Μία δήλωση μπορεί να είναι ατυχής. Δύο μπορεί να θεωρηθούν κακός χειρισμός. Όταν όμως υπουργοί, υφυπουργοί και βουλευτές του ίδιου κυβερνώντος κόμματος επανέρχονται με τοποθετήσεις για «νοικοκύρηδες» και «κακομοίρηδες», για τον «τζάμπα που πέθανε», για τα αυτοκίνητα που γεμίζουν τους δρόμους και για μια «συγκλονιστική περίοδο ευημερίας», τότε δημιουργείται αναπόφευκτα πολιτική συζήτηση για το πώς αντιλαμβάνονται την οικονομική πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες.
Δεν χρειάζεται να τους χαρακτηρίσει κανείς.
Δεν χρειάζονται βαριές κουβέντες.
Αρκεί να τοποθετήσει δίπλα δίπλα όσα έχουν ειπωθεί.
Γιατί μέσα σε λίγους μήνες –και ιδιαίτερα τις τελευταίες εβδομάδες– υπουργοί, υφυπουργοί και βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας έχουν προκαλέσει αντιδράσεις με δημόσιες τοποθετήσεις τους για την οικονομία, την ακρίβεια και την καθημερινότητα.
Και όταν οι δηλώσεις συγκεντρωθούν σε ένα κείμενο, το ερώτημα προκύπτει από μόνο του:
Πρόκειται απλώς για μια σειρά άστοχων διατυπώσεων ή αποτυπώνουν έναν συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο τμήμα του κυβερνητικού στρατοπέδου βλέπει πλέον την κοινωνία;
Θεοχάρης: Οι «νοικοκύρηδες» και οι «κακομοίρηδες»
Η πιο πρόσφατη περίπτωση είναι αυτή του υφυπουργού Εξωτερικών Χάρη Θεοχάρη.
Σε τηλεοπτική συζήτηση δήλωσε:
«Εμείς εκπροσωπούμε τους νοικοκύρηδες, έχουμε τα κόμματα που εκπροσωπούν τον κακομοίρη».
Η φράση προκάλεσε τέτοιες αντιδράσεις ώστε ο ίδιος ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης τη χαρακτήρισε δημοσίως «άστοχη».
Και πράγματι το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στην κομματική αντιπαράθεση.
Βρίσκεται στον συμβολισμό των λέξεων.
Διότι όταν ένας υφυπουργός μιας κυβέρνησης χρησιμοποιεί τους όρους «νοικοκύρης» και «κακομοίρης» για να περιγράψει δύο διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις, η συζήτηση πολύ εύκολα μεταφέρεται από τα κόμματα στους ίδιους τους πολίτες.
Γεωργιάδης: «Η πιο συγκλονιστική περίοδος ευημερίας»
Λίγες εβδομάδες νωρίτερα είχε προηγηθεί ο Άδωνις Γεωργιάδης.
Και εδώ δεν υπάρχει ζήτημα ερμηνείας ή μεταφοράς της δήλωσης από τρίτους.
Η τοποθέτηση βρίσκεται καταγεγραμμένη στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Υγείας.
Ο υπουργός Υγείας είπε:
«Αυτή την περίοδο στην Ελλάδα έχουμε την πιο συγκλονιστική περίοδο ευημερίας, των τελευταίων δεκαετιών, στην Ευρώπη».
Ο κ. Γεωργιάδης εξήγησε στη συνέχεια ότι αναφερόταν στην πορεία δεικτών όπως η ανάπτυξη, η ανεργία και το δημόσιο χρέος και υποστήριξε ότι η δήλωσή του αλλοιώθηκε «λαϊκίστικα».
Αυτή είναι η εξήγησή του και πρέπει να καταγράφεται.
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά της πολιτικής συζήτησης.
Ο πολίτης δεν βιώνει το ΑΕΠ ως καθημερινή εμπειρία. Βιώνει τον μισθό του, το ενοίκιο, το σούπερ μάρκετ, τη βενζίνη, το ηλεκτρικό ρεύμα και όσα του απομένουν στο τέλος του μήνα.
Γι’ αυτό και η λέξη «ευημερία» αποκτά εντελώς διαφορετικό πολιτικό βάρος όταν χρησιμοποιείται από έναν υπουργό.
Αλεξοπούλου: «Ο τζάμπας πέθανε»
Τον Φεβρουάριο είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις η βουλευτής της ΝΔ Χριστίνα Αλεξοπούλου.
Η συζήτηση αφορούσε εκπαιδευτικούς οι οποίοι καλούνται να υπηρετήσουν μακριά από τον τόπο κατοικίας τους και να αντιμετωπίσουν υψηλό κόστος στέγασης με περιορισμένες αποδοχές.
Σε αυτό το πλαίσιο ακούστηκε η περίφημη πλέον φράση:
«Ο τζάμπας πέθανε».
Η αντίδραση ήταν τόσο μεγάλη ώστε λίγες ημέρες αργότερα η ίδια η κ. Αλεξοπούλου αναγνώρισε ότι η διατύπωσή της ήταν «προβληματική» και ζήτησε συγγνώμη από τους εκπαιδευτικούς. Υποστήριξε ότι η φράση της απευθυνόταν στην αντιπολίτευση και όχι στους ίδιους.
Η συγγνώμη έχει σημασία και πρέπει να αναφέρεται.
Όπως σημασία έχει όμως και το γεγονός ότι η αρχική δήλωση έγινε.
Κουλκουδίνας: Αν δεν υπήρχαν χρήματα για βενζίνη…
Και μετά ήρθε η συζήτηση για τα καύσιμα.
Ο βουλευτής της ΝΔ Σπύρος Κουλκουδίνας βρέθηκε στο επίκεντρο αντιδράσεων όταν, μιλώντας για την αύξηση της τιμής της βενζίνης, χρησιμοποίησε ως επιχείρημα την κυκλοφορία των αυτοκινήτων.
Η δήλωση προκάλεσε αντιδράσεις και ο ίδιος επανήλθε με διευκρινιστική τοποθέτηση, υποστηρίζοντας ότι απομονώθηκε μία φράση του και ότι αυτό που ήθελε να επισημάνει ήταν πως, παρά την αύξηση των καυσίμων, οι δείκτες δεν καταγράφουν μείωση της κυκλοφορίας των οχημάτων.
Όμως και πάλι γεννάται το ίδιο ερώτημα.
Αποτελεί η κυκλοφοριακή συμφόρηση αξιόπιστο μέτρο οικονομικής ευημερίας;
Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το αυτοκίνητο μόνο όταν τους περισσεύουν χρήματα;
Ή πολλές φορές το χρειάζονται για να πάνε στη δουλειά τους, να μεταφέρουν τα παιδιά τους, να κινηθούν σε περιοχές χωρίς επαρκείς δημόσιες συγκοινωνίες;
Και μετά ήρθε ο Τσιάρας
Στο ίδιο περίπου επιχείρημα κινήθηκε και ο Κώστας Τσιάρας.
Όπως καταγράφηκε δημόσια, ανέφερε ότι πηγαίνοντας στην εκλογική του περιφέρεια βλέπει την εθνική οδό γεμάτη αυτοκίνητα, εικόνα που –όπως υποστήριξε– δεν έβλεπε επί πολλά χρόνια.
Και έτσι τα αυτοκίνητα στους δρόμους φαίνεται να μετατρέπονται σε έναν άτυπο δείκτη της οικονομικής κατάστασης.
Μόνο που η οικονομική πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Το γεγονός ότι κάποιος βάζει βενζίνη δεν σημαίνει ότι δεν τον πιέζει η τιμή της.
Το γεγονός ότι ένα νοικοκυριό εξακολουθεί να καταναλώνει ηλεκτρικό ρεύμα δεν σημαίνει ότι δεν δυσκολεύεται να πληρώσει τον λογαριασμό.
Το γεγονός ότι κάποιος πληρώνει το ενοίκιό του δεν σημαίνει ότι του περισσεύουν χρήματα.
Αυτές είναι ανελαστικές ή δύσκολα περιοριζόμενες ανάγκες.
Πέντε διαφορετικά πρόσωπα – ένα πολιτικό πρόβλημα
Θεοχάρης.
Γεωργιάδης.
Αλεξοπούλου.
Κουλκουδίνας.
Τσιάρας.
Δεν πρόκειται για πέντε δηλώσεις του ίδιου ανθρώπου.
Πρόκειται για διαφορετικά στελέχη του κυβερνώντος κόμματος, με διαφορετικές θέσεις και διαφορετικές αφορμές.
Κάποιες δηλώσεις διορθώθηκαν.
Κάποιες διευκρινίστηκαν.
Για κάποιες ζητήθηκε συγγνώμη.
Για τη δήλωση Θεοχάρη υπήρξε δημόσια κυβερνητική αποδοκιμασία.
Αυτό ακριβώς όμως δημιουργεί το πολιτικό ζήτημα.
Πόσες φορές μπορεί να επαναλαμβάνεται ένα παρόμοιο επικοινωνιακό ατύχημα προτού πάψει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ατύχημα;
Και υπάρχει μια παλαιότερη φράση του ίδιου του Μητσοτάκη
Στην πολιτική συζήτηση έχει επανέλθει πολλές φορές και μια δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη από τη ΔΕΘ του 2017:
«Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες. Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση».
Η συγκεκριμένη φράση έχει καταγραφεί ακόμη και στα επίσημα πρακτικά της Βουλής, όταν χρησιμοποιήθηκε αργότερα στο πλαίσιο κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης.
Η δήλωση από μόνη της δεν σημαίνει ότι ο σημερινός πρωθυπουργός υποστηρίζει κάθε μεταγενέστερη φράση στελέχους της ΝΔ.
Θα ήταν αυθαίρετο να υποστηρίξουμε κάτι τέτοιο.
Μπορεί όμως να τεθεί ένα πολιτικό ερώτημα:
ποια αντίληψη για τις κοινωνικές ανισότητες εκφράζει τελικά η κυβερνητική παράταξη και πώς αυτή μεταφράζεται στον δημόσιο λόγο των στελεχών της;
Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι πολίτες συνηθίζουν
Κάπου εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο.
Η πρώτη φορά προκαλεί αντίδραση.
Η δεύτερη συζήτηση.
Η τρίτη ίσως θυμό.
Στην πέμπτη, στην έκτη, στη δέκατη υπάρχει ένας άλλος κίνδυνος:
η συνήθεια.
Να ακούμε έναν πολιτικό να μιλά για «κακομοίρηδες» και να προσπερνάμε.
Να ακούμε για «συγκλονιστική ευημερία» και να χαμογελάμε.
Να ακούμε ότι «ο τζάμπας πέθανε» σε μια συζήτηση για εκπαιδευτικούς που δυσκολεύονται με τη στέγαση και να θεωρούμε ότι είναι απλώς άλλη μία τηλεοπτική ατάκα.
Να ακούμε ότι οι δρόμοι είναι γεμάτοι αυτοκίνητα ως απάντηση στην ακρίβεια των καυσίμων και να το θεωρούμε πλέον φυσιολογικό μέρος της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Εκεί ακριβώς χρειάζονται αντανακλαστικά.
Όχι επειδή ο πολίτης πρέπει να συμφωνεί ή να διαφωνεί με ένα συγκεκριμένο κόμμα.
Αλλά επειδή οι άνθρωποι που εκφέρουν αυτές τις απόψεις δεν είναι σχολιαστές στα κοινωνικά δίκτυα.
Είναι υπουργοί, υφυπουργοί και βουλευτές.
Ψηφίζουν νόμους.
Καθορίζουν πολιτικές.
Διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα.
Και οι αποφάσεις τους επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων.
Γι’ αυτό οι λέξεις τους έχουν βάρος.
Και γι’ αυτό η κριτική σε αυτές δεν πρέπει να εξαφανίζεται μέσα στον επόμενο κύκλο της επικαιρότητας.
Μπορεί κάποιος να συμφωνεί με την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης. Μπορεί να θεωρεί ότι η Ελλάδα έχει βελτιώσει σημαντικούς μακροοικονομικούς δείκτες. Μπορεί να θεωρεί άδικη ή υπερβολική την κριτική που ασκείται στη Νέα Δημοκρατία.
Αυτό είναι πολιτική κρίση του καθενός.
Οι συγκεκριμένες δηλώσεις όμως ειπώθηκαν.
Και η δημόσια συζήτηση οφείλει να τις θυμάται, να τις τοποθετεί στο πραγματικό τους πλαίσιο και να τις κρίνει.
Γιατί η δημοκρατική λογοδοσία αρχίζει ακριβώς εκεί:
στο να μη συνηθίζουμε ποτέ τους ανθρώπους που ασκούν εξουσία να θεωρούν ότι οι λέξεις τους δεν έχουν συνέπειες.



