Το «οικονομικό θαύμα» του Μητσοτάκη: Ευημερία για λίγους, ο λογαριασμός στους πολλούς

Η κυβέρνηση μιλά για ανάπτυξη, επενδυτική βαθμίδα, πλεονάσματα και μια Ελλάδα που έχει αφήσει οριστικά πίσω της την κρίση. Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που γίνεται ολοένα δυσκολότερο να αποφευχθεί: αν πράγματι ζούμε ένα «οικονομικό θαύμα», γιατί τόσο μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας δυσκολεύεται να το δει στην τσέπη και στην καθημερινότητά του;

Οι επόμενες εκλογές πιθανότατα δεν θα κριθούν μόνο στους συνηθισμένους κομματικούς συσχετισμούς. Θα κριθούν και σε μια πολύ απλούστερη ερώτηση:

Ποιος τελικά ωφελήθηκε από την οικονομική πολιτική των τελευταίων ετών;

Γιατί η μακροοικονομική εικόνα της Ελλάδας έχει πράγματι βελτιωθεί σε αρκετούς δείκτες. Αυτό δεν χρειάζεται να το αρνηθεί κανείς.

Το πραγματικό πολιτικό ζήτημα είναι διαφορετικό.

Πόσο από αυτή τη βελτίωση πέρασε στην πραγματική οικονομία και κυρίως στο διαθέσιμο εισόδημα του μέσου πολίτη;

Τα κρατικά ταμεία γεμίζουν – αλλά από πού;

Εδώ αρχίζουν οι δύσκολες ερωτήσεις για την κυβέρνηση.

Τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δείχνουν ότι το 2025 τα έσοδα μόνο από ΦΠΑ έφτασαν τα 27,775 δισ. ευρώ, ενώ οι Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης απέφεραν άλλα 7,438 δισ. ευρώ. Την ίδια χρονιά, τα συνολικά έσοδα από τον φόρο εισοδήματος ανήλθαν σε 26,542 δισ. ευρώ.

Και η τάση συνεχίζεται.

Στο επτάμηνο Ιανουαρίου–Ιουλίου 2026 τα έσοδα από ΦΠΑ είχαν ήδη φτάσει τα 17,740 δισ. ευρώ, ενώ από τους ΕΦΚ είχαν εισπραχθεί άλλα 3,964 δισ. ευρώ. Τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος βρίσκονταν στα 15,073 δισ. ευρώ.

Με απλά λόγια, ένα τεράστιο μέρος των φορολογικών εσόδων εξακολουθεί να προέρχεται από την κατανάλωση.

Από το σούπερ μάρκετ.

Από τη βενζίνη.

Από το πετρέλαιο.

Από τον λογαριασμό του νοικοκυριού.

Και εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής.

Όσο ακριβότερα γίνονται πολλά αγαθά και υπηρεσίες, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να γίνεται σε ονομαστικούς όρους και η φορολογική είσπραξη μέσω του ΦΠΑ.

Το κράτος βλέπει τα έσοδά του να ενισχύονται, αλλά ο καταναλωτής βλέπει το διαθέσιμο εισόδημά του να πιέζεται.

Η οικονομία των αριθμών και η οικονομία της τσέπης

Η κυβέρνηση έχει επενδύσει πολιτικά στην εικόνα μιας χώρας που επέστρεψε στην κανονικότητα.

Επενδυτική βαθμίδα, ανάπτυξη, τουρισμός, επενδύσεις, δημοσιονομικά αποτελέσματα.

Όλα αυτά είναι υπαρκτά στοιχεία της οικονομικής εικόνας.

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη Ελλάδα.

Είναι η Ελλάδα του εργαζομένου που μετράει τι θα αφήσει στο σούπερ μάρκετ.

Του συνταξιούχου που βλέπει μεγάλο μέρος μιας αύξησης να εξαφανίζεται από το κόστος ζωής.

Της οικογένειας που αναζητά σπίτι και διαπιστώνει ότι η στέγη μετατρέπεται σταδιακά σε πολυτέλεια.

Του μικρομεσαίου που ακούει για χρηματοδότηση της οικονομίας αλλά όταν φτάνει στην πόρτα της τράπεζας συναντά μια διαφορετική πραγματικότητα.

Ακόμη και στο τραπεζικό σύστημα η απόσταση είναι εντυπωσιακή. Τον Ιούλιο του 2026, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, το μέσο επιτόκιο των νέων καταθέσεων ήταν μόλις 0,39%, ενώ το αντίστοιχο μέσο επιτόκιο των νέων δανείων ήταν 4,67%.

Αυτή είναι επίσης μια όψη της περίφημης «ισχυρής οικονομίας».

Στέγη: το μεγάλο κοινωνικό αδιέξοδο

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η αγορά κατοικίας.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ανακοίνωσε ότι το δεύτερο τρίμηνο του 2026 οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν ακόμη 5,5% σε ετήσια βάση.

Στην Αθήνα αυξήθηκαν 5%, στη Θεσσαλονίκη 4,7%, στις άλλες μεγάλες πόλεις 5,4% και στις υπόλοιπες περιοχές της χώρας 7,1%.

Και όλα αυτά μετά από μέση αύξηση 8,3% το 2025 και 9,1% το 2024.

Αυτή είναι μια κοινωνική πραγματικότητα που κανένα αφήγημα περί ευημερίας δεν μπορεί να εξαφανίσει.

Για έναν νέο εργαζόμενο, ένα νέο ζευγάρι ή μια οικογένεια με παιδιά, η απόκτηση κατοικίας απομακρύνεται.

Και σε πολλές περιοχές ακόμη και η ενοικίαση ενός αξιοπρεπούς σπιτιού καταναλώνει πλέον δυσανάλογο μέρος του οικογενειακού εισοδήματος.

Η κυβέρνηση μπορεί να ανακοινώνει στεγαστικά προγράμματα και επιδοτήσεις. Όμως όταν οι τιμές συνεχίζουν να ανεβαίνουν με αυτούς τους ρυθμούς, το αποτέλεσμα για χιλιάδες πολίτες παραμένει το ίδιο:

τρέχουν πίσω από μια αγορά που τρέχει γρηγορότερα από αυτούς.

Το μοντέλο των επιδομάτων

Και κάπου εδώ εμφανίζεται η δεύτερη μεγάλη αντίφαση.

Αντί για μια οικονομία στην οποία ο πολίτης μπορεί να καλύπτει αξιοπρεπώς τις βασικές ανάγκες από το εισόδημά του, έχουμε συνηθίσει πλέον σε μια οικονομία συνεχών έκτακτων παρεμβάσεων.

Pass.

Επιδόματα.

Επιστροφές.

Έκτακτες ενισχύσεις.

Επιδοτήσεις λογαριασμών.

Κάθε φορά που εμφανίζεται μια νέα πίεση, αναζητείται και ένα νέο μέτρο ανακούφισης.

Αλλά μια πραγματικά ισχυρή οικονομία δεν μπορεί να μετρά την επιτυχία της από το πόσους πολίτες χρειάζεται να επιδοτεί για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις βασικές τους ανάγκες.

Η επιδότηση μπορεί να αποτελεί αναγκαίο μέτρο έκτακτης ανάγκης. Δεν μπορεί όμως να μετατρέπεται σε μόνιμο οικονομικό μοντέλο.

Ποιος παίρνει τελικά το μέρισμα της ανάπτυξης;

Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο πολιτικό ερώτημα.

Δεν αρκεί να αυξάνεται το ΑΕΠ.

Δεν αρκεί να ανεβαίνει το Χρηματιστήριο.

Δεν αρκεί να δημιουργούνται επενδύσεις.

Δεν αρκεί να παρουσιάζονται υψηλά φορολογικά έσοδα.

Το κρίσιμο είναι πώς κατανέμεται ο νέος πλούτος που παράγεται.

Αν ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας αισθάνεται ότι δουλεύει περισσότερο αλλά εξακολουθεί να δυσκολεύεται να πληρώσει στέγη, τρόφιμα, ενέργεια και μετακινήσεις, τότε υπάρχει σοβαρό πρόβλημα κατανομής της ανάπτυξης.

Και αυτό δεν είναι λογιστικό ζήτημα.

Είναι βαθιά πολιτικό.

Δύο Ελλάδες

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί.

Υπάρχει η Ελλάδα των επενδύσεων, των μεγάλων projects, των χρηματοδοτικών εργαλείων, του Ταμείου Ανάκαμψης και των επιχειρήσεων που έχουν πρόσβαση στη χρηματοδότηση.

Και υπάρχει η Ελλάδα της καθημερινότητας.

Του ενοικίου.

Της δόσης.

Του λογαριασμού ηλεκτρικού ρεύματος.

Της βενζίνης.

Του γεμάτου καλαθιού που γίνεται ολοένα δυσκολότερο να γεμίσει.

Η κυβέρνηση επιλέγει συχνά να προβάλλει την πρώτη.

Στις εκλογές, όμως, θα ψηφίσει και η δεύτερη.

Και εκεί δεν θα αρκούν οι αναβαθμίσεις των οίκων αξιολόγησης ούτε τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Γιατί ο πολίτης δεν πηγαίνει στην κάλπη κρατώντας έναν πίνακα μακροοικονομικών δεικτών.

Πηγαίνει έχοντας στο μυαλό του τι έβγαζε πριν από έναν μήνα και τι του έμεινε.

Τι πλήρωσε στο σούπερ μάρκετ.

Πόσο κόστισε η βενζίνη.

Πόσο ανέβηκε το ενοίκιο.

Αν μπορεί να βοηθήσει το παιδί του να φύγει από το πατρικό σπίτι.

Αν μπορεί να βάλει κάτι στην άκρη.

Το πραγματικό ερώτημα των επόμενων εκλογών

Και ίσως τελικά εκεί κριθεί μεγάλο μέρος της πολιτικής συζήτησης που έρχεται.

Όχι στο εάν η ελληνική οικονομία βελτίωσε ορισμένους δείκτες. Τους βελτίωσε.

Αλλά στο ποιοι εισέπραξαν πραγματικά το μέρισμα αυτής της βελτίωσης.

Γιατί μια οικονομία δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται επιτυχημένη μόνο επειδή ευημερούν οι αριθμοί του κρατικού προϋπολογισμού.

Η πραγματική επιτυχία μετριέται στο εάν ευημερούν οι άνθρωποι.

Και όταν το κράτος εισπράττει δισεκατομμύρια από ΦΠΑ και φόρους κατανάλωσης, όταν οι τιμές των κατοικιών εξακολουθούν να ανεβαίνουν και όταν η καθημερινότητα παραμένει δύσκολη για μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας, η κυβέρνηση δεν μπορεί να αρκείται στο «η οικονομία πηγαίνει καλά».

Γιατί αμέσως ακολουθεί η ερώτηση που μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο δύσκολη:

Καλά για ποιον;

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο το κυβερνητικό αφήγημα περί «οικονομικού θαύματος» συναντά την πραγματική ζωή.

Και εκεί, τελικά, θα δοκιμαστεί.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ