Κάτι περίεργο συμβαίνει το τελευταίο διάστημα στη Νέα Δημοκρατία.
Ένα κόμμα που εξακολουθεί να βρίσκεται πρώτο στις δημοσκοπήσεις συμπεριφέρεται πολλές φορές σαν κόμμα που αισθάνεται ότι απειλείται.
Υπουργοί ανεβάζουν τους τόνους.
Άλλοι υπουργοί διαφοροποιούνται.
Το Μέγαρο Μαξίμου αναγκάζεται να διορθώνει δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών.
Ο Αντώνης Σαμαράς αντιμετωπίζεται πλέον σχεδόν ως πολιτικός αντίπαλος.
Για τον Κώστα Καραμανλή επιλέγονται πολύ προσεκτικότερες διατυπώσεις.
Στο εσωτερικό της παράταξης υπάρχουν διαφορετικές απόψεις για το πόσο δεξιά πρέπει να κινηθεί η Νέα Δημοκρατία, πόσο πρέπει να συγκρουστεί με τον Σαμαρά και ποια πρέπει να είναι τελικά η στρατηγική μέχρι τις εκλογές.
Και μέσα σε όλα αυτά εμφανίζεται ένας υπουργός της κυβέρνησης και προειδοποιεί περίπου ότι σε περίπτωση ακυβερνησίας μπορεί να έχουμε… «ντου από απέναντι».
Για να έρθει λίγες ημέρες αργότερα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος και να πει:
«Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος για να δημιουργούμε πανικό στον κόσμο».
Τι ακριβώς συμβαίνει;
Γιατί υπάρχει τέτοια νευρικότητα;
Γιατί μια κυβέρνηση που προηγείται με μεγάλη διαφορά από το δεύτερο κόμμα αισθάνεται την ανάγκη να ανεβάζει τόσο πολύ την ένταση;
Η απάντηση, κατά τη γνώμη μας, βρίσκεται σε μία πολύ απλή διαπίστωση:
η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να είναι πρώτη, αλλά δεν αισθάνεται πλέον κυρίαρχη.
Και αυτά είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.
Η περίπτωση Φλωρίδη είναι περισσότερο σύμπτωμα παρά πρόβλημα
Ας ξεκινήσουμε από όσα συνέβησαν.
Ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης θέλησε να αναδείξει τη σημασία της πολιτικής σταθερότητας.
Μέχρι εδώ, τίποτε παράξενο.
Είναι απολύτως θεμιτό μια κυβέρνηση να υποστηρίζει ότι η χώρα χρειάζεται σταθερή διακυβέρνηση.
Μόνο που ο υπουργός προχώρησε αρκετά παραπέρα.
Συνέδεσε ουσιαστικά το ενδεχόμενο ακυβερνησίας με εθνικό κίνδυνο και χρησιμοποίησε για την Τουρκία την εξαιρετικά βαριά φράση:
«θα γίνει το ντου από απέναντι».
Εδώ πλέον δεν μιλάμε απλώς για πολιτικό επιχείρημα υπέρ της σταθερότητας.
Μιλάμε για καλλιέργεια φόβου.
Και προφανώς αυτό αντιλήφθηκε το Μέγαρο Μαξίμου.
Γι’ αυτό και ο Παύλος Μαρινάκης αναγκάστηκε να πάρει αποστάσεις.
Δέχθηκε ότι η διατύπωση χρειαζόταν προσοχή.
Ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει ένδειξη θερμού επεισοδίου.
Και είπε κάτι ακόμη σημαντικό:
Η κυβέρνηση θέλει να μιλά για σταθερότητα, «αλλά όχι με όρους φόβου».
Πολύ σωστά.
Μόνο που δημιουργείται ένα εύλογο ερώτημα:
Γιατί χρειάστηκε να ειπωθεί;
Γιατί ένας υπουργός φτάνει μέχρι εκεί;
Ο Φλωρίδης δεν είναι ένας σχολιαστής τηλεοπτικού πάνελ.
Είναι υπουργός της κυβέρνησης.
Και όταν ένας υπουργός χρησιμοποιεί ένα τόσο ακραίο παράδειγμα για να περιγράψει τι μπορεί να συμβεί εάν δεν σχηματιστεί κυβέρνηση μετά τις εκλογές, πρέπει να αναρωτηθούμε τι ακριβώς αποκαλύπτει αυτή η υπερβολή.
Κατά τη γνώμη μας, αποκαλύπτει άγχος.
Το άγχος μιας παράταξης που γνωρίζει ότι το πραγματικό της πρόβλημα στις επόμενες εκλογές μπορεί να μην είναι ποιος θα τερματίσει πρώτος.
Μπορεί να είναι:
πώς θα σχηματιστεί κυβέρνηση την επόμενη ημέρα.
Και αυτό αλλάζει τα πάντα.
Γιατί η πρώτη θέση μπορεί να μην αρκεί
Ας δούμε την πραγματικότητα χωρίς κομματικές παρωπίδες.
Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διαθέτει ένα τεράστιο πολιτικό πλεονέκτημα.
Δεν υπάρχει σήμερα ένα δεύτερο κόμμα που να βρίσκεται δημοσκοπικά σε απόσταση αναπνοής.
Αυτό είναι γεγονός.
Όμως υπάρχει και το άλλο γεγονός.
Η ΝΔ βρίσκεται σημαντικά χαμηλότερα από το 40,56% των εθνικών εκλογών του 2023.
Και αυτό είναι που πραγματικά ενδιαφέρει το Μαξίμου.
Γιατί η μάχη του Μητσοτάκη δεν είναι μόνο:
«Να βγω πρώτος».
Είναι:
«Να μπορώ να κυβερνήσω».
Και κυρίως να μπορώ να κυβερνήσω χωρίς να εξαρτώμαι από κάποιον άλλον.
Εκεί βρίσκεται ο πραγματικός πανικός
Αν η Νέα Δημοκρατία πάρει στις επόμενες εκλογές ένα ποσοστό κοντά στα σημερινά δημοσκοπικά επίπεδα, μπορεί να είναι άνετα πρώτη.
Και ταυτόχρονα να βρίσκεται πολύ μακριά από την αυτοδυναμία.
Τότε αρχίζουν τα δύσκολα.
Με ποιον θα κυβερνήσει;
Με το ΠΑΣΟΚ;
Θα δεχθεί το ΠΑΣΟΚ;
Με ποιον πρωθυπουργό;
Με ποιους όρους;
Θα χρειαστούν δεύτερες εκλογές;
Και αν γίνουν δεύτερες εκλογές, τι αποτέλεσμα θα έχουν;
Θα ενισχυθεί η ΝΔ ή θα αυξηθεί η αντισυστημική ψήφος;
Και τι θα συμβεί εάν μέχρι τότε υπάρχει και κόμμα Σαμαρά;
Αυτά είναι τα πραγματικά ερωτήματα που βρίσκονται πίσω από τη νευρικότητα.
Ο Σαμαράς έχει αλλάξει ολόκληρη την εξίσωση
Μέχρι πριν από κάποιο διάστημα η κυβέρνηση μπορούσε να κοιτάζει προς την αντιπολίτευση και να αισθάνεται σχετικά ασφαλής.
Κατακερματισμός.
Πολλά κόμματα.
Αδυναμία δημιουργίας ισχυρού εναλλακτικού κυβερνητικού πόλου.
Μόνο που τώρα εμφανίζεται ένας διαφορετικός κίνδυνος.
Και δεν βρίσκεται αριστερά.
Βρίσκεται δεξιά της Νέας Δημοκρατίας.
Ο Αντώνης Σαμαράς δεν χρειάζεται να δημιουργήσει κόμμα του 20% για να προκαλέσει τεράστιο πρόβλημα στον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Αρκεί να αφαιρέσει ένα κρίσιμο ποσοστό από τη ΝΔ.
Αυτό είναι το κλειδί.
Αν ένα κόμμα Σαμαρά αφαιρέσει μερικές μονάδες από τη σημερινή εκλογική βάση της Νέας Δημοκρατίας, μπορεί να μην απειλήσει ποτέ την πρωτιά της.
Μπορεί όμως να κάνει την αυτοδυναμία σχεδόν απρόσιτη.
Και γι’ αυτό το Μέγαρο Μαξίμου δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζει τον πρώην πρωθυπουργό ως μια απλή εσωκομματική ενόχληση.
Γι’ αυτό άλλαξε και ο Μητσοτάκης
Στη ΔΕΘ είδαμε κάτι που δεν είχαμε συνηθίσει στον ίδιο βαθμό.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποφάσισε να απαντήσει ευθέως στον Αντώνη Σαμαρά.
Δεν άφησε περιθώριο πολιτικής συνεννόησης.
Έφτασε μάλιστα να θυμίσει εμμέσως την περίοδο του 1993 και την πτώση της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Αυτό δεν είναι μια τυχαία αλλαγή ύφους.
Δείχνει ότι το Μαξίμου θεωρεί πλέον πιθανό το «πρόβλημα Σαμαρά».
Και εδώ όμως δημιουργείται νέα εσωκομματική διαφωνία.
Γιατί δεν συμφωνούν όλοι στη ΝΔ ότι πρέπει να υπάρξει μετωπική σύγκρουση μαζί του.
Κάποιοι θεωρούν ότι πρέπει να αποδομηθεί πριν προλάβει να αποκτήσει δυναμική.
Άλλοι φοβούνται ότι όσο περισσότερο τον χτυπά το Μαξίμου τόσο περισσότερο τον αναβαθμίζει σε βασικό εκφραστή της δυσαρέσκειας στα δεξιά.
Και οι δύο απόψεις έχουν πολιτική λογική.
Το γεγονός όμως ότι υπάρχουν αποδεικνύει το πρόβλημα.
Και υπάρχει ο Κώστας Καραμανλής
Η περίπτωση Καραμανλή είναι διαφορετική.
Ο πρώην πρωθυπουργός δεν έχει κάνει την επιλογή Σαμαρά.
Δεν έχει ανακοινώσει κόμμα.
Δεν βρίσκεται σε ανοιχτή σύγκρουση αντίστοιχης έντασης.
Όμως οι αποστάσεις είναι εμφανείς.
Η απουσία του από κεντρικές εκδηλώσεις στις οποίες πρωταγωνιστεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν περνά απαρατήρητη.
Και γι’ αυτό ο σημερινός πρωθυπουργός χρησιμοποιεί εντελώς διαφορετική γλώσσα όταν μιλά γι’ αυτόν.
Για τον Καραμανλή:
«Τον σέβομαι και τον τιμώ».
Για τον Σαμαρά:
ουσιαστικά καμία δυνατότητα συνεννόησης.
Το Μαξίμου γνωρίζει ότι δεν έχει κανένα συμφέρον να ανοίξει ταυτόχρονα δύο μέτωπα με δύο πρώην πρωθυπουργούς της ίδιας παράταξης.
Γιατί τότε η εικόνα δεν θα ήταν πλέον μιας διαφωνίας με τον Σαμαρά.
Θα άρχιζε να μοιάζει με ρήγμα στο ιστορικό σώμα της Νέας Δημοκρατίας.
Υπάρχει όμως και βαθύτερο πρόβλημα: τι είναι σήμερα η Νέα Δημοκρατία;
Αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο.
Η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη κέρδισε πολιτικά επειδή κατάφερε να επεκταθεί πολύ πέρα από τα παραδοσιακά όρια της κεντροδεξιάς.
Πήρε ψηφοφόρους από το Κέντρο.
Προσέλκυσε εκσυγχρονιστές.
Ενσωμάτωσε στελέχη που προέρχονταν από άλλους πολιτικούς χώρους.
Έχτισε ένα κόμμα πολύ ευρύτερο από την παραδοσιακή ΝΔ.
Αυτό ήταν η δύναμή της.
Τώρα όμως μπορεί να γίνεται και η αδυναμία της.
Γιατί όσο διευρύνεται ένα κόμμα τόσο δυσκολότερο γίνεται να κρατήσει όλους ικανοποιημένους.
Ο κεντρώος ψηφοφόρος θέλει ένα πράγμα.
Ο παραδοσιακός δεξιός άλλο.
Ο φιλελεύθερος άλλο.
Ο κοινωνικά συντηρητικός άλλο.
Ο παλιός καραμανλικός έχει διαφορετικές ευαισθησίες.
Ο σαμαρικός διαφορετικές.
Και όσο τα ποσοστά βρίσκονται στο 40%, αυτές οι διαφορές καλύπτονται από την εξουσία και την προοπτική νίκης.
Όταν τα ποσοστά πέφτουν, οι διαφορές αρχίζουν να ακούγονται.
Η εξουσία ενώνει – η φθορά αποκαλύπτει
Αυτό είναι ένας σχεδόν διαχρονικός κανόνας της πολιτικής.
Όταν ένα κόμμα κερδίζει με 40%, ελάχιστοι αμφισβητούν τη στρατηγική του αρχηγού.
Όταν πέφτει σημαντικά χαμηλότερα, αρχίζουν τα ερωτήματα.
Μήπως πήγαμε πολύ προς το Κέντρο;
Μήπως εγκαταλείψαμε τη δεξιά βάση;
Μήπως πρέπει να επιστρέψουμε στις παραδοσιακές αξίες;
Μήπως πρέπει να γίνουμε περισσότερο κοινωνικοί;
Μήπως πρέπει να σκληρύνουμε στο μεταναστευτικό;
Μήπως πρέπει να αλλάξουμε οικονομική πολιτική;
Μήπως πρέπει να προσεγγίσουμε ξανά ψηφοφόρους που έφυγαν προς τα δεξιά;
Και κάπως έτσι αρχίζουν οι διαφορετικές φωνές.
Η ακρίβεια είναι ίσως ο μεγαλύτερος αντίπαλος
Υπάρχει όμως κάτι πολύ πιο πεζό από τις ιδεολογικές συζητήσεις.
Η καθημερινότητα.
Ο πολίτης μπορεί να ακούει για επενδυτική βαθμίδα, ανάπτυξη, πλεονάσματα και μακροοικονομικούς δείκτες.
Αλλά στο τέλος πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ.
Πληρώνει ενοίκιο.
Πληρώνει ρεύμα.
Βάζει βενζίνη.
Και κοιτάζει τι του μένει στο τέλος του μήνα.
Εκεί κρίνονται πολλές κυβερνήσεις.
Και εκεί το οικονομικό αφήγημα μπορεί να συναντήσει τα όριά του.
Δεν είναι τυχαίο ότι η τελευταία ΔΕΘ επικεντρώθηκε σε ομάδες ψηφοφόρων στις οποίες η ΝΔ αντιμετωπίζει απώλειες και δυσαρέσκεια.
Αγρότες.
Μισθωτούς.
Συνταξιούχους.
Οικογένειες.
Δημοσίους υπαλλήλους.
Η κυβέρνηση γνωρίζει πού βρίσκεται το πρόβλημα.
Και γι’ αυτό αρχίζει ο φόβος
Όταν όμως η θετική αφήγηση δεν αρκεί, υπάρχει πάντοτε ο πειρασμός του αρνητικού διλήμματος.
«Μπορεί να μην είστε απολύτως ικανοποιημένοι από εμάς, αλλά κοιτάξτε τι μπορεί να συμβεί χωρίς εμάς».
Εδώ εντάσσεται και η συζήτηση περί σταθερότητας.
Η σταθερότητα είναι απολύτως θεμιτό πολιτικό επιχείρημα.
Όταν όμως φτάνουμε από το:
«χρειαζόμαστε σταθερή κυβέρνηση»
στο:
«αν δεν έχουμε κυβέρνηση μπορεί να γίνει ντου από την Τουρκία»
τότε κάτι έχει πάει πολύ μακριά.
Και γι’ αυτό ο Μαρινάκης έσπευσε να βάλει φρένο.
Γιατί αν η Νέα Δημοκρατία μετατρέψει το εκλογικό της αφήγημα σε:
«ή εμείς ή χάος»
κινδυνεύει να εμφανιστεί περισσότερο φοβισμένη από όσο πραγματικά είναι.
Το παράδοξο της ΝΔ
Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό παράδοξο της περιόδου.
Η Νέα Δημοκρατία είναι πρώτη.
Με σημαντική διαφορά.
Δεν υπάρχει σήμερα αντίπαλο κόμμα που να φαίνεται έτοιμο να την ξεπεράσει.
Και όμως υπάρχει νευρικότητα.
Γιατί;
Επειδή ο αντίπαλος της ΝΔ αυτή τη στιγμή δεν είναι μόνο το δεύτερο κόμμα.
Είναι η αριθμητική.
Αν πάρεις 27%, 28% ή 30% και ο δεύτερος βρίσκεται πολύ πίσω, κερδίζεις καθαρά τις εκλογές.
Αλλά μπορεί να μην μπορείς να σχηματίσεις αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Και τότε η καθαρή εκλογική νίκη μετατρέπεται σε δύσκολη πολιτική εξίσωση.
Το Μαξίμου φοβάται την επόμενη ημέρα περισσότερο από την ημέρα των εκλογών
Αυτό, κατά τη γνώμη μας, εξηγεί σχεδόν τα πάντα.
Τις συνεχείς αναφορές στη σταθερότητα.
Την επιμονή Μητσοτάκη στην αυτοδυναμία.
Τη σκληρή στάση απέναντι στον Σαμαρά.
Την προσεκτική στάση απέναντι στον Καραμανλή.
Τις προσπάθειες επαναπατρισμού δεξιών ψηφοφόρων.
Το μεγάλο οικονομικό πακέτο της ΔΕΘ.
Και ακόμη και υπερβολές όπως αυτή του Φλωρίδη.
Το πραγματικό ερώτημα του Μαξίμου δεν είναι:
«Θα είμαστε πρώτο κόμμα;»
Είναι:
«Τι θα κάνουμε το βράδυ που θα είμαστε πρώτο κόμμα αλλά δεν θα έχουμε 151 βουλευτές;»
Και τότε αρχίζουν οι προσωπικές στρατηγικές
Όσο περισσότερο πλησιάζουν οι εκλογές τόσο περισσότερο θα εμφανίζεται και ένα ακόμη φαινόμενο.
Οι βουλευτές θα κοιτούν την επανεκλογή τους.
Οι υπουργοί το πολιτικό τους μέλλον.
Τα στελέχη την επόμενη ημέρα.
Κάποιοι θα θέλουν στροφή προς τα δεξιά.
Άλλοι θα επιμένουν στο Κέντρο.
Κάποιοι θα ζητούν σύγκρουση με τον Σαμαρά.
Άλλοι θα θέλουν γέφυρες με το παραδοσιακό κομμάτι της παράταξης.
Και όσο το εκλογικό αποτέλεσμα γίνεται περισσότερο αβέβαιο, τόσο δυσκολότερο θα είναι να διατηρείται απόλυτη πειθαρχία.
Δεν σημαίνει ότι η Νέα Δημοκρατία διαλύεται.
Αυτό θα ήταν υπερβολή.
Σημαίνει όμως ότι μπήκε πλέον σε μια περίοδο όπου η επόμενη ημέρα έχει αρχίσει να απασχολεί τα στελέχη πριν ακόμη φτάσει η κάλπη.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον Μητσοτάκη δεν είναι σήμερα να χάσει τις εκλογές
Αυτό είναι ίσως το συμπέρασμα.
Με τα σημερινά δεδομένα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει πρωτίστως τον κίνδυνο να βρεθεί δεύτερος.
Ο πραγματικός κίνδυνος είναι διαφορετικός.
Να κερδίσει τις εκλογές και να μην μπορεί να μετατρέψει τη νίκη σε κυβέρνηση με τους δικούς του όρους.
Και αν παράλληλα ένα κόμμα Σαμαρά βρίσκεται στη Βουλή, η κατάσταση γίνεται ακόμη δυσκολότερη.
Γιατί τότε θα έχει δημιουργηθεί στα δεξιά ένας πόλος που μπορεί να μην αμφισβητεί την πρωτιά της ΝΔ αλλά θα αμφισβητεί την πολιτική της παντοδυναμία.
Και αυτό ίσως είναι που φοβάται περισσότερο το Μαξίμου.
Από την αυτοπεποίθηση του 41% στη νευρικότητα του σήμερα
Το 2023 η Νέα Δημοκρατία μπορούσε να λέει:
«Εμείς είμαστε η μοναδική πραγματική κυβερνητική πρόταση».
Σήμερα εξακολουθεί να μπορεί να το υποστηρίζει.
Αλλά δεν ακούγεται με την ίδια αυτοπεποίθηση.
Γιατί πλέον υπάρχει φθορά.
Υπάρχουν διαρροές.
Υπάρχει ισχυρότερη δεξιά αντιπολίτευση.
Υπάρχει το ενδεχόμενο Σαμαρά.
Υπάρχουν οι αποστάσεις Καραμανλή.
Υπάρχουν διαφορετικές απόψεις μέσα στην ίδια την κυβέρνηση.
Και υπάρχει πάνω από όλα η αριθμητική της αυτοδυναμίας.
Γι’ αυτό και οι τόνοι ανεβαίνουν.
Γι’ αυτό ακούγονται πράγματα που στη συνέχεια χρειάζεται να διορθώσει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.
Γι’ αυτό η λέξη «σταθερότητα» θα ακούγεται όλο και περισσότερο μέχρι τις εκλογές.
Και γι’ αυτό υπάρχει ο κίνδυνος κάποια στελέχη, μέσα στην αγωνία τους να υπερασπιστούν αυτή τη σταθερότητα, να περάσουν από το πολιτικό επιχείρημα στον φόβο.
Ο πανικός είναι κακός σύμβουλος
Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διαθέτει ένα πολύ σημαντικό πολιτικό πλεονέκτημα:
είναι πρώτη.
Αυτό δεν πρέπει να υποτιμηθεί.
Αλλά πλέον δεν της αρκεί.
Χρειάζεται να επαναφέρει ψηφοφόρους.
Να κλείσει τη διαρροή προς τα δεξιά.
Να κρατήσει το Κέντρο.
Να αντιμετωπίσει τον Σαμαρά χωρίς να τον γιγαντώσει.
Να μην ανοίξει μέτωπο με τον Καραμανλή.
Να πείσει ότι μπορεί να πετύχει αυτοδυναμία.
Και ταυτόχρονα να κρατήσει ενιαία μια παράταξη μέσα στην οποία αρχίζουν να ακούγονται διαφορετικές στρατηγικές.
Δεν είναι εύκολη εξίσωση.
Και ίσως γι’ αυτό βλέπουμε πλέον περισσότερα λάθη.
Περισσότερες υπερβολές.
Περισσότερες διαφοροποιήσεις.
Περισσότερες διορθώσεις.
Η περίπτωση Φλωρίδη είναι χαρακτηριστική.
Ένας υπουργός επιχειρεί να ενισχύσει το κυβερνητικό επιχείρημα περί σταθερότητας και φτάνει τόσο μακριά, ώστε ο ίδιος ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναγκάζεται να του πει ουσιαστικά:
μέχρι εδώ.
Και ίσως αυτή η μικρή ιστορία να περιγράφει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τη σημερινή κατάσταση.
Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται.
Αλλά για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια φαίνεται να φοβάται σοβαρά όχι τόσο ποιος θα κερδίσει τις εκλογές, αλλά τι θα συμβεί την επόμενη ημέρα.
Και όσο αυτή η απάντηση παραμένει αβέβαιη, τόσο η νευρικότητα θα μεγαλώνει.
Γιατί στην πολιτική υπάρχει κάτι πολύ χειρότερο από το να βλέπεις τον αντίπαλό σου να πλησιάζει.
Είναι να μην σε πλησιάζει κανείς — και παρ’ όλα αυτά να μην σου βγαίνουν οι αριθμοί για να κυβερνήσεις.
Ίσως αυτός να είναι τελικά ο πραγματικός λόγος του πανικού στη Νέα Δημοκρατία.



