Το σχόλιο είναι έξυπνο ως ατάκα:
«Πού θα βρείτε τα λεφτά;»
«Με ολιστική προσέγγιση».
«Δηλαδή;»
«Όταν θέλεις κάτι πολύ, όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να σε βοηθήσει».
Για καφενειακό χιούμορ, μια χαρά. Για πολιτική και οικονομική κριτική, όμως, υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα: δεν αποδομεί καμία πραγματική πρόταση. Αποδομεί μια πρόταση που κατασκεύασε ο ίδιος ο σχολιαστής.
Και αυτό είναι η κλασική περίπτωση του «σκιάχτρου»: παίρνεις τη θέση του αντιπάλου, την απλοποιείς μέχρι γελοιοποίησης και στη συνέχεια θριαμβολογείς επειδή κατάφερες να καταρρίψεις τη δική σου εκδοχή της.
«Ολιστική» δεν σημαίνει «με τη βοήθεια του σύμπαντος»
Μπορεί η λέξη «ολιστική» να έχει κακοποιηθεί τόσο πολύ ώστε πλέον να προκαλεί εύκολα λογοπαίγνια. Στην πολιτική όμως δεν σημαίνει μεταφυσική, θετική ενέργεια και ευθυγράμμιση των πλανητών.
Σημαίνει ότι ένα πρόβλημα εξετάζεται ως σύνολο και όχι αποσπασματικά.
Στην οικονομική πολιτική, για παράδειγμα, μια πρόταση μπορεί να χρηματοδοτείται από διαφορετικό μείγμα εσόδων και δαπανών, αλλαγή φορολογικών προτεραιοτήτων, ανακατανομή κονδυλίων, καταπολέμηση φοροδιαφυγής, ανάπτυξη ή άλλες δημοσιονομικές παρεμβάσεις.
Αυτά μπορεί να είναι σωστά ή λάθος, επαρκή ή ανεπαρκή, εφαρμόσιμα ή ανεφάρμοστα.
Αλλά πρέπει να εξεταστούν.
Δεν εξαφανίζονται με ένα ανέκδοτο.
Υπάρχει ένας πολύ απλός τρόπος να αποδομήσεις μια οικονομική πρόταση
Αν θεωρείς ότι κάποιος τάζει πράγματα που δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει, δεν χρειάζεται να επικαλεστείς το σύμπαν.
Παίρνεις τις προτάσεις μία προς μία.
Υπολογίζεις το δημοσιονομικό κόστος.
Εξετάζεις τις πηγές χρηματοδότησης που προτείνονται.
Βλέπεις εάν οι αριθμοί βγαίνουν.
Ελέγχεις εάν παραβιάζονται οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες.
Και στο τέλος λες:
«Υπόσχεσαι Χ δισεκατομμύρια και έχεις εξασφαλίσει Υ. Σου λείπουν τόσα. Πού θα τα βρεις;»
Αυτό είναι επιχείρημα.
Το «θα συνωμοτήσει το σύμπαν» είναι meme.
Και κάτι ακόμη: οι ίδιοι κανόνες πρέπει να ισχύουν για όλους
Εδώ βρίσκεται το πραγματικά ενδιαφέρον.
Όταν η κυβέρνηση ανακοινώνει παροχές, φοροελαφρύνσεις ή αυξήσεις δαπανών, εξηγεί ότι δημιουργήθηκε δημοσιονομικός χώρος από την ανάπτυξη, την αύξηση των εσόδων και την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής.
Και πολύ σωστά.
Δεν εμφανίζονται τα χρήματα στο υπουργείο Οικονομικών επειδή «το ήθελε πολύ» ο Κυριάκος Μητσοτάκης και συνωμότησε το σύμπαν.
Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο πρέπει να εξετάζονται και οι προτάσεις οποιουδήποτε αντιπάλου του.
Ίδιο μέτρο και ίδιο σταθμό.
Αν δεν βγαίνουν οι αριθμοί, να αποκαλυφθεί.
Αν βγαίνουν αλλά προϋποθέτουν υψηλότερη φορολογία, να ειπωθεί.
Αν απαιτούν περικοπές αλλού, να μάθουμε πού.
Αν είναι δημοσιονομικά ανεφάρμοστες, να αποδειχθεί.
Αυτό θα ήταν μάλιστα πολύ ισχυρότερη κριτική από ένα ειρωνικό σχόλιο.
Γιατί διαφορετικά δεν συζητάμε – χειροκροτούμε
Το συγκεκριμένο σχόλιο τελειώνει με το υποτιθέμενο:
«Απολύτως τεκμηριωμένη απάντηση, θα σας ψηφίσουμε».
Μόνο που «απολύτως τεκμηριωμένη» δεν είναι ούτε η απάντηση που σατιρίζει ούτε η κριτική που κάνει.
Γιατί δεν παρουσιάζεται ούτε ένας αριθμός.
Ούτε ένα μέτρο.
Ούτε ένα κόστος.
Ούτε μία πηγή χρηματοδότησης που αποδεικνύεται ανεπαρκής.
Τίποτα.
Υπάρχει μόνο η καρικατούρα μιας θέσης και το punchline.
Και τελικά αυτό αποκαλύπτει ένα ευρύτερο πρόβλημα του πολιτικού διαλόγου: δεν προσπαθούμε να πείσουμε εκείνον που διαφωνεί μαζί μας. Προσπαθούμε να κάνουμε να γελάσει εκείνος που ήδη συμφωνεί μαζί μας.
Ο οπαδός του Μητσοτάκη θα γελάσει με το «σύμπαν».
Ο αντίπαλός του θα γελάσει με κάτι αντίστοιχο για τον Μητσοτάκη.
Και κανένας δεν θα έχει μάθει εάν οι συγκεκριμένες οικονομικές προτάσεις πράγματι χρηματοδοτούνται.
Το ερώτημα «πού θα βρείτε τα λεφτά;» είναι σωστό
Και γι’ αυτό ακριβώς δεν πρέπει να το ευτελίζουμε.
Είναι ίσως το σημαντικότερο ερώτημα που πρέπει να τίθεται σε κάθε κόμμα που εξαγγέλλει παροχές.
Πού θα βρείτε τα χρήματα;
Πόσο κοστίζει;
Ποιος θα πληρώσει;
Τι θα περικοπεί;
Ποιο θα είναι το δημοσιονομικό αποτέλεσμα;
Αλλά μετά πρέπει να περιμένουμε την πραγματική απάντηση και να την ελέγξουμε.
Όχι να γράψουμε εμείς μια γελοία απάντηση στη θέση του αντιπάλου και κατόπιν να συγχαρούμε τον εαυτό μας επειδή την αποδομήσαμε.
Γιατί τότε υπάρχει πράγματι κάτι που γίνεται «ολιστικά»:
Η υποβάθμιση της πολιτικής συζήτησης.
Και γι’ αυτήν, δυστυχώς, δεν χρειάζεται να συνωμοτήσει κανένα σύμπαν.
Την καταφέρνουμε μια χαρά μόνοι μας.



