ΠΑΣΟΚ και συγκυβερνήσεις: Άλλο να συμπληρώνεις τις έδρες και άλλο να μην έχεις ευθύνη για την εξουσία

Η σύγκριση των κυβερνήσεων Τσίπρα – Καμμένου και Σαμαρά – Βενιζέλου επαναφέρει ένα διαχρονικό ερώτημα: Πόση ευθύνη έχει το μικρότερο κόμμα μιας κυβέρνησης συνεργασίας; Η απάντηση δεν μπορεί να εξαρτάται από το ποιος κρατά την πρωθυπουργική καρέκλα. Και για το ΠΑΣΟΚ, η περίοδος 2012–2015 παραμένει ένα κρίσιμο κεφάλαιο της πολιτικής του ιστορίας.

Το επιχείρημα περί «συμπληρωματικού κόμματος»

Στον δημόσιο διάλογο επανέρχεται συχνά η διάκριση ανάμεσα στο κόμμα που ηγείται μιας κυβέρνησης και σε εκείνο που προσφέρει τις αναγκαίες κοινοβουλευτικές έδρες.

Η διάκριση έχει πραγματική πολιτική σημασία. Ο πρωθυπουργός και το μεγαλύτερο κυβερνητικό κόμμα διαθέτουν συνήθως τον καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο μικρότερος εταίρος περιορίζεται σε έναν παθητικό ρόλο.

Όταν ένα κόμμα συμφωνεί να στηρίξει κυβέρνηση, συμμετέχει στη διαμόρφωση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, αναλαμβάνει συγκεκριμένες πολιτικές δεσμεύσεις και καλείται να υπερασπιστεί τις αποφάσεις στις οποίες συναινεί.

Η κοινοβουλευτική του δύναμη μπορεί να είναι μικρότερη. Η πολιτική του ευθύνη, όμως, δεν εξαφανίζεται.

Τσίπρας και Καμμένος: Μια συνεργασία με ιδεολογικές αντιθέσεις

Τον Ιανουάριο του 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ αναδείχθηκε πρώτο κόμμα, χωρίς να εξασφαλίσει αυτοδυναμία.

Η συνεργασία του Αλέξη Τσίπρα με τους Ανεξάρτητους Έλληνες του Πάνου Καμμένου επέτρεψε τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Οι δύο πολιτικοί χώροι είχαν σημαντικές ιδεολογικές διαφορές. Ωστόσο, επέλεξαν να συνεργαστούν στη βάση συγκεκριμένων πολιτικών προτεραιοτήτων.

Ο Πάνος Καμμένος δεν ήταν απλώς ένας βουλευτής που πρόσθεσε την ψήφο του στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Ανέλαβε το υπουργείο Εθνικής Άμυνας και συμμετείχε ενεργά στην κυβέρνηση.

Επομένως, η άποψη ότι οι ΑΝΕΛ απλώς συμπλήρωσαν αριθμητικά τις έδρες αποτυπώνει μόνο τη μία πλευρά της πραγματικότητας.

Η άλλη πλευρά είναι η ουσιαστική συμμετοχή τους στην άσκηση της εξουσίας.

Σαμαράς και ΠΑΣΟΚ: Η επιλογή που άλλαξε τις πολιτικές ισορροπίες

Τον Ιούνιο του 2012, η Νέα Δημοκρατία αναδείχθηκε πρώτο κόμμα, χωρίς να διαθέτει κοινοβουλευτική αυτοδυναμία.

Ο Αντώνης Σαμαράς σχημάτισε κυβέρνηση συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ και τη Δημοκρατική Αριστερά.

Μετά την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ το 2013, η κυβέρνηση συνέχισε με τη στήριξη της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ.

Η συνεργασία αυτή πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο εξαιρετικά δύσκολων οικονομικών συνθηκών, με την Ελλάδα να βρίσκεται υπό την πίεση της δημοσιονομικής κρίσης και των μνημονιακών δεσμεύσεων.

Οι υποστηρικτές της συγκεκριμένης επιλογής την παρουσιάζουν ως αναγκαία συμβολή στη διατήρηση της κυβερνητικής σταθερότητας και της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας.

Οι επικριτές της θεωρούν ότι το ΠΑΣΟΚ απομακρύνθηκε από βασικές πολιτικές και κοινωνικές αναφορές της ιστορικής του διαδρομής.

Και οι δύο αυτές προσεγγίσεις αποτελούν μέρος της πολιτικής συζήτησης για εκείνη την περίοδο.

Η διαφορά ανάμεσα στη συνεργασία και στην ταύτιση

Ένα κόμμα που συμμετέχει σε κυβέρνηση συνεργασίας δεν χάνει αυτομάτως την ιδεολογική του ταυτότητα.

Ούτε όμως μπορεί να υποστηρίζει ότι δεν έχει ευθύνη για αποφάσεις τις οποίες στήριξε.

Αυτό ισχύει τόσο για τους Ανεξάρτητους Έλληνες στην κυβέρνηση Τσίπρα όσο και για το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση Σαμαρά.

Η πραγματική πολιτική αποτίμηση απαιτεί να εξετάζονται συγκεκριμένες αποφάσεις, νομοθετικές παρεμβάσεις και κυβερνητικές επιλογές.

Η διαφορά ανάμεσα στο να ηγείται ένα κόμμα μιας κυβέρνησης και στο να συμμετέχει ως μικρότερος εταίρος είναι υπαρκτή.

Δεν είναι, όμως, διαφορά ανάμεσα στην ευθύνη και στην απουσία ευθύνης.

Το ΠΑΣΟΚ και η σχέση του με τη σημερινή Νέα Δημοκρατία

Η ιστορική συνεργασία με τον Αντώνη Σαμαρά εξακολουθεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο συζητείται η πολιτική φυσιογνωμία του ΠΑΣΟΚ.

Στη συζήτηση αυτή προστίθεται και η παρουσία πρώην στελεχών του κόμματος σε κυβερνητικές θέσεις επί Κυριάκου Μητσοτάκη.

Η μετακίνηση πολιτικών προσώπων από έναν χώρο σε άλλον αποτελεί υπαρκτό χαρακτηριστικό του ελληνικού κομματικού συστήματος.

Δεν αποδεικνύει, από μόνη της, ότι δύο κόμματα έχουν ταυτόσημη πολιτική ταυτότητα ή ότι υπάρχει συμφωνία μεταξύ των ηγεσιών τους.

Αναδεικνύει, ωστόσο, ένα εύλογο ζήτημα πολιτικής συνέπειας: πώς διαφοροποιείται ένα κόμμα από έναν κυβερνητικό αντίπαλο με τον οποίο έχει συνεργαστεί στο παρελθόν και από τον οποίο έχουν προέλθει στελέχη της σημερινής κυβέρνησης;

Η απάντηση δεν βρίσκεται σε προσωπικούς χαρακτηρισμούς, αλλά στις σημερινές πολιτικές θέσεις, στις προγραμματικές δεσμεύσεις και στις κοινοβουλευτικές επιλογές.

Τι θα έκαναν ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Κώστας Σημίτης;

Συχνά η πολιτική αντιπαράθεση για το ΠΑΣΟΚ συνοδεύεται από υποθέσεις σχετικά με το πώς θα αντιμετώπιζαν τη σημερινή του πορεία ιστορικοί ηγέτες.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Κώστας Σημίτης εξέφρασαν διαφορετικές περιόδους και πολιτικές κατευθύνσεις του ίδιου κόμματος.

Η σύγκριση των πολιτικών τους αντιλήψεων έχει ιστορικό ενδιαφέρον.

Δεν είναι όμως δυνατόν να γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποια εκλογική επιλογή θα έκαναν σήμερα ή πώς θα τοποθετούνταν απέναντι σε κάθε σύγχρονη πολιτική εξέλιξη.

Εκείνο που μπορεί να εξεταστεί είναι κατά πόσο οι σημερινές θέσεις του ΠΑΣΟΚ εμφανίζουν συνέχεια ή απόκλιση από τις πολιτικές παραδόσεις που διαμόρφωσαν την ιστορία του.

Το πραγματικό ερώτημα για τις συγκυβερνήσεις

Η συζήτηση για τις κυβερνήσεις συνεργασίας δεν εξαντλείται στο ποιος ήταν πρωθυπουργός και ποιος διέθεσε τις απαραίτητες έδρες.

Το ουσιαστικό ερώτημα αφορά το πολιτικό περιεχόμενο της συνεργασίας.

Ποιες αποφάσεις ελήφθησαν; Ποια κόμματα τις στήριξαν; Ποιες δεσμεύσεις τηρήθηκαν και ποιες εγκαταλείφθηκαν; Ποιο ήταν το αποτέλεσμα για την κοινωνία;

Σε αυτά τα ερωτήματα οφείλουν να απαντούν όλοι όσοι συμμετείχαν στην άσκηση της εξουσίας.

Για το ΠΑΣΟΚ, η κυβερνητική συνεργασία της περιόδου 2012–2015 αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας του.

Για τους Ανεξάρτητους Έλληνες, το ίδιο ισχύει για τη συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Κανένας κυβερνητικός εταίρος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως αριθμητικό συμπλήρωμα μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Διότι στη δημοκρατική πολιτική άλλο είναι να διαθέτεις τον πρώτο λόγο στην κυβέρνηση και άλλο να συμμετέχεις στη λήψη των αποφάσεων. Και τα δύο, όμως, συνεπάγονται ευθύνη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ