Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται στις δημοσκοπήσεις, αλλά η αυτοδυναμία παραμένει μακριά από τις σημερινές μετρήσεις. Την ίδια στιγμή, οι ατυχείς δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών, η αίσθηση αλαζονείας που επικρίνουν πολιτικοί αντίπαλοι και οι δύο πρόσφατες αποσύρσεις επίμαχων διατάξεων δημιουργούν μια εικόνα πολιτικής αμηχανίας. Η δήλωση της Σέβης Βολουδάκη για το άρθρο 23 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των αντιφάσεων που αναδεικνύονται στο κυβερνητικό στρατόπεδο.
Η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται μπροστά σε ένα πολιτικό παράδοξο. Παραμένει πρώτη στις δημοσκοπήσεις, διατηρεί σημαντική απόσταση από τους αντιπάλους της, αλλά δυσκολεύεται να παρουσιάσει μια εικόνα πολιτικής κυριαρχίας αντίστοιχη με εκείνη των προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων.
Οι μετρήσεις του Οκτωβρίου καταγράφουν τη ΝΔ κοντά στο 30% στην εκτίμηση ψήφου. Η GPO την τοποθέτησε στο 29,4%, ενώ η Opinion Poll στο 30,3%. Πρόκειται για ποσοστά που διατηρούν την πρωτιά της, αλλά δεν τεκμηριώνουν από μόνα τους την επίτευξη του στόχου της αυτοδυναμίας.
Και όσο πλησιάζει το 2027, τόσο μεγαλύτερη πολιτική σημασία αποκτά η απόσταση ανάμεσα στην κυβερνητική επιδίωξη και στη σημερινή δημοσκοπική πραγματικότητα.
Δεν είναι, όμως, μόνο οι αριθμοί.
Είναι και η συνολική εικόνα που εκπέμπει η κυβέρνηση.
Από την αυτοπεποίθηση στην αμηχανία
Μια κυβέρνηση που βρίσκεται για πολλά χρόνια στην εξουσία αντιμετωπίζει αναπόφευκτα τη φθορά της καθημερινότητας. Η ακρίβεια, το κόστος ζωής, τα προβλήματα των νοικοκυριών και η δυσκολία πολλών πολιτών να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις δημιουργούν ένα απαιτητικό κοινωνικό περιβάλλον.
Σε τέτοιες συνθήκες, η πολιτική συμπεριφορά αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Οι πολίτες δεν αξιολογούν μόνο τα μέτρα που ανακοινώνονται. Αξιολογούν και τον τρόπο με τον οποίο τα κυβερνητικά στελέχη μιλούν, απαντούν στην κριτική και αντιμετωπίζουν τις αντιδράσεις.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα που καλείται να διαχειριστεί η Νέα Δημοκρατία.
Η αλαζονεία και η αμετροέπεια δεν είναι απλώς χαρακτηρισμοί της πολιτικής αντιπαράθεσης. Είναι κατηγορίες που αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα κάθε φορά που μια δημόσια δήλωση δημιουργεί την εντύπωση ότι η εξουσία δυσκολεύεται να ακούσει την κοινωνία.
Και όταν οι ατυχείς τοποθετήσεις επαναλαμβάνονται, παύουν να αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένα επικοινωνιακά περιστατικά.
Μετατρέπονται σε πρόβλημα πολιτικής εικόνας.
Δύο αποσύρσεις μέσα σε λίγες ημέρες
Το πρόσφατο πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Δύο διαφορετικές διατάξεις προκάλεσαν αντιδράσεις και τελικά δεν προχώρησαν.
Η πρώτη αφορούσε την κατάργηση της δυνατότητας πληρωμής με μετρητά στις αντικαταβολές μέσω εταιρειών courier.
Με την προτεινόμενη ρύθμιση, ακόμη και ένας καταναλωτής που παραλάμβανε μια μικρή ηλεκτρονική παραγγελία θα έπρεπε να πληρώσει με κάρτα ή άλλο ηλεκτρονικό μέσο.
Η διάταξη αποσύρθηκε πριν από την κατάθεση του νομοσχεδίου στη Βουλή, μετά τις αντιδράσεις και τα πρακτικά και νομικά ζητήματα που αναδείχθηκαν.
Η δεύτερη περίπτωση ήταν πολιτικά ακόμη πιο ευαίσθητη.
Το άρθρο 23 αφορούσε τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης σε περιπτώσεις αθέτησης διμερών ρυθμίσεων δανείων.
Δικηγορικοί σύλλογοι και κόμματα της αντιπολίτευσης διατύπωσαν σοβαρές ενστάσεις, υποστηρίζοντας ότι η πρόβλεψη θα ενίσχυε τη θέση των funds και των servicers σε βάρος των δανειοληπτών.
Η κυβέρνηση τελικά απέσυρε και αυτή τη διάταξη κατά την κοινοβουλευτική επεξεργασία.
Ασφαλώς, η απόσυρση μιας νομοθετικής πρόβλεψης δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη κυβερνητικής αδυναμίας. Η διαβούλευση και η αποδοχή παρατηρήσεων αποτελούν μέρος της νομοθετικής διαδικασίας.
Ωστόσο, δύο τέτοιες αλλαγές σε σύντομο χρονικό διάστημα δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για την αρχική προετοιμασία των ρυθμίσεων και την εκτίμηση των κοινωνικών τους συνεπειών.
Και τότε ήρθε η δήλωση Βολουδάκη
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η υφυπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Σέβη Βολουδάκη, εμφανίστηκε στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ και κλήθηκε να τοποθετηθεί για το άρθρο 23.
Ο Κώστας Ζαχαριάδης τη ρώτησε ευθέως αν η συγκεκριμένη διάταξη ήταν τελικά καλή ή κακή.
Η απάντησή της ήταν σαφής:
«Το άρθρο 23 ήταν καλό, ναι».
Και δεν σταμάτησε εκεί.
Η υφυπουργός υποστήριξε ότι η διάταξη προστάτευε τους δανειολήπτες, εξηγώντας παράλληλα ότι τα άρθρα ενός νομοσχεδίου δεν είναι «γραμμένα σε πέτρα» και μπορούν να αλλάζουν κατά την κοινοβουλευτική διαδικασία.
Η επιχειρηματολογία της έχει μια συγκεκριμένη λογική: μια κυβέρνηση μπορεί να θεωρεί σωστή μια αρχική πρόταση και παρ’ όλα αυτά να την τροποποιεί ή να την αποσύρει έπειτα από διαβούλευση.
Όμως, σε πολιτικό επίπεδο, η δήλωση άνοιξε ξανά τη συζήτηση που η απόσυρση είχε επιχειρήσει να κλείσει.
Διότι το ερώτημα παραμένει απλό.
Αν μια διάταξη ήταν τόσο καλή και προστάτευε τους δανειολήπτες, γιατί προκάλεσε τόσο έντονες αντιδράσεις και γιατί η κυβέρνηση αποφάσισε τελικά να την αποσύρει;
Αυτό είναι το ερώτημα που η Νέα Δημοκρατία οφείλει να απαντήσει με συγκεκριμένα επιχειρήματα για το περιεχόμενο της ρύθμισης, όχι μόνο με αναφορές στη δυνατότητα αλλαγών κατά την κοινοβουλευτική διαδικασία.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι δηλώσεις
Η περίπτωση Βολουδάκη είναι χαρακτηριστική ενός ευρύτερου πολιτικού ζητήματος.
Όταν μια κυβέρνηση βρίσκεται υπό δημοσκοπική πίεση, κάθε δημόσια τοποθέτηση αποκτά μεγαλύτερη σημασία.
Μια ατυχής φράση μπορεί να μεταφέρει τη συζήτηση από το περιεχόμενο μιας πολιτικής στην αξιοπιστία εκείνων που την υπερασπίζονται.
Μια νομοθετική υποχώρηση μπορεί να ερμηνευθεί ως αποτέλεσμα ουσιαστικής διαβούλευσης, αλλά μπορεί επίσης να ενισχύσει την εντύπωση ότι η αρχική απόφαση δεν είχε προετοιμαστεί επαρκώς.
Και όταν τα δύο συμβαίνουν ταυτόχρονα, το επικοινωνιακό πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο.
Η Νέα Δημοκρατία χρειάζεται να εξηγήσει όχι μόνο γιατί αλλάζει μια διάταξη, αλλά και γιατί τη θεωρούσε αναγκαία εξαρχής.
Χρειάζεται επίσης να αντιμετωπίσει το ζήτημα του ύφους με το οποίο τα στελέχη της απευθύνονται στους πολίτες και στους πολιτικούς τους αντιπάλους.
Γιατί η πολιτική φθορά δεν προκύπτει αποκλειστικά από τις αποφάσεις. Μπορεί να επιτείνεται και από τον τρόπο με τον οποίο αυτές παρουσιάζονται.
Η δημοσκοπική εικόνα δεν επιτρέπει εφησυχασμό
Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να έχει σημαντικό προβάδισμα. Αυτό αποτελεί δεδομένο των πρόσφατων μετρήσεων και δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Το ίδιο δεδομένη, όμως, είναι και η απόσταση των καταγραφόμενων ποσοστών από την εκλογική επίδοση του 2023.
Η αυτοδυναμία παραμένει ο διακηρυγμένος στόχος του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά η επίτευξή της δεν προκύπτει από τις σημερινές δημοσκοπήσεις. Η τελική κατανομή των εδρών θα εξαρτηθεί από το πραγματικό εκλογικό αποτέλεσμα και τους κανόνες του εκλογικού συστήματος.
Αυτή η πραγματικότητα δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις πολιτικής διαχείρισης.
Η κυβέρνηση δεν αρκεί να διατηρεί την πρώτη θέση. Χρειάζεται να εξηγεί πειστικά τις επιλογές της, να αποφεύγει αντιφατικά μηνύματα και να ανταποκρίνεται στις κοινωνικές αντιδράσεις πριν αυτές μετατραπούν σε μείζονες πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Η αλαζονεία ως πολιτικό πρόβλημα
Η πολυετής παραμονή στην εξουσία ενέχει πάντοτε τον κίνδυνο της υπερβολικής αυτοπεποίθησης.
Όταν τα κυβερνητικά στελέχη συνηθίζουν να αντιμετωπίζουν την κριτική ως εμπόδιο αντί ως χρήσιμη επισήμανση, η απόσταση από την κοινωνία μπορεί να μεγαλώσει.
Και όταν μια κυβέρνηση χρειάζεται να αποσύρει διατάξεις ύστερα από έντονες αντιδράσεις, η συζήτηση για το αν άκουσε εγκαίρως τους ενδιαφερόμενους γίνεται αναπόφευκτη.
Οι δύο πρόσφατες αποσύρσεις δεν αποδεικνύουν από μόνες τους ότι η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται σε κατάσταση πανικού. Αναδεικνύουν, όμως, ένα ζήτημα πολιτικής λειτουργίας που αξίζει να εξεταστεί σοβαρά.
Η κυβερνητική αυτοπεποίθηση δεν μπορεί να υποκαθιστά τη νομοθετική προετοιμασία. Ούτε η κομματική υπεράσπιση μπορεί να υποκαθιστά την ουσιαστική εξήγηση.
Το ερώτημα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη
Το ουσιαστικό ζήτημα για τη Νέα Δημοκρατία δεν είναι αν θα υπάρξει άλλη μία άστοχη δήλωση ή άλλη μία νομοθετική αλλαγή.
Είναι αν μπορεί να αντιμετωπίσει τις αιτίες που κάνουν τέτοια περιστατικά να αποκτούν δυσανάλογη πολιτική βαρύτητα.
Η δημοσκοπική φθορά, η κοινωνική δυσαρέσκεια, οι επικρίσεις για αλαζονεία και οι αντιφάσεις στην κυβερνητική επιχειρηματολογία συνθέτουν μια δύσκολη πολιτική συγκυρία.
Η δήλωση της Σέβης Βολουδάκη για το άρθρο 23 δεν δημιούργησε όλα αυτά τα προβλήματα. Τα έφερε, όμως, ξανά στην επιφάνεια.
Γιατί, τελικά, το μεγαλύτερο πρόβλημα μιας κυβέρνησης δεν είναι να παραδεχθεί ότι μια διάταξη χρειάζεται αλλαγή. Είναι να δυσκολεύεται να εξηγήσει με σαφήνεια γιατί την πρότεινε, γιατί την απέσυρε και ποια θέση εξακολουθεί να υποστηρίζει.
Και σε μια περίοδο που η Νέα Δημοκρατία αναζητά τον δρόμο προς την αυτοδυναμία, η συνέπεια, η σοβαρότητα και η πολιτική μετριοπάθεια αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
Η πρωτιά στις δημοσκοπήσεις παραμένει. Το ερώτημα είναι αν η κυβέρνηση μπορεί να αντιμετωπίσει τη φθορά που καταγράφεται πίσω από αυτήν.



