Όταν όλα θα τα ξέρει η Τεχνητή Νοημοσύνη, ποιος θα θυμάται πώς ένιωθε ο άνθρωπος; Η απάντηση ενός παιδιάτρου–συγγραφέα συγκινεί

Σε μια εποχή όπου η Τεχνητή Νοημοσύνη παράγει άψογες απαντήσεις και η γνώση πολλαπλασιάζεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ένας Έλληνας γιατρός και συγγραφέας επιλέγει έναν διαφορετικό δρόμο. Ο Βαγγέλης Ευαγγελάτος ανακοίνωσε ότι τα νέα του βιβλία μπαίνουν στο τυπογραφείο, συνοδεύοντας την είδηση με ένα κείμενο που λειτουργεί περισσότερο ως ανθρώπινη κατάθεση ψυχής παρά ως εκδοτική δήλωση.

«Δεν γράφτηκαν για να συναγωνιστούν τη γνώση. Ούτε για να αποδείξουν κάτι», σημειώνει. Σε έναν κόσμο που –όπως παραδέχεται– γεμίζει από τέλειες, αλλά απρόσωπες απαντήσεις, τα βιβλία του επιχειρούν να διασώσουν κάτι πολύ πιο εύθραυστο: την ανθρώπινη φωνή.

Ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει ότι τα έργα του δεν είναι πληροφορία, αλλά μαρτυρία. Δεν φιλοδοξούν να πουν «έτσι είναι τα πράγματα», αλλά «έτσι τα έζησα, έτσι τα άντεξα, έτσι στάθηκα». Πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή απέναντι στην αποστειρωμένη ακρίβεια της υπερνοημοσύνης, που –όσο κι αν γνωρίζει τα πάντα– δεν έχει παιδικές μνήμες από το Αργοστόλι, δεν κουβαλά διαδρομές γιατρού, ζωγράφου ή ποιητή, δεν έχει ενοχές, απώλειες ή σιωπές.

Στον πυρήνα αυτής της εκδοτικής προσπάθειας βρίσκονται τέσσερα έργα:
«Η Γραμμή της Μνήμης»,
«Η Γραμμή της Παλίρροιας»,
«Η Γραμμή του Χρωστήρα» και
«Η Γραμμή του Στίχου» – μια ποιητική σύνθεση με εισαγωγή, ανάλυση και απόφθεγμα.

Όπως τονίζει ο ίδιος, δεν πρόκειται για «ανταγωνιστικά προϊόντα γνώσης», αλλά για τεκμήρια ανθρώπινης εμπειρίας και αποτυπώσεις συνείδησης μιας συγκεκριμένης εποχής. Έναν τρόπο να ειπωθεί: «έτσι ένιωσε, σκέφτηκε και στάθηκε ένας άνθρωπος».

Σε έναν πιθανό μελλοντικό κόσμο, όπου όλα ίσως εξηγούνται καλύτερα, η αγωνία του συγγραφέα δεν αφορά την κατανόηση, αλλά τη μνήμη: να μη χαθεί το πώς ένιωθε ένας άνθρωπος όταν έπρεπε να σωπάσει, να συγχωρήσει ή να επιμείνει. Και αν, όπως λέει, κάποιος αναγνώστης νιώσει διαβάζοντας ότι «εδώ μιλά άνθρωπος και όχι μηχανή», τότε όλη η προσπάθεια άξιζε τον κόπο.

Το μήνυμα κλείνει με μια απλή, αλλά φορτισμένη ευχή για τη νέα χρονιά. Μια υπενθύμιση ότι, όσο ο κόσμος γεμίζει με άψογες αλλά άψυχες απαντήσεις, τόσο πιο αναγκαία θα γίνεται η ανθρώπινη μαρτυρία. Γιατί, τελικά, αυτά τα βιβλία δεν θυμίζουν τι ξέρουμε – θυμίζουν γιατί αξίζει να είμαστε άνθρωποι.