Το παράδοξο του Μητσοτακισμού: Όταν η «σωστή άποψη» θεωρείται απόδειξη ευφυΐας

Υπάρχει ένα ενδιαφέρον φαινόμενο στον δημόσιο διάλογο των τελευταίων ετών, ιδιαίτερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Δεν αφορά τόσο την υποστήριξη μιας κυβέρνησης. Αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό σε μια δημοκρατία. Κάθε πολίτης δικαιούται να θεωρεί ότι μια κυβέρνηση τα πηγαίνει καλά, να υπερασπίζεται τις επιλογές της και να την ψηφίζει.

Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν η πολιτική υποστήριξη μετατρέπεται σε κάτι διαφορετικό:

σε αίσθηση πνευματικής ανωτερότητας.

Ένα κομμάτι του διαδικτυακού Μητσοτακισμού δεν αρκείται πλέον στο «θεωρώ ότι ο Μητσοτάκης κυβερνά καλύτερα».

Πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα:

«Εγώ καταλαβαίνω την πραγματικότητα. Εσύ που διαφωνείς δεν την καταλαβαίνεις».

Και κάπου εκεί η πολιτική συζήτηση τελειώνει πριν καν αρχίσει.

Από την πολιτική διαφωνία στην πνευματική ιεραρχία

Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα.

Κάποιος θεωρεί ότι η ελληνική οικονομία έχει βελτιωθεί σημαντικά.

Απολύτως θεμιτή θέση.

Κάποιος άλλος απαντά ότι, ανεξάρτητα από τους μακροοικονομικούς δείκτες, το διαθέσιμο εισόδημά του πιέζεται από το κόστος στέγασης, τροφίμων και ενέργειας.

Επίσης θεμιτή θέση.

Κανονικά εδώ αρχίζει μια ενδιαφέρουσα συζήτηση.

Πόσο αυξήθηκαν οι μισθοί;

Πόσο αυξήθηκαν οι τιμές;

Τι συνέβη στην αγοραστική δύναμη;

Πώς συγκρίνεται η Ελλάδα με την υπόλοιπη Ευρώπη;

Ποιοι κέρδισαν περισσότερο από την ανάπτυξη;

Ποιοι λιγότερο;

Στον φανατικό διαδικτυακό κομματισμό όμως υπάρχει συντομότερος δρόμος:

Όποιος δεν αναγνωρίζει την επιτυχία απλώς δεν καταλαβαίνει.

Τέλος συζήτησης.

Το εκπληκτικό προνόμιο να μη διαψεύδεσαι ποτέ

Ο πολιτικός φανατισμός έχει ένα μοναδικό πλεονέκτημα:

μπορεί να εξηγήσει τα πάντα χωρίς ποτέ να χρειαστεί να αναθεωρήσει.

Όταν ένας οικονομικός δείκτης είναι θετικός, αποτελεί απόδειξη επιτυχίας της κυβέρνησης.

Όταν ένας δείκτης είναι αρνητικός, υπάρχουν διεθνείς παράγοντες.

Όταν μια δημοσκόπηση είναι καλή, οι πολίτες επιβραβεύουν τη σταθερότητα.

Όταν είναι κακή, οι πραγματικές εκλογές απέχουν πολύ.

Όταν ένας διεθνής οργανισμός επαινεί μια μεταρρύθμιση, έχουμε διεθνή αναγνώριση.

Όταν ο ίδιος ή κάποιος άλλος οργανισμός ασκεί κριτική, χρειάζεται να δούμε «ολόκληρη την έκθεση».

Όλα μπορούν να εξηγηθούν.

Και το συμπέρασμα παραμένει πάντοτε ίδιο.

Αυτό όμως δεν είναι κριτική σκέψη.

Είναι πολιτική πίστη που έχει κατασκευάσει έναν μηχανισμό αυτοπροστασίας.

Οι προκαταλήψεις δεν έχουν κομματική ταυτότητα

Η ψυχολογία έχει μελετήσει επί δεκαετίες την τάση των ανθρώπων να αντιμετωπίζουν ευνοϊκότερα πληροφορίες που συμφωνούν με όσα ήδη πιστεύουν.

Κανένας πολιτικός χώρος δεν έχει ανοσία σε αυτό.

Ούτε η Αριστερά.

Ούτε η Δεξιά.

Ούτε το Κέντρο.

Ούτε φυσικά οι υποστηρικτές του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Κι όμως, στα κοινωνικά δίκτυα παρατηρείται συχνά κάτι εντυπωσιακό.

Ο καθένας αναγνωρίζει με εκπληκτική ευκολία την προκατάληψη του αντιπάλου του και με εκπληκτική δυσκολία τη δική του.

Οι απέναντι παρασύρονται από την προπαγάνδα.

Εμείς αξιολογούμε δεδομένα.

Οι απέναντι λειτουργούν συναισθηματικά.

Εμείς λειτουργούμε ορθολογικά.

Οι απέναντι ακολουθούν πολιτικούς αρχηγούς.

Εμείς υποστηρίζουμε πολιτικές.

Βολικό.

Αλλά ελάχιστα πειστικό.

Το κλειστό σύστημα του διαδικτυακού Μητσοτακισμού

Το φαινόμενο γίνεται ακόμη εντονότερο όταν δημιουργούνται διαδικτυακές κοινότητες στις οποίες σχεδόν όλοι συμφωνούν μεταξύ τους.

Ένα κυβερνητικό στέλεχος κάνει μια δήλωση.

Οι ίδιοι λογαριασμοί την αναπαράγουν.

Οι ίδιοι άνθρωποι τη σχολιάζουν θετικά.

Οι ίδιοι επιτίθενται στους επικριτές.

Οι ίδιοι επιβραβεύουν ο ένας τον άλλον.

Σε λίγο δημιουργείται μια εναλλακτική εικόνα της κοινωνίας:

«Όλοι οι σοβαροί άνθρωποι τα βλέπουν όπως εμείς».

Όχι.

Όλοι οι άνθρωποι που έχεις επιλέξει να παρακολουθείς μπορεί να τα βλέπουν όπως εσύ.

Υπάρχει τεράστια διαφορά.

Και αυτό ισχύει ασφαλώς για κάθε πολιτικό στρατόπεδο.

Απλώς ο διαδικτυακός Μητσοτακισμός παρουσιάζει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εκδοχή του φαινομένου, επειδή συχνά επενδύει στην εικόνα του ορθολογισμού, της τεχνοκρατικής γνώσης και της υπεροχής των «στοιχείων» απέναντι στο συναίσθημα.

Το δύσκολο τεστ

Υπάρχει ένας πολύ απλός τρόπος να καταλάβουμε αν πραγματικά αναζητούμε την αλήθεια ή απλώς επιβεβαίωση.

Να αναρωτηθούμε:

Πότε ήταν η τελευταία φορά που ένα στοιχείο μάς έκανε να αλλάξουμε γνώμη για την κυβέρνηση που υποστηρίζουμε;

Όχι να προσαρμόσουμε λίγο το επιχείρημά μας.

Να αλλάξουμε πραγματικά άποψη.

Να πούμε:

«Εδώ έκανα λάθος».

«Εδώ ο πολιτικός που υποστηρίζω απέτυχε».

«Εδώ ο αντίπαλός του είχε δίκιο».

Αν η απάντηση είναι «ποτέ», υπάρχουν δύο πιθανότητες.

Η πρώτη είναι ότι έχουμε βρει τον πρώτο πολιτικό στην ανθρώπινη ιστορία που δεν κάνει ουσιαστικά λάθη.

Η δεύτερη είναι κάπως πιθανότερη:

έχουμε σταματήσει να τον αξιολογούμε και έχουμε αρχίσει να τον πιστεύουμε.

Η πολιτική δεν είναι IQ test

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο.

Η ψήφος στον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν αποτελεί πιστοποιητικό ευφυΐας.

Όπως φυσικά η ψήφος εναντίον του δεν αποτελεί πιστοποιητικό ευφυΐας.

Ένας πανέξυπνος άνθρωπος μπορεί να ψηφίζει ΝΔ.

Ένας άλλος πανέξυπνος άνθρωπος μπορεί να την απορρίπτει.

Και οι δύο μπορούν να έχουν σοβαρά επιχειρήματα.

Το ίδιο ισχύει και για τους λιγότερο ενημερωμένους ανθρώπους.

Η πολιτική επιλογή διαμορφώνεται από αξίες, συμφέροντα, εμπειρίες, προτεραιότητες και διαφορετικές εκτιμήσεις της πραγματικότητας.

Όταν λοιπόν κάποιος μετατρέπει την πολιτική του προτίμηση σε απόδειξη της πνευματικής του ανωτερότητας, δεν έχει αποδείξει ότι γνωρίζει περισσότερα.

Έχει αποδείξει κυρίως ότι έχει μεγάλη βεβαιότητα για τον εαυτό του.

Και αυτά τα δύο δεν είναι συνώνυμα.

Ο καθρέφτης είναι πιο χρήσιμος από το χειροκρότημα

Η πραγματική κριτική σκέψη δεν αρχίζει όταν εντοπίζεις τις ανοησίες της άλλης πλευράς.

Αυτό είναι εύκολο.

Αρχίζει όταν εφαρμόζεις την ίδια αυστηρότητα στη δική σου πλευρά.

Όταν ελέγχεις με την ίδια καχυποψία μια δήλωση υπουργού και μια δήλωση αντιπολιτευόμενου.

Όταν ζητάς τις ίδιες αποδείξεις από εκείνον που ψηφίζεις και από εκείνον που απορρίπτεις.

Όταν ένα κυβερνητικό λάθος δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε «επικοινωνιακό πρόβλημα».

Και όταν μια σωστή παρατήρηση του πολιτικού αντιπάλου δεν απορρίπτεται μόνο και μόνο επειδή την έκανε ο πολιτικός αντίπαλος.

Εκεί δοκιμάζεται πραγματικά η ανεξαρτησία της σκέψης.

Γιατί το να συμφωνούμε καθημερινά με ανθρώπους που ήδη συμφωνούν μαζί μας είναι εύκολο.

Το δύσκολο είναι να δεχθούμε ότι κάποια φορά μπορεί να έχει δίκιο εκείνος που δεν αντέχουμε.

Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο παράδοξο ενός τμήματος του σημερινού διαδικτυακού Μητσοτακισμού:

παρουσιάζει τον εαυτό του ως θρίαμβο του ορθολογισμού απέναντι στον φανατισμό, αλλά ορισμένες φορές καταλήγει να συμπεριφέρεται ακριβώς σαν αυτό που πιστεύει ότι έχει νικήσει.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ