Πιερρακάκης: Πανηγυρίζουν για το 3% στα δάνεια και τα πρόστιμα στους servicers – Αλλά ποιος προστατεύει πραγματικά τους χρεωμένους πολίτες;
Η κυβέρνηση παρουσιάζει δύο νέες παρεμβάσεις ως σημαντική ανακούφιση για τους οφειλέτες. Όμως πίσω από τις εξαγγελίες για σταθερό επιτόκιο 3% και πρόστιμα έως 5 εκατομμύρια ευρώ, υπάρχουν κρίσιμα ερωτήματα για όσους παλεύουν να κρατήσουν το σπίτι τους και να ανταποκριθούν στις δόσεις τους.
Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, ανακοίνωσε δύο παρεμβάσεις που, σε πρώτη ανάγνωση, μοιάζουν ιδιαίτερα ευνοϊκές: σταθερό επιτόκιο 3% για συγκεκριμένες κατηγορίες οφειλετών που εντάσσονται στον εξωδικαστικό μηχανισμό και δεκαπλασιασμό του ανώτατου προστίμου που μπορεί να επιβάλει η Τράπεζα της Ελλάδος στους servicers.
Και οι δύο ρυθμίσεις μπορούν να έχουν θετικά αποτελέσματα.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι λύνουν το πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους. Ούτε ότι εξασφαλίζουν αποτελεσματική προστασία για κάθε πολίτη που αδυνατεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πόσο εντυπωσιακές ακούγονται οι ανακοινώσεις, αλλά πόσοι οφειλέτες θα μπορέσουν να αξιοποιήσουν τις ρυθμίσεις και τι θα συμβεί σε όσους εξακολουθούν να μην μπορούν να πληρώσουν.
1. Το επιτόκιο 3% είναι θετικό. Αλλά δεν αφορά όλους τους δανειολήπτες
Ας ξεκινήσουμε από το βασικό.
Η καθιέρωση σταθερού επιτοκίου 3% για όλη τη διάρκεια μιας ρύθμισης είναι ευνοϊκότερη από ένα επιτόκιο που μπορεί να αυξηθεί σημαντικά μετά την πρώτη τριετία.
Αυτό δεν αμφισβητείται.
Το πρόβλημα βρίσκεται σε μια λεπτομέρεια που κάθε άλλο παρά ασήμαντη είναι: το μέτρο δεν αφορά όλους τους χρεωμένους πολίτες.
Αφορά συγκεκριμένες κατηγορίες ευάλωτων και επιλέξιμων οφειλετών, υπό την προϋπόθεση ότι οι οφειλές τους ρυθμίζονται μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού.
Και εδώ αρχίζουν τα ερωτήματα.
Τι γίνεται με τον δανειολήπτη που δεν πληροί τα εισοδηματικά ή περιουσιακά κριτήρια, αλλά δυσκολεύεται πραγματικά να εξυπηρετήσει το χρέος του;
Τι γίνεται με εκείνον που έχει ήδη συνάψει διαφορετική ρύθμιση;
Τι γίνεται με τον πολίτη που δεν καταφέρνει να ενταχθεί στον εξωδικαστικό μηχανισμό;
Το να χαρακτηρίζεται κάποιος μη ευάλωτος με βάση συγκεκριμένα κριτήρια δεν σημαίνει ότι διαθέτει και τα χρήματα για να πληρώνει τις δόσεις του.
Αυτή είναι μια κρίσιμη διάκριση που συχνά χάνεται μέσα στις κυβερνητικές εξαγγελίες.
2. Τα 28.600 ευρώ ακούγονται εντυπωσιακά. Πόσοι όμως μπορούν να πληρώνουν 554 ευρώ κάθε μήνα;
Ο υπουργός παρουσιάζει δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα για οφειλή 100.000 ευρώ με αποπληρωμή σε 20 χρόνια.
Στην περίπτωση ανεξασφάλιστης απαίτησης, η νέα ρύθμιση προβλέπει μηνιαία δόση περίπου 554,60 ευρώ, αντί για 605,98 ευρώ την πρώτη τριετία και 685,56 ευρώ στη συνέχεια, με βάση το υποθετικό επιτοκιακό σενάριο που παρουσιάστηκε.
Το συνολικό όφελος υπολογίζεται περίπου στις 28.600 ευρώ.
Πρόκειται για σημαντική εξοικονόμηση.
Αλλά υπάρχει ένα ερώτημα που δεν μπορεί να παρακαμφθεί:
Πόσοι υπερχρεωμένοι πολίτες έχουν πραγματικά τη δυνατότητα να καταβάλλουν 554,60 ευρώ κάθε μήνα επί 20 συνεχόμενα χρόνια;
Για έναν εργαζόμενο με περιορισμένο εισόδημα, για μια οικογένεια με παιδιά ή για έναν συνταξιούχο, μια τέτοια υποχρέωση μπορεί να παραμένει δυσβάσταχτη.
Το ότι μια δόση μειώνεται δεν σημαίνει αυτομάτως ότι γίνεται προσιτή.
Και υπάρχει κάτι ακόμη.
Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, ένας οφειλέτης που θα καταβάλλει 554,60 ευρώ για 240 μήνες θα πληρώσει συνολικά περίπου 133.104 ευρώ.
Δηλαδή, για ρυθμισμένη οφειλή 100.000 ευρώ, θα καταβάλει περίπου 33.104 ευρώ επιπλέον σε τόκους, με τις παραδοχές του παραδείγματος και χωρίς πρόσθετες χρεώσεις.
Η κυβέρνηση αναδεικνύει τα χρήματα που θα γλιτώσει ο οφειλέτης σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς. Δεν πρέπει, όμως, να εξαφανίζεται από τη συζήτηση το συνολικό ποσό που θα κληθεί να καταβάλει.
3. Το επιτόκιο μειώνεται. Το αρχικό χρέος όμως;
Εδώ βρίσκεται ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα.
Η μείωση του επιτοκίου περιορίζει το κόστος εξυπηρέτησης μιας οφειλής. Δεν συνεπάγεται, όμως, αυτομάτως μείωση του κεφαλαίου.
Ένας πολίτης μπορεί να έχει συσσωρεύσει χρέη εξαιτίας απώλειας εισοδήματος, ανεργίας, επιχειρηματικής αποτυχίας ή μακροχρόνιας οικονομικής αδυναμίας.
Αν το ποσό που καλείται να αποπληρώσει παραμένει δυσανάλογο προς τις οικονομικές του δυνατότητες, το χαμηλότερο επιτόκιο ενδέχεται να μην αρκεί.
Ο εξωδικαστικός μηχανισμός μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να προβλέπει και διαγραφή μέρους της οφειλής. Η συγκεκριμένη ανακοίνωση, όμως, επικεντρώνεται στο επιτόκιο.
Επομένως, το ουσιαστικό ερώτημα είναι πόσοι οφειλέτες θα αποκτήσουν πραγματικά βιώσιμη ρύθμιση.
Γιατί μια ρύθμιση που φαίνεται ευνοϊκή στα χαρτιά, αλλά καταρρέει ύστερα από λίγους μήνες επειδή ο πολίτης δεν μπορεί να πληρώσει, δεν αποτελεί επιτυχημένη λύση.
4. Και όσοι έχουν ήδη ρυθμίσει τα δάνειά τους;
Η νέα παρέμβαση προβλέπεται να ισχύσει για καταβολές από την 1η Δεκεμβρίου 2026.
Ωστόσο, από την περιγραφή της ρύθμισης προκύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα που απαιτεί σαφή απάντηση:
Τι ακριβώς θα συμβεί με τις υφιστάμενες συμβάσεις αναδιάρθρωσης;
Θα εφαρμοστεί αυτομάτως το σταθερό 3% στους δικαιούχους που έχουν ήδη ενταχθεί στον εξωδικαστικό μηχανισμό;
Θα χρειαστεί νέα αίτηση;
Θα υπάρξει επανυπολογισμός των δόσεων;
Θα επηρεαστούν όσοι έχουν ήδη περάσει την πρώτη τριετία και πληρώνουν κυμαινόμενο επιτόκιο;
Αυτά δεν είναι τεχνικές λεπτομέρειες.
Είναι ερωτήματα που καθορίζουν αν ένας οφειλέτης θα δει πραγματική ελάφρυνση στον οικογενειακό του προϋπολογισμό.
Μια κυβερνητική εξαγγελία δεν ολοκληρώνεται με την ανακοίνωση του ποσοστού. Ολοκληρώνεται όταν ο δικαιούχος γνωρίζει με σαφήνεια πώς, πότε και με ποια διαδικασία θα ωφεληθεί.
5. Πρόστιμα 5 εκατομμυρίων στους servicers: Θα επιβάλλονται ή απλώς θα προβλέπονται;
Η δεύτερη παρέμβαση αφορά τον δεκαπλασιασμό του ανώτατου προστίμου που μπορεί να επιβάλει η Τράπεζα της Ελλάδος στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.
Από 500.000 ευρώ, το όριο αυξάνεται στα 5 εκατομμύρια ευρώ.
Η αυστηροποίηση του πλαισίου είναι σημαντική.
Όμως άλλο η δυνατότητα επιβολής ενός προστίμου και άλλο η πραγματική επιβολή του.
Πόσα πρόστιμα έχουν επιβληθεί μέχρι σήμερα στους servicers;
Για ποιες παραβάσεις;
Πόσα από αυτά έχουν εισπραχθεί;
Πόσες καταγγελίες δανειοληπτών έχουν εξεταστεί και πόσες έχουν οδηγήσει σε κυρώσεις;
Χωρίς τέτοια στοιχεία, ο δεκαπλασιασμός του ανώτατου ορίου παραμένει μια νομοθετική δυνατότητα, όχι αποδεδειγμένο αποτέλεσμα.
Και κάτι ακόμη: τα 5 εκατομμύρια ευρώ είναι το ανώτατο πρόστιμο, όχι το ποσό που θα επιβάλλεται υποχρεωτικά σε κάθε παράβαση.
Ένας νόμος δεν προστατεύει αποτελεσματικά τον πολίτη μόνο επειδή προβλέπει αυστηρές κυρώσεις. Τον προστατεύει όταν οι παραβάσεις εντοπίζονται εγκαίρως και οι κυρώσεις εφαρμόζονται.
6. Ο servicer θα πληρώσει πρόστιμο. Ο δανειολήπτης τι θα κερδίσει;
Υπάρχει και ένα άλλο, ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα.
Αν μια εταιρεία διαχείρισης παραβιάσει τις υποχρεώσεις της απέναντι σε έναν δανειολήπτη και της επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο, αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο συγκεκριμένος πολίτης θα αποζημιωθεί.
Ούτε ότι θα ακυρωθεί μια εσφαλμένη χρέωση.
Ούτε ότι θα διορθωθεί άμεσα μια προβληματική διαδικασία είσπραξης.
Οι διοικητικές κυρώσεις λειτουργούν ως μηχανισμός εποπτείας και αποτροπής παραβάσεων. Δεν ταυτίζονται με την ατομική αποκατάσταση της ζημίας.
Γι’ αυτό χρειάζονται συγκεκριμένες απαντήσεις.
Πόσο γρήγορα θα υποχρεώνεται ένας servicer να διορθώνει ένα διαπιστωμένο λάθος;
Τι θα γίνεται όταν ένας οφειλέτης δεν λαμβάνει εγκαίρως τα απαραίτητα στοιχεία για να πληρώσει;
Πώς θα προστατεύεται από ενέργειες είσπραξης που στηρίζονται σε λανθασμένη πληροφόρηση;
Ποια θα είναι η διαδικασία αποκατάστασης όταν αποδεικνύεται παράβαση;
Ο δανειολήπτης δεν ενδιαφέρεται μόνο αν το κράτος θα εισπράξει ένα πρόστιμο. Ενδιαφέρεται πρωτίστως να μη χάσει χρήματα, δικαιώματα ή περιουσία εξαιτίας μιας παράνομης πρακτικής.
7. Γιατί χρειάστηκε να φτάσουμε στο 2026;
Η κυβέρνηση παρουσιάζει την αύξηση των προστίμων ως ουσιαστική ενίσχυση της προστασίας των δανειοληπτών.
Αλλά η ίδια η ανάγκη αυστηροποίησης γεννά ένα εύλογο πολιτικό ερώτημα.
Γιατί το προηγούμενο ανώτατο όριο θεωρείται πλέον ανεπαρκές;
Ποια προβλήματα διαπιστώθηκαν στην εφαρμογή του;
Υπήρξαν περιπτώσεις στις οποίες το όριο των 500.000 ευρώ δεν επέτρεπε την επιβολή αναλογικής και αποτελεσματικής κύρωσης;
Και γιατί η αλλαγή προωθείται τώρα;
Δεν αρκεί να ανακοινώνεται μια αυστηρότερη ρύθμιση ως επιτυχία. Χρειάζεται να εξηγείται ποια αδυναμία του προηγούμενου πλαισίου διορθώνει και γιατί αυτή η αδυναμία δεν αντιμετωπίστηκε νωρίτερα.
Η νομοθετική αυστηροποίηση μπορεί να είναι αναγκαία. Δεν απαλλάσσει όμως την κυβέρνηση από τον απολογισμό της μέχρι σήμερα εποπτείας.
8. Η μεγάλη απουσία: Τι γίνεται με την προστασία της πρώτης κατοικίας;
Στην ανακοίνωση για το επιτόκιο 3% και τα πρόστιμα στους servicers δεν παρουσιάζεται μια νέα, γενική προστασία της πρώτης κατοικίας.
Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.
Για πολλούς υπερχρεωμένους πολίτες, το μεγαλύτερο άγχος δεν είναι μόνο το ύψος του επιτοκίου.
Είναι το ενδεχόμενο να χάσουν το σπίτι τους.
Το νέο μέτρο μπορεί να βοηθήσει έναν δικαιούχο να διατηρήσει μια βιώσιμη ρύθμιση και, επομένως, να περιορίσει τον κίνδυνο αναγκαστικών μέτρων.
Δεν συνεπάγεται όμως γενική αναστολή πλειστηριασμών ή καθολική προστασία της κύριας κατοικίας.
Επομένως, η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει πόσοι από τους οφειλέτες που κινδυνεύουν με απώλεια κατοικίας θα μπορούν πράγματι να αξιοποιήσουν το νέο καθεστώς.
Γιατί άλλο να μειώνεις το επιτόκιο μιας ρύθμισης και άλλο να εξασφαλίζεις ότι ο οικονομικά αδύναμος πολίτης μπορεί πραγματικά να κρατήσει το σπίτι του.
9. Δεκαέξι ρυθμίσεις υπέρ των πολιτών: Ο αριθμός δεν είναι αποτέλεσμα
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης αναφέρει ότι το νομοσχέδιο περιλαμβάνει συνολικά 16 ρυθμίσεις υπέρ των πολιτών.
Ο αριθμός των ρυθμίσεων, όμως, δεν αποτελεί κριτήριο αποτελεσματικότητας.
Μία ουσιαστική παρέμβαση μπορεί να αποδειχθεί σημαντικότερη από δέκα μικρές νομοθετικές αλλαγές.
Το κρίσιμο είναι πόσοι πολίτες θα ωφεληθούν, πόσο θα μειωθούν οι οικονομικές τους επιβαρύνσεις και πόσες προβληματικές πρακτικές θα αποτραπούν.
Για να υπάρχει πραγματικός απολογισμός, χρειάζονται συγκεκριμένοι στόχοι.
Πόσοι οφειλέτες εκτιμάται ότι θα ενταχθούν στο σταθερό 3%;
Ποιο θα είναι το συνολικό οικονομικό τους όφελος;
Πόσες υφιστάμενες ρυθμίσεις θα επηρεαστούν;
Ποιος θα είναι ο μηχανισμός παρακολούθησης της συμμόρφωσης των servicers;
Και πότε θα δημοσιοποιηθούν τα πρώτα αποτελέσματα;
Χωρίς τέτοιους δείκτες, η επιτυχία του μέτρου θα κρίνεται κυρίως από την κυβερνητική παρουσίασή του και όχι από τις πραγματικές συνέπειές του.
10. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το επιτόκιο. Είναι το διαθέσιμο εισόδημα
Εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία ολόκληρης της συζήτησης.
Ένας πολίτης δεν αδυνατεί να πληρώσει αποκλειστικά επειδή το επιτόκιο του δανείου του είναι υψηλό.
Μπορεί να αδυνατεί επειδή το εισόδημά του δεν επαρκεί για να καλύψει ταυτόχρονα τη δόση, το ηλεκτρικό ρεύμα, τη διατροφή, τα καύσιμα, τις ανάγκες των παιδιών και τις υπόλοιπες υποχρεώσεις του.
Αν η οικονομική του δυνατότητα είναι μικρότερη από τη δόση που προκύπτει, ακόμη και το 3% μπορεί να μην προσφέρει βιώσιμη λύση.
Γι’ αυτό η αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους δεν μπορεί να εξαντλείται στη διαμόρφωση ενός ευνοϊκότερου επιτοκίου.
Χρειάζεται να συνδέεται με την πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής.
Δεν αρκεί να υπολογίζει το σύστημα πόσα πρέπει να πληρώσει ένας οφειλέτης. Πρέπει να εξετάζεται αν μπορεί πράγματι να τα πληρώσει χωρίς να στερείται τις βασικές ανάγκες διαβίωσης.
Το συμπέρασμα: Δύο χρήσιμα μέτρα, αλλά όχι η μεγάλη λύση που χρειάζονται οι υπερχρεωμένοι
Ας είμαστε σαφείς.
Το σταθερό επιτόκιο 3% αποτελεί ουσιαστική βελτίωση για όσους υπάγονται στη ρύθμιση.
Η αύξηση του ανώτατου προστίμου στους servicers μπορεί επίσης να ενισχύσει την εποπτεία, εφόσον συνοδευτεί από αποτελεσματικούς ελέγχους και πραγματική επιβολή κυρώσεων.
Αυτά είναι θετικά στοιχεία και δεν υπάρχει λόγος να υποτιμηθούν.
Αλλά δύο θετικές νομοθετικές παρεμβάσεις δεν ισοδυναμούν με συνολική λύση στο πρόβλημα των υπερχρεωμένων νοικοκυριών.
Ούτε το σταθερό επιτόκιο εξασφαλίζει ότι κάθε δόση θα είναι προσιτή.
Ούτε το πρόστιμο των 5 εκατομμυρίων εγγυάται ότι κάθε servicer θα συμμορφώνεται.
Ούτε οι ανακοινώσεις αυτές απαντούν αυτομάτως στο πρόβλημα της προστασίας της πρώτης κατοικίας.
Και τελικά, υπάρχει ένα ερώτημα που η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει με αριθμούς και όχι με εξαγγελίες:
Πόσοι από τους πολίτες που σήμερα δεν μπορούν να πληρώσουν τα χρέη τους θα αποκτήσουν, χάρη σε αυτές τις αλλαγές, μια πραγματική δυνατότητα οικονομικής επιβίωσης;
Αυτό είναι το μέτρο της επιτυχίας.
Όχι τα 28.600 ευρώ ενός ενδεικτικού παραδείγματος.
Όχι το εντυπωσιακό ανώτατο πρόστιμο των 5 εκατομμυρίων.
Όχι ο αριθμός των τροπολογιών.
Αλλά το αν ο υπερχρεωμένος πολίτης θα μπορεί να πληρώνει τη δόση του, να προστατεύει την περιουσία του και να ζει με αξιοπρέπεια.
Γιατί το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι απλώς να γίνουν τα χρέη φθηνότερα.
Είναι να γίνουν επιτέλους διαχειρίσιμα.



