Από τα «καβαλημένα καλάμια» στους «κακομοίρηδες»: Όταν η ίδια η ΝΔ ανοίγει τη συζήτηση για την αλαζονεία

Υπάρχουν πολιτικές δηλώσεις που μπορούν να θεωρηθούν ατυχείς.

Υπάρχουν φράσεις που λέγονται πάνω στην ένταση μιας τηλεοπτικής συζήτησης.

Υπάρχουν ακόμη και περιπτώσεις όπου ένας πολιτικός εκφράζεται άκομψα, το αντιλαμβάνεται και διορθώνει όσα είπε.

Όταν όμως μέσα σε λίγες εβδομάδες συγκεντρώνονται τόσες διαφορετικές δηλώσεις κυβερνητικών και κομματικών στελεχών που προκαλούν αντιδράσεις για το ύφος τους, τότε εύλογα ανοίγει μια διαφορετική συζήτηση.

Και αυτή τη φορά δεν την άνοιξε η αντιπολίτευση.

Την άνοιξε η ίδια η Νέα Δημοκρατία.

Η Ντόρα Μπακογιάννη χρησιμοποίησε μια λέξη που δύσκολα μπορεί να παρερμηνευθεί:

«Αλαζονεία».

Και ήταν ακόμη πιο συγκεκριμένη:

«Βλέπω αλαζονεία σε υπουργούς του Μητσοτάκη και θα έλεγα να ξεκαβαλικέψουνε».

Πρόσθεσε μάλιστα ότι τέτοια φαινόμενα πρέπει να «κοπούν άμεσα».

Δεν μιλούσε κάποιο κόμμα της αντιπολίτευσης.

Μιλούσε ένα από τα ιστορικότερα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας.

Και αν δει κανείς τι έχει ειπωθεί το τελευταίο διάστημα, μπορεί τουλάχιστον να καταλάβει γιατί άνοιξε αυτή η συζήτηση.

Θεοχάρης: Από τον πολίτη που δυσκολεύεται στον «κακομοίρη»

Η πιο πρόσφατη περίπτωση είναι ίσως και μία από τις πιο χαρακτηριστικές.

Σε τηλεοπτική αντιπαράθεση για την οικονομία και τις δυσκολίες των νοικοκυριών, ο υφυπουργός Εξωτερικών Χάρης Θεοχάρης είπε:

«Έχουμε τα κόμματα που εκπροσωπούν τον κακομοίρη. Υπάρχουν όμως και νοικοκύρηδες. Δεν υπάρχουν μόνο κακομοίρηδες».

Όταν του επισημάνθηκε ότι με αυτή τη διατύπωση θα μπορούσε να εμφανίζεται ως «κακομοίρης» εκείνος που δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα, ο Θεοχάρης αντέτεινε ότι αυτός ο χαρακτηρισμός προερχόταν από τη συνομιλήτριά του και συνέχισε λέγοντας ότι η ΝΔ εκπροσωπεί τους «νοικοκύρηδες» και ανθρώπους που τα βγάζουν πέρα με δυσκολία.

Το πλήρες συμφραζόμενο πρέπει να καταγράφεται.

Αλλά παραμένει το πολιτικό ερώτημα:

Γιατί χρειάζεται καν αυτός ο διαχωρισμός;

Γιατί σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια και το κόστος ζωής βρίσκονται ψηλά στις ανησυχίες των πολιτών, η συζήτηση πρέπει να καταλήγει στους «κακομοίρηδες» και στους «νοικοκύρηδες»;

Το ζήτημα δεν είναι απλώς η λέξη.

Είναι η εντύπωση που μπορεί να δημιουργηθεί ότι όποιος περιγράφει οικονομική δυσκολία παρουσιάζεται περίπου ως φορέας μιας μίζερης αντίληψης για τη χώρα.

Μαρινάκης: Δύο μήνες επίδομα ανεργίας

Λίγες ημέρες νωρίτερα είχε ανοίξει άλλο μέτωπο.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης δήλωσε ότι, κατά την προσωπική του άποψη, το επίδομα ανεργίας πρέπει να επανεξεταστεί «από το μηδέν» και ότι δεν θα έπρεπε να καταβάλλεται για περισσότερο από δύο μήνες.

Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση.

Ο Μαρινάκης είπε ρητά ότι πρόκειται για προσωπική άποψη και όχι για ανακοινωμένη κυβερνητική πολιτική.

Αυτό όμως δεν εμπόδισε τη δήλωση να προκαλέσει αντιδράσεις ακόμη και μέσα στη ΝΔ.

Η Ντόρα Μπακογιάννη ήταν κατηγορηματική:

το επίδομα ανεργίας «δεν κουβεντιάζεται».

Και απευθυνόμενη ουσιαστικά στον κυβερνητικό εκπρόσωπο είπε ότι λόγω της θέσης του πρέπει να προσέχει περισσότερο.

Γιατί το ζήτημα είναι πολύ πιο σύνθετο από το εάν κάποιος «θέλει να δουλέψει».

Υπάρχουν εποχικά επαγγέλματα.

Υπάρχει ο τουρισμός.

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν επιλέγουν πότε θα χάσουν τη δουλειά τους.

Υπάρχουν οικογένειες για τις οποίες το επίδομα λειτουργεί ως προσωρινό δίχτυ ασφαλείας.

Και όταν ένας κυβερνητικός εκπρόσωπος μιλά για περιορισμό του στους δύο μήνες, είναι αναμενόμενο η φράση να αποκτά διαφορετικό βάρος από μια συζήτηση μεταξύ ιδιωτών.

Βορίδης: «1.000 ευρώ τον μήνα και να κάθονται»

Και ενώ η κυβέρνηση επιχείρησε να διαχωρίσει την προσωπική άποψη Μαρινάκη από την επίσημη πολιτική, ο Μάκης Βορίδης έδωσε τη δική του διάσταση.

Υποστήριξε την ανάγκη συνολικού «εξορθολογισμού» της επιδοματικής πολιτικής.

Το επιχείρημά του ήταν ότι, όταν αθροίζονται διαφορετικές κοινωνικές παροχές —επίδομα ανεργίας, στέγασης, απαλλαγές και άλλες ενισχύσεις— μπορεί να δημιουργηθεί αντικίνητρο για εργασία.

Και χρησιμοποίησε τη χαρακτηριστική διατύπωση:

«Γιατί να πάω να δουλέψω εάν έχω τη δυνατότητα να παίρνω χίλια ευρώ τον μήνα και να κάθομαι;»

Η συζήτηση για το αν ορισμένες παροχές δημιουργούν αντικίνητρα εργασίας είναι απολύτως θεμιτή οικονομική και κοινωνική συζήτηση.

Αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά.

Πόσοι άνεργοι πράγματι συγκεντρώνουν όλες αυτές τις παροχές;

Πόσοι φτάνουν πράγματι στα 1.000 ευρώ;

Για πόσο διάστημα;

Και κυρίως, πόσο αντιπροσωπευτική είναι αυτή η εικόνα για τον πραγματικό άνεργο;

Γιατί διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος να δημιουργείται η εικόνα του πολίτη που προτιμά να «κάθεται» με επιδόματα αντί να εργάζεται.

Και αυτή είναι μια πολύ βαριά γενίκευση αν δεν συνοδεύεται από δεδομένα.

«Δεν έχεις 10 ευρώ για βενζίνη; Πάρε ΜΜΜ»

Και μετά ήρθε η δήλωση του βουλευτή Πιερίας της ΝΔ Σπύρου Κουλκουδίνα.

Σε συζήτηση για την τιμή των καυσίμων είπε:

«Αν δεν έχεις 10 ευρώ για βενζίνη, χρησιμοποιείς τα μέσα μαζικής μεταφοράς».

Η δήλωση προκάλεσε αντιδράσεις.

Ο ίδιος στη συνέχεια κατήγγειλε προσπάθεια διαστρέβλωσης και κατασκευής «ψευδούς αφηγήματος» γύρω από τα λεγόμενά του.

Και αυτό πρέπει επίσης να αναφέρεται.

Υπάρχει όμως ένα προφανές πρόβλημα με το επιχείρημα όταν ακούγεται ως γενική απάντηση στην ακρίβεια των καυσίμων.

Η Ελλάδα δεν είναι μόνο Αθήνα και Θεσσαλονίκη.

Υπάρχουν χωριά.

Νησιά.

Ορεινές περιοχές.

Υπάρχουν εργαζόμενοι που δεν έχουν διαθέσιμη γραμμή λεωφορείου για τη δουλειά τους.

Υπάρχουν οικογένειες για τις οποίες το αυτοκίνητο δεν αποτελεί πολυτέλεια αλλά αναγκαιότητα.

Τι απαντάς στον κάτοικο ενός χωριού της Πιερίας;

Τι απαντάς στον Κεφαλονίτη που πρέπει να μετακινηθεί από ένα χωριό στο Αργοστόλι;

«Πάρε Μετρό»;

Προφανώς όχι.

Και ακριβώς εδώ φαίνεται το πρόβλημα που περιγράφουν ορισμένα στελέχη της ίδιας της ΝΔ: η απόσταση ανάμεσα σε μια εύκολη τηλεοπτική απάντηση και στην πραγματική καθημερινότητα.

Και μετά υπάρχει ο Άδωνις

Ο Άδωνις Γεωργιάδης αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση ακριβώς επειδή ο δημόσιος λόγος του είναι συνειδητά συγκρουσιακός.

Τον Αύγουστο, σε συζήτηση για την οικονομική κατάσταση των πολιτών, χρησιμοποίησε τις καλοκαιρινές διακοπές ως αντεπιχείρημα απέναντι στην εικόνα οικονομικής καταστροφής.

Αναφέρθηκε σε ανθρώπους που είχαν επιστρέψει από Κυκλάδες, Κρήτη και Ρόδο και είπε:

«Δεν είμαστε εικόνα κοινωνικής καταστροφής, μαυρισμένοι και ωραίοι γυρίσαμε».

Το επιχείρημα έχει ένα προφανές πρόβλημα.

Το ότι κάποιοι πήγαν διακοπές δεν αποτελεί μέτρο της οικονομικής κατάστασης ολόκληρης της κοινωνίας.

Ούτε το μαύρισμα αποτελεί οικονομικό δείκτη.

Υπάρχουν άνθρωποι που πήγαν στο χωριό τους.

Άλλοι φιλοξενήθηκαν.

Άλλοι έκαναν λίγες ημέρες διακοπές περιορίζοντας άλλες δαπάνες.

Και άλλοι δεν πήγαν πουθενά.

Η κοινωνική πραγματικότητα δεν χωρά σε μια τηλεοπτική εικόνα.

Από το «μαυρισμένοι» στον «μπάφο»

Πριν από λίγες ημέρες ακολούθησε άλλο περιστατικό.

Δημοσιογράφος έθεσε στον υπουργό Υγείας ένα υποθετικό μετεκλογικό σενάριο.

Ο Γεωργιάδης το θεώρησε παράλογο.

Απολύτως δικαίωμά του.

Αλλά αντί να περιοριστεί στην πολιτική αποδόμησή του, ρώτησε:

«Μήπως έχετε πάρει κάνα μπάφο πριν βγείτε στην εκπομπή;»

Ο δημοσιογράφος αντέδρασε.

Ο Γεωργιάδης είπε ότι έκανε πλάκα και στη συνέχεια ζήτησε συγγνώμη, λέγοντας ότι απέσυρε τη φράση όταν κατάλαβε ότι ο συνομιλητής του ενοχλήθηκε.

Και αυτό πρέπει να καταγραφεί ολόκληρο.

Αργότερα όμως χαρακτήρισε το θέμα «ασήμαντο» και υπερασπίστηκε το γενικότερο επικοινωνιακό του ύφος, λέγοντας ότι δεν πρόκειται να γίνει «ξύλινος πολιτικός» και ότι, αν κάτι ξεφύγει, διορθώνεται.

Το ζήτημα επομένως δεν είναι εάν ένας πολιτικός δικαιούται να κάνει χιούμορ.

Φυσικά και δικαιούται.

Το ερώτημα είναι διαφορετικό:

Πότε η αμεσότητα μετατρέπεται σε απαξίωση του συνομιλητή;

Το σημαντικότερο: αυτά τα λένε πλέον μέσα στη ΝΔ

Αν όλες αυτές οι περιπτώσεις συγκεντρώνονταν αποκλειστικά από την αντιπολίτευση, η κυβέρνηση θα μπορούσε εύκολα να απαντήσει ότι πρόκειται για κομματική κατασκευή.

Μόνο που τώρα υπάρχει ένα πρόβλημα.

Την κουβέντα για την αλαζονεία την κάνουν πλέον στελέχη της ίδιας της Νέας Δημοκρατίας.

Η Ντόρα Μπακογιάννη είπε ότι βλέπει υπουργούς με αλαζονική συμπεριφορά.

Ο Δημήτρης Καιρίδης έχει μιλήσει για τον «κακό μας εαυτό», για αλαζονεία και ελιτισμό και είπε χαρακτηριστικά ότι τα καλάμια «δεν είναι για να τα καβαλάμε».

Μάλιστα ανέφερε ότι εκείνοι που έχουν «καβαλήσει καλάμι» μετριούνται στα δάχτυλα των δύο χεριών.

Ο Στέλιος Πέτσας πήγε ακόμη πιο μακριά.

Είπε ότι υπάρχει ζήτημα «αλαζονείας και οίησης» και ότι δεν αφορά μόνο υπουργούς αλλά μπορεί να φτάνει μέχρι γενικούς γραμματείς και άλλα επίπεδα του κρατικού μηχανισμού.

Ακόμη και ο Παύλος Μαρινάκης αναγνώρισε ότι έχει χρειαστεί να διαχειριστεί περιστατικά που εκλήφθηκαν ως αλαζονικά και τόνισε ότι «το ύφος παίζει πολύ μεγάλο ρόλο».

Άρα πλέον δεν μιλάμε για έναν χαρακτηρισμό που έρχεται απ’ έξω.

Μιλάμε για μια εσωτερική προειδοποίηση.

Επτά χρόνια εξουσίας αφήνουν αποτύπωμα

Και ίσως εδώ βρίσκεται η ουσία.

Η Νέα Δημοκρατία κυβερνά από το 2019.

Όσο περισσότερο παραμένει ένα κόμμα στην εξουσία, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος να δημιουργηθεί σε ορισμένα στελέχη του η αίσθηση ότι η δική τους περιγραφή της πραγματικότητας είναι και η μοναδική πραγματικότητα.

Ο πολίτης λέει:

«Δεν μου φτάνουν τα χρήματα».

Και η απάντηση δεν μπορεί να είναι ότι γύρισε μαυρισμένος από τις διακοπές.

Λέει:

«Η βενζίνη είναι ακριβή».

Και η γενική απάντηση δεν μπορεί να είναι «πάρε ΜΜΜ».

Χάνει τη δουλειά του.

Και η πρώτη συζήτηση δεν μπορεί να είναι αν θα παίρνει επίδομα μόνο για δύο μήνες.

Μιλά για οικονομικές δυσκολίες.

Και η πολιτική συζήτηση δεν μπορεί να καταλήγει σε «κακομοίρηδες» και «νοικοκύρηδες».

Ρωτά ένας δημοσιογράφος κάτι που ένας υπουργός θεωρεί παράλογο.

Και δεν χρειάζεται να ερωτηθεί αν έχει πάρει «μπάφο».

Καθεμία από αυτές τις φράσεις έχει διαφορετικό συμφραζόμενο.

Δεν είναι όλες ίδιες.

Ούτε αποδεικνύουν από μόνες τους ότι ο κάθε άνθρωπος που τις είπε είναι αλαζόνας.

Όταν όμως συσσωρεύονται, δημιουργούν μια πολιτική εικόνα.

Και η πολιτική κρίνεται και από εικόνες.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι λες – είναι τι ακούει ο πολίτης

Εδώ συχνά κάνουν λάθος οι πολιτικοί.

Εστιάζουν αποκλειστικά στο τι εννοούσαν.

«Δεν εννοούσα αυτό».

«Ήταν προσωπική άποψη».

«Έκανα χιούμορ».

«Με απομόνωσαν».

«Διαστρέβλωσαν τα λεγόμενά μου».

Κάποιες φορές μπορεί να έχουν δίκιο.

Αλλά υπάρχει και το άλλο μισό της πολιτικής επικοινωνίας:

Τι άκουσε ο πολίτης;

Αν ένας άνθρωπος που δυσκολεύεται να πληρώσει τη βενζίνη ακούει έναν βουλευτή να του λέει για ΜΜΜ, η εντύπωση έχει ήδη δημιουργηθεί.

Αν ένας άνεργος ακούει τη συζήτηση να περιστρέφεται γύρω από ανθρώπους που παίρνουν επιδόματα και «κάθονται», επίσης.

Και όταν αυτό επαναλαμβάνεται, η ζημιά δεν διορθώνεται πάντα με μια διευκρινιστική δήλωση.

Η Ντόρα μάλλον έβαλε το πραγματικό πρόβλημα στο τραπέζι

Ίσως λοιπόν η σημαντικότερη δήλωση όλων να μην ήταν ούτε του Θεοχάρη ούτε του Μαρινάκη ούτε του Βορίδη ούτε του Κουλκουδίνα ούτε του Γεωργιάδη.

Ίσως ήταν της Ντόρας Μπακογιάννη.

Γιατί έθεσε ένα ερώτημα που φαίνεται να απασχολεί πλέον και ένα κομμάτι του κυβερνώντος κόμματος:

Μήπως η πολυετής παραμονή στην εξουσία έχει δημιουργήσει σε ορισμένα στελέχη απόσταση από την καθημερινότητα;

Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί από ένα άρθρο.

Ούτε όλες οι παραπάνω δηλώσεις έχουν την ίδια βαρύτητα ή πρόθεση.

Υπάρχει όμως αρκετό υλικό ώστε η συζήτηση να μην μπορεί πλέον να απορριφθεί απλώς ως αντιπολιτευτική υπερβολή.

Όταν κορυφαία στελέχη της ίδιας σου της παράταξης χρησιμοποιούν τις λέξεις «αλαζονεία», «οίηση», «ελιτισμός» και «καβαλημένα καλάμια», υπάρχει τουλάχιστον ένα καμπανάκι που αξίζει να ακουστεί.

Γιατί το μεγαλύτερο πρόβλημα για μια κυβέρνηση που βρίσκεται πολλά χρόνια στην εξουσία δεν είναι να κάνει λάθη.

Όλες οι κυβερνήσεις κάνουν.

Το πραγματικά επικίνδυνο σημείο έρχεται όταν αρχίζει να δημιουργείται η εντύπωση ότι δεν καταλαβαίνει πλέον γιατί ο πολίτης ενοχλείται από αυτά.

Και τότε το «ξεκαβαλικέψτε» της Ντόρας Μπακογιάννη παύει να είναι απλώς μια εσωκομματική ατάκα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ