιστά ακόμη σημαντικότερη τη διαφάνεια ως προς την κατανομή τους.

Η δημοσιονομική υπευθυνότητα δεν μετριέται μόνο από το πόσα χρήματα δεν δαπανά το κράτος, αλλά και από το πόσο αποτελεσματικά αξιοποιεί εκείνα που διαθέτει.

ΟΠΕΚΕΠΕ: Αρκεί η αναγνώριση ενός λάθους;

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η αναφορά του πρωθυπουργού στον ΟΠΕΚΕΠΕ.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναγνώρισε κυβερνητικά λάθη, παρουσιάζοντας τη δημόσια παραδοχή τους ως στοιχείο αξιοπιστίας.

Η αναγνώριση ευθυνών είναι αναγκαία σε κάθε δημοκρατική διακυβέρνηση.

Δεν αποτελεί, όμως, το τέλος της διαδικασίας λογοδοσίας.

Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ εγείρει ερωτήματα για τους μηχανισμούς ελέγχου των αγροτικών ενισχύσεων, τη λειτουργία της διοίκησης και την έγκαιρη αντιμετώπιση διαπιστωμένων προβλημάτων.

Για να αξιολογηθεί ουσιαστικά η κυβερνητική αντίδραση, χρειάζονται συγκεκριμένες απαντήσεις.

Ποιες δυσλειτουργίες είχαν εντοπιστεί;

Πότε έγιναν γνωστές;

Ποια μέτρα λήφθηκαν;

Πώς θα αποτραπούν αντίστοιχα φαινόμενα;

Και πώς θα προστατευθούν οι δικαιούχοι αγρότες και οι δημόσιοι πόροι;

Η παραδοχή ενός λάθους έχει πολιτική σημασία όταν συνοδεύεται από διορθωτικές ενέργειες που μπορούν να ελεγχθούν.

Διαφορετικά, παραμένει μια γενική δήλωση που δεν επιτρέπει στον πολίτη να αξιολογήσει την έκταση της αποκατάστασης.

Η προστασία των παιδιών και η αντιπαράθεση με την αντιπολίτευση

Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε επίσης στη νομοθετική πρωτοβουλία για την πρόσβαση παιδιών κάτω των 15 ετών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η προστασία των ανηλίκων από διαδικτυακούς κινδύνους αποτελεί ζήτημα ευρύτερου κοινωνικού ενδιαφέροντος.

Ωστόσο, ακόμη και όταν υπάρχει συμφωνία στον γενικό στόχο, μπορούν να υπάρχουν ουσιαστικές διαφωνίες για τα μέσα εφαρμογής.

Για παράδειγμα, προκύπτουν ερωτήματα σχετικά με την επαλήθευση ηλικίας, την προστασία προσωπικών δεδομένων, την αποτελεσματικότητα των περιορισμών και τις υποχρεώσεις των ψηφιακών πλατφορμών.

Η διαφωνία με μια συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση δεν συνεπάγεται αναγκαστικά αδιαφορία για την προστασία των παιδιών.

Αντίστοιχα, η αντιπολίτευση οφείλει να παρουσιάζει συγκεκριμένες εναλλακτικές προτάσεις και όχι να περιορίζεται στην άρνηση.

Η ουσιαστική κοινοβουλευτική συζήτηση απαιτεί να αξιολογούνται οι επιμέρους διατάξεις.

Όχι να θεωρείται δεδομένο ότι όποιος διαφωνεί με την κυβέρνηση διαφωνεί και με τον κοινωνικό στόχο που εκείνη επικαλείται.

Η ασφάλεια της χώρας δεν είναι αποκλειστικό επιχείρημα ενός κόμματος

Στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε έμφαση στην εμπειρία και στη σταθερότητα.

Πρόκειται για σημαντικούς παράγοντες, ιδιαίτερα σε μια περίοδο γεωπολιτικής αβεβαιότητας.

Ωστόσο, η εθνική ασφάλεια αποτελεί διαρκή υποχρέωση του κράτους και όχι αποκλειστικό χαρακτηριστικό μιας συγκεκριμένης κυβερνητικής σύνθεσης.

Η αποτελεσματικότητα της εξωτερικής πολιτικής χρειάζεται να αξιολογείται με βάση τις διεθνείς συμφωνίες, τη διατήρηση συμμαχιών, την αποτρεπτική ικανότητα, τη διπλωματική επιρροή και την προστασία των κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Η εμπειρία μιας κυβέρνησης μπορεί να αποτελεί πλεονέκτημα.

Δεν σημαίνει όμως ότι κάθε επιλογή της είναι υπεράνω κριτικής ή ότι οποιαδήποτε εναλλακτική κυβερνητική μορφή συνεπάγεται κίνδυνο για τη χώρα.

Το πραγματικό δίλημμα των εκλογών του 2027

Η αυτοδυναμία αποτελεί σαφή πολιτικό στόχο της Νέας Δημοκρατίας.

Οι κυβερνήσεις συνεργασίας, από την άλλη πλευρά, προϋποθέτουν προγραμματική συνεννόηση και μπορούν να εμφανίζουν τόσο πλεονεκτήματα όσο και δυσκολίες.

Καμία από τις δύο μορφές διακυβέρνησης δεν εξασφαλίζει από μόνη της οικονομική ευημερία, θεσμική ποιότητα ή αποτελεσματική αντιμετώπιση κρίσεων.

Γι’ αυτό και το ουσιαστικό ερώτημα για τις επόμενες εκλογές δεν περιορίζεται στο αν θα υπάρχει ένας ή περισσότεροι κυβερνητικοί εταίροι.

Αφορά το περιεχόμενο της κυβερνητικής πολιτικής.

Τι προτείνεται για την αγοραστική δύναμη;

Πώς θα βελτιωθούν οι δημόσιες υπηρεσίες;

Ποια μέτρα θα αντιμετωπίσουν το στεγαστικό πρόβλημα;

Πώς θα ενισχυθούν η λογοδοσία και οι θεσμικοί έλεγχοι;

Ποιες συγκεκριμένες δεσμεύσεις αναλαμβάνονται για την επόμενη τετραετία;

Αυτά είναι τα ερωτήματα στα οποία χρειάζεται να απαντήσουν όλα τα κόμματα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει κάθε δικαίωμα να υποστηρίζει ότι η αυτοδυναμία εξυπηρετεί καλύτερα το κυβερνητικό του σχέδιο.

Η αντιπολίτευση έχει αντίστοιχα την υποχρέωση να εξηγήσει ποιες συνεργασίες θεωρεί εφικτές και με ποιο πρόγραμμα.

Η πολιτική σταθερότητα, όμως, δεν είναι μόνο ζήτημα κοινοβουλευτικών αριθμών. Είναι και ζήτημα εμπιστοσύνης, θεσμικής λειτουργίας, κοινωνικών αποτελεσμάτων και δημόσιας λογοδοσίας.

Η συζήτηση για τις εκλογές του 2027 χρειάζεται να περιλαμβάνει όλα αυτά.

Γιατί η επιλογή κυβέρνησης δεν είναι απλώς επιλογή του ποιος θα κρατά το πηδάλιο.

Είναι πρωτίστως επιλογή της κατεύθυνσης προς την οποία θα κινηθεί η χώρα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ