Υπάρχει ένας πολύ βολικός τρόπος να υπερασπιστεί κάποιος μια κυβέρνηση όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με δύσκολες ερωτήσεις: να μην απαντήσει στις ερωτήσεις.
Να αλλάξει θέμα.
Να μιλήσει για επενδύσεις, για την Ευρώπη, για το 6G, για διεθνείς συναντήσεις και, στο τέλος, να επιτεθεί σε δημοσιογράφους και πολιτικούς αντιπάλους.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην ανάρτηση που κυκλοφορεί στα κοινωνικά δίκτυα και επιχειρεί να παρουσιάσει περίπου ως… αχαριστία το γεγονός ότι τα μέσα ενημέρωσης ασχολούνται με τις δηλώσεις του Άδωνι Γεωργιάδη, ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκεται στις ΗΠΑ και ο Κυριάκος Πιερρακάκης καταθέτει ευρωπαϊκές προτάσεις.
Μόνο που υπάρχει ένα βασικό πρόβλημα:
Το ένα δεν ακυρώνει το άλλο.
Ναι, ο Μητσοτάκης είχε σημαντικές επαφές στις ΗΠΑ
Ας ξεκινήσουμε από τα πραγματικά γεγονότα.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πραγματοποίησε επαφές στην Καλιφόρνια με κορυφαία στελέχη του τεχνολογικού και επενδυτικού οικοσυστήματος. Επισκέφθηκε, μεταξύ άλλων, τη Nvidia και τη Sequoia Capital, με αντικείμενο την τεχνητή νοημοσύνη, τις ψηφιακές υποδομές και τις επενδυτικές δυνατότητες της Ελλάδας.
Είναι είδηση.
Και πρέπει να καλύπτεται.
Όπως είδηση είναι και η ελληνική πρόταση που έχει επεξεργαστεί ο Κυριάκος Πιερρακάκης για μια «European Spectrum Union», μέσω της οποίας μέρος των μελλοντικών εσόδων από το φάσμα 6G θα μπορούσε να κατευθυνθεί στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και σε τεχνολογικές επενδύσεις. Η αρχική χρηματοδοτική κλίμακα που συζητείται είναι περίπου 12 έως 15 δισ. ευρώ, αλλά πρόκειται για προκαταρκτική παραδοχή σχεδιασμού και όχι για ήδη εξασφαλισμένα έσοδα.
Κι αυτή είναι είδηση.
Από πότε όμως η ύπαρξη μιας θετικής είδησης καταργεί το δικαίωμα ελέγχου μιας κυβέρνησης για οτιδήποτε άλλο;
Δηλαδή επειδή υπάρχει Nvidia, δεν συζητάμε για τον Άδωνι;
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το βασικό λογικό άλμα.
Η επιχειρηματολογία είναι περίπου η εξής:
«Ο Μητσοτάκης συναντά επενδυτές, ο Πιερρακάκης κάνει προτάσεις στην Ευρώπη κι εσείς ασχολείστε με όσα είπε ο Άδωνις».
Ναι.
Τα μέσα ενημέρωσης οφείλουν να ασχολούνται και με τα δύο.
Η επίσκεψη του πρωθυπουργού στη Silicon Valley δεν αποτελεί δημοσιογραφικό «συγχωροχάρτι» για κάθε άλλο μέλος της κυβέρνησης.
Ούτε μια ενδιαφέρουσα πρόταση για το 6G σημαίνει ότι ένας υπουργός παύει να ελέγχεται για όσα λέει δημοσίως.
Η δημοσιογραφία δεν λειτουργεί με συμψηφισμό:
«Έκανες δύο καλά, άρα δεν συζητάμε το τρίτο».
Και κάπου εδώ μπαίνουν οι χαρακτηρισμοί
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η γλώσσα της ανάρτησης.
«Χιμπατζήδες».
«Καθυστερημένος».
«Παρτσακλό».
«Χαμστεράκια».
«Ντουγάνια».
Όταν μια πολιτική επιχειρηματολογία χρειάζεται τέτοιους χαρακτηρισμούς για να σταθεί, ο αναγνώστης μπορεί να ξεχωρίσει εύκολα πού τελειώνει η πληροφορία και πού αρχίζει η οπαδική αντιπαράθεση.
Και υπάρχει μια μεγάλη αντίφαση:
Η ανάρτηση ζητά ουσιαστικά υψηλότερο επίπεδο δημόσιας συζήτησης, ενώ χρησιμοποιεί εκφράσεις που τραβούν τη συζήτηση ακριβώς προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Το MedWatch δεν σβήνει το ερώτημα – το δημιουργεί
Ας πάμε τώρα στο σοβαρότερο ζήτημα.
Το MedWatch είναι πραγματικό και αποτελεί νέα προσπάθεια ενίσχυσης των ελέγχων.
Το υπουργείο Υγείας παρουσίασε ένα ψηφιακό εργαλείο που αξιοποιεί τεχνολογία για τον εντοπισμό πιθανών παραβάσεων σε ιδιωτικές δομές και ιατρικές διαφημίσεις. Στην πιλοτική εφαρμογή ελέγχθηκαν περίπου 8.500 δομές στην Αττική και 231 περιπτώσεις χαρακτηρίστηκαν ως χρήζουσες περαιτέρω ελέγχου.
Πολύ καλά.
Αλλά αυτό γεννά και ένα αυτονόητο ερώτημα:
Αφού σήμερα χρειάζεται ένα νέο ψηφιακό εργαλείο για να εντοπίζονται πιθανές παραβάσεις, πώς λειτουργούσε μέχρι χθες η εποπτεία;
Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι για κάθε παράβαση ενός ιδιωτικού ιατρείου ευθύνεται προσωπικά ο υπουργός Υγείας. Οι αρμοδιότητες αδειοδότησης, εποπτείας και πειθαρχικού ελέγχου κατανέμονται μεταξύ διαφορετικών φορέων.
Αλλά εξίσου υπερβολικό είναι να υποστηρίζεται ότι το υπουργείο δεν έχει κανένα πολιτικό ερώτημα να απαντήσει για την αποτελεσματικότητα του συνολικού πλαισίου.
Άλλωστε, το ίδιο το MedWatch παρουσιάστηκε ως απάντηση σε κενά που αναδείχθηκαν από πρόσφατη υπόθεση.
Άρα αντί να κλείνει τη συζήτηση, η δημιουργία του νέου συστήματος δείχνει γιατί η συζήτηση για τους ελέγχους είναι απολύτως θεμιτή.
Μπορεί ένας δημοσιογράφος να ρωτήσει για συνεργασία ΝΔ–Βελόπουλου;
Φυσικά.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο προβληματικό σημείο της συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας.
Ένας δημοσιογράφος μπορεί να ρωτήσει έναν υπουργό για οποιοδήποτε πιθανό μετεκλογικό σενάριο.
Ο πολιτικός μπορεί να απαντήσει:
«Το αποκλείω».
Μπορεί να πει:
«Δεν υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο».
Μπορεί να εξηγήσει πολιτικά γιατί θεωρεί το σενάριο αβάσιμο.
Αυτή είναι πολιτική αντιπαράθεση.
Η ιδέα όμως ότι κάποιος που κάνει μια τέτοια ερώτηση πρέπει είτε να βρίσκεται «υπό την επήρεια» είτε να αντιμετωπίζει διανοητικό πρόβλημα δεν αποτελεί απάντηση στην ερώτηση.
Αποτελεί προσωπική επίθεση.
Και κυρίως δεν εξηγεί γιατί το πολιτικό σενάριο θεωρείται αδύνατο.
Η τεχνική είναι παλιά: αλλάζουμε το ερώτημα
Και κάπου εδώ φαίνεται ολόκληρος ο μηχανισμός της ανάρτησης.
Το ερώτημα:
«Ήταν σωστή η συγκεκριμένη συμπεριφορά ενός υπουργού απέναντι σε δημοσιογράφο;»
μετατρέπεται σε:
«Γιατί δεν μιλάτε για τον Μητσοτάκη στην Αμερική;»
Το ερώτημα:
«Λειτουργούσε αποτελεσματικά το σύστημα ελέγχου των ιδιωτικών δομών;»
μετατρέπεται σε:
«Γιατί δεν μιλάτε για το MedWatch;»
Και το ερώτημα:
«Ποιος έχει θεσμική και πολιτική ευθύνη για το πλαίσιο εποπτείας;»
μετατρέπεται σε:
«Δεν ήταν αρμοδιότητα του υπουργού».
Αυτή δεν είναι απάντηση στα αρχικά ερωτήματα.
Είναι αλλαγή συζήτησης.
Ούτε μηδενισμός ούτε αγιογραφία
Υπάρχουν πράγματα που μια κυβέρνηση μπορεί να κάνει σωστά.
Υπάρχουν διεθνείς επαφές που μπορεί να είναι χρήσιμες.
Υπάρχουν προτάσεις, όπως αυτή για την αξιοποίηση του ευρωπαϊκού ραδιοφάσματος, που αξίζουν σοβαρή συζήτηση.
Υπάρχουν επίσης κυβερνητικές αποφάσεις, συμπεριφορές και παραλείψεις που πρέπει να ελέγχονται.
Όλα αυτά μπορούν να είναι αληθινά ταυτόχρονα.
Το πραγματικό πρόβλημα αρχίζει όταν η πολιτική συζήτηση μετατρέπεται σε ποδοσφαιρική εξέδρα: «οι δικοί μας» δεν επιτρέπεται να ελέγχονται και όποιος τους ελέγχει πρέπει να είναι «χαμστεράκι», «χιμπατζής» ή «καθυστερημένος».
Εκεί δεν έχουμε πλέον πολιτική επιχειρηματολογία.
Έχουμε απλώς θόρυβο.
Και ο θόρυβος, όσο δυνατός κι αν είναι, δεν απαντά ποτέ στην πιο απλή ερώτηση:
Τι από όλα όσα καταγγέλλονται είναι αληθινό και ποιος έχει την ευθύνη να δώσει απαντήσεις;



