Η νέα σύγκρουση κυβέρνησης και ΠΑΣΟΚ για τα «κόκκινα» δάνεια έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: αυτή τη φορά η κυβερνητική απάντηση δεν περιορίζεται σε πολιτικούς χαρακτηρισμούς. Ο Κυριάκος Πιερρακάκης μπαίνει σε συγκεκριμένη νομική επιχειρηματολογία, επικαλείται το άρθρο 18 του κυπριακού νόμου 169(I)/2015, την ευρωπαϊκή Οδηγία 2019/1023 και τον ελληνικό Κώδικα Δεοντολογίας.
Και ακριβώς γι’ αυτό η απάντησή του πρέπει να εξεταστεί με την ίδια ακρίβεια.
Γιατί σε ένα βασικό σημείο ο υπουργός έχει δίκιο:
Ο κυπριακός νόμος δεν δίνει στον δανειολήπτη δικαίωμα να επιβάλει μονομερώς στην τράπεζα την εξαγορά του δανείου του σε ένα αυθαίρετα προκαθορισμένο ποσοστό.
Αυτό όμως δεν λύνει τη συζήτηση.
Την ανοίγει.
Διότι το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό:
Αυτό ακριβώς πρότεινε το ΠΑΣΟΚ;
Και εκεί τα πράγματα γίνονται πολύ πιο ενδιαφέροντα.
Τι λέει πράγματι ο κυπριακός νόμος
Στην κυβερνητική ανακοίνωση παρατίθεται το κρίσιμο σημείο του κυπριακού νόμου.
Πριν από την πώληση μιας πιστωτικής διευκόλυνσης, ο δανειολήπτης έχει τη δυνατότητα, μέσα σε προθεσμία 45 ημερών, να υποβάλει πρόταση αγοράς.
Η κυβέρνηση επομένως έχει δίκιο όταν επισημαίνει ότι η Κύπρος δεν προβλέπει αυτομάτως ένα υποχρεωτικό “κούρεμα Χ%” που μπορεί να επιβάλει ο δανειολήπτης στον πιστωτή. Αυτό ακριβώς υποστηρίζει και η ανακοίνωση που έχουμε μπροστά μας.
Μέχρι εδώ, λοιπόν, δεν υπάρχει λόγος να στρεβλώσουμε τα δεδομένα για να κάνουμε αντιπολίτευση στην κυβέρνηση.
Το πρόβλημα ξεκινά στο επόμενο βήμα.
Διότι η κυβερνητική ανακοίνωση μετατρέπει αυτή τη σωστή παρατήρηση σε κάτι πολύ ευρύτερο: εμφανίζει ουσιαστικά την πρόταση του ΠΑΣΟΚ σαν να ζητά να αποκτήσει κάθε οφειλέτης το δικαίωμα να επιβάλει στον πιστωτή μια αυθαίρετη προκαθορισμένη τιμή εξαγοράς.
Και αυτό πρέπει να συγκριθεί με όσα πραγματικά έχει προτείνει το ΠΑΣΟΚ.
Τι λέει το ΠΑΣΟΚ – όχι τι του αποδίδει η κυβέρνηση
Στις 27 Αυγούστου, παρουσιάζοντας τις 11 δεσμεύσεις του για το ιδιωτικό χρέος, το ΠΑΣΟΚ διατύπωσε την πέμπτη ως εξής:
«Δίνουμε στον δανειολήπτη δικαίωμα προαίρεσης πριν από τη μεταβίβαση του δανείου του σε Fund».
Αυτό από μόνο του δεν λέει:
«ο δανειολήπτης αποφασίζει αυθαίρετα ότι θα πληρώσει το 20%, το 30% ή το 40% και ο πιστωτής υποχρεούται να το δεχτεί».
Υπάρχουν όμως παλαιότερες, σαφέστερες διατυπώσεις του ίδιου του ΠΑΣΟΚ που μας επιτρέπουν να δούμε τι εννοεί.
Τον Ιούνιο το κόμμα έλεγε ότι θέλει ο δανειολήπτης να μπορεί να αγοράσει το δάνειό του σε τιμή λίγο υψηλότερη από εκείνη στην οποία θα το αγόραζε το fund, πριν αυτό μεταβιβαστεί.
Σε άλλη επίσημη τοποθέτηση η πρόταση περιγράφεται ακόμη πιο συγκεκριμένα: υποχρεωτική ενημέρωση του δανειολήπτη για το τίμημα, ώστε να μπορεί να αγοράσει το δάνειο σε παρόμοια τιμή.
Αυτό μπορεί να είναι σωστό ή λάθος.
Μπορεί να δημιουργεί νομικά προβλήματα.
Μπορεί να απαιτεί σοβαρή προσαρμογή στο ευρωπαϊκό δίκαιο.
Μπορεί να δημιουργεί προβλήματα moral hazard.
Αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα με ένα αυθαίρετο οριζόντιο ποσοστό που αποφασίζει ο νομοθέτης ανεξαρτήτως της τιμής πώλησης του δανείου.
Και αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη.
Το πραγματικό ερώτημα που πρέπει να απαντήσει ο Πιερρακάκης
Αν λοιπόν το ΠΑΣΟΚ λέει:
«Πριν πουλήσεις το δάνειο στο fund, ενημέρωσε τον δανειολήπτη για το τίμημα και δώσε του δυνατότητα προαίρεσης με βάση αυτό»
τότε η κυβέρνηση πρέπει να απαντήσει σε αυτήν ακριβώς την πρόταση.
Όχι σε μια διαφορετική.
Να μας πει:
Μπορεί ή δεν μπορεί να θεσπιστεί;
Αν δεν μπορεί, ποια συγκεκριμένη διάταξη του ευρωπαϊκού δικαίου την απαγορεύει;
Εάν μπορεί υπό προϋποθέσεις, ποιες είναι αυτές;
Εάν θεωρείται οικονομικά επικίνδυνη, ποια θα ήταν η επίπτωση στις τράπεζες και στο κόστος χρηματοδότησης;
Και κυρίως:
Γιατί είναι προτιμότερο ένα fund να αγοράζει μια απαίτηση σε χαμηλότερη τιμή, χωρίς να έχει προηγουμένως δοθεί στον ίδιο τον δανειολήπτη η δυνατότητα να επιχειρήσει μια αντίστοιχη διευθέτηση;
Αυτό είναι το πολιτικό ερώτημα.
Και δεν απαντάται με το «η Κύπρος δεν έχει υποχρεωτικό κούρεμα».
Προσοχή και στην επίκληση της ευρωπαϊκής Οδηγίας
Η κυβέρνηση επικαλείται την Οδηγία 2019/1023 και ειδικότερα το λεγόμενο best-interest-of-creditors test.
Η βασική αρχή είναι πραγματική: στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης, ένας διαφωνών πιστωτής πρέπει να προστατεύεται ώστε να μη βρεθεί σε χειρότερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν στο σχετικό εναλλακτικό σενάριο.
Στην ανακοίνωση μάλιστα παρουσιάζεται ως επιχείρημα κατά μιας νομοθετικά επιβαλλόμενης αναδιάρθρωσης με προκαθορισμένο ποσοστό.
Σωστά.
Αλλά και πάλι:
Αυτό αποδεικνύει ότι απαγορεύεται κάθε μορφή δικαιώματος προαίρεσης πριν από την πώληση μιας απαίτησης σε fund;
Όχι από μόνο του.
Άλλο η υποχρεωτική διαγραφή απαίτησης με οριζόντιο νομοθετικό ποσοστό.
Και άλλο ένας μηχανισμός προτεραιότητας ή προαίρεσης συνδεδεμένος με τους όρους μιας επικείμενης πώλησης.
Για να αποδειχθεί ότι και το δεύτερο είναι ασύμβατο με το ευρωπαϊκό δίκαιο, χρειάζεται πολύ συγκεκριμένη νομική τεκμηρίωση.
Δεν αρκεί να αποδεικνύεις ότι απαγορεύεται το Α και μετά να θεωρείς αυτομάτως αποδεδειγμένο ότι απαγορεύεται και το Β.
Το ΠΑΣΟΚ, πάντως, δεν πρέπει να κρύβεται πίσω από την Κύπρο
Υπάρχει όμως και εδώ μια ευθύνη της αντιπολίτευσης.
Εάν το ΠΑΣΟΚ θέλει να θεσπίσει διαφορετικό και ισχυρότερο δικαίωμα από εκείνο που ισχύει στην Κύπρο, πρέπει να το πει καθαρά.
Δεν χρειάζεται να βαφτίζει κάθε σχετική πρόταση «κυπριακό μοντέλο».
Εάν η Κύπρος προβλέπει δικαίωμα υποβολής πρότασης και το ΠΑΣΟΚ θέλει στην Ελλάδα να θεσπίσει πραγματικό δικαίωμα προαίρεσης συνδεδεμένο με το τίμημα της πώλησης προς fund, τότε πρόκειται για ελληνική πολιτική πρόταση εμπνευσμένη ενδεχομένως από στοιχεία του κυπριακού συστήματος, αλλά όχι αναγκαστικά για πιστή αντιγραφή του.
Η ακρίβεια πρέπει να ισχύει και για τις δύο πλευρές.
Και εδώ ο Πιερρακάκης έχει δίκιο να ζητά να μην αποδίδεται στην κυπριακή νομοθεσία κάτι που δεν προβλέπει.
«Το έχουμε ήδη στην Ελλάδα» – Εδώ βρίσκεται μια ακόμη μεγάλη διαφορά
Η κυβερνητική ανακοίνωση προχωρά όμως ένα βήμα περισσότερο.
Υποστηρίζει ότι αντίστοιχος μηχανισμός υπάρχει ήδη στην Ελλάδα μέσω του Κώδικα Δεοντολογίας.
Ο οφειλέτης, αναφέρει, μπορεί στο πλαίσιο ρύθμισης να προτείνει εφάπαξ καταβολή και μερική διαγραφή της απαίτησης.
Και πάλι, αυτό μπορεί να είναι απολύτως ακριβές ως περιγραφή του διαθέσιμου μηχανισμού.
Αλλά υπάρχει μια τεράστια διαφορά:
Δυνατότητα να ζητήσεις κάτι δεν σημαίνει δικαίωμα να σου προσφερθεί πριν το δάνειό σου πουληθεί αλλού.
Αυτό είναι ακριβώς το πολιτικό περιεχόμενο της λέξης «προαίρεση» στην πρόταση του ΠΑΣΟΚ.
Ο ελληνικός Κώδικας Δεοντολογίας μπορεί να επιτρέπει μια διαπραγμάτευση.
Το ΠΑΣΟΚ ζητά να δημιουργηθεί ένα συγκεκριμένο δικαίωμα του δανειολήπτη πριν από τη μεταβίβαση στο fund.
Άρα το «υπάρχει ήδη» δεν αρκεί.
Πρέπει να αποδειχθεί ότι πρόκειται για το ίδιο δικαίωμα.
Και δεν είναι προφανές ότι είναι.
Το καλύτερο κυβερνητικό επιχείρημα: ο ηθικός κίνδυνος
Υπάρχει πάντως ένα επιχείρημα της κυβερνητικής πλευράς που δεν πρέπει να προσπεράσουμε.
Το Υπουργείο θέτει το ερώτημα:
γιατί να συνεχίσει κάποιος να εξυπηρετεί κανονικά το δάνειό του εάν γνωρίζει ότι, αφήνοντάς το να «κοκκινίσει», θα μπορούσε αργότερα να το αγοράσει πολύ φθηνότερα;
Αυτό είναι πραγματικό οικονομικό ζήτημα.
Ονομάζεται ηθικός κίνδυνος – moral hazard.
Και το ΠΑΣΟΚ οφείλει να απαντήσει.
Ποιοι θα δικαιούνται την προαίρεση;
Όλοι;
Μόνο όσοι έχουν αποδεδειγμένη οικονομική αδυναμία;
Θα υπάρχουν εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια;
Πώς θα προστατεύεται ο συνεπής δανειολήπτης;
Πώς θα αποτρέπεται κάποιος από το να καταστεί στρατηγικά κακοπληρωτής;
Αυτά δεν είναι «νεοφιλελεύθερες δικαιολογίες».
Είναι πραγματικά προβλήματα σχεδιασμού μιας τέτοιας πολιτικής.
Και μια σοβαρή αντιπολίτευση πρέπει να έχει απαντήσεις.
Αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά του moral hazard
Μόνο που ο ηθικός κίνδυνος δεν υπάρχει αποκλειστικά από την πλευρά του οφειλέτη.
Υπάρχει και ένα εύλογο κοινωνικό ερώτημα:
Γιατί ένα fund μπορεί να αποκτήσει μια απαίτηση με σημαντική έκπτωση, ενώ ο άνθρωπος που χρωστά δεν έχει προηγουμένως αντίστοιχη δυνατότητα διευθέτησης με όρους που συνδέονται με την πραγματική τιμή μεταβίβασης;
Εάν η απαίτηση πρόκειται ούτως ή άλλως να πωληθεί σε τρίτο επενδυτή σε συγκεκριμένο τίμημα, είναι απολύτως θεμιτό να συζητάμε εάν και υπό ποιες προϋποθέσεις πρέπει ο οφειλέτης να έχει μια τελευταία δυνατότητα πριν από τη μεταβίβαση.
Αυτό δεν σημαίνει:
«χαρίστε τα δάνεια».
Σημαίνει:
ας συζητήσουμε ποιος πρέπει να έχει προτεραιότητα όταν η ίδια η αγορά έχει ήδη αποτιμήσει την απαίτηση πολύ χαμηλότερα από την ονομαστική της αξία.
Και μετά έρχεται πάλι το 2015…
Η ανακοίνωση ξεκινά με έναν γνώριμο πολιτικό μηχανισμό.
«Μονομερείς αποφάσεις», «εύκολες διαγραφές», παράκαμψη των ευρωπαϊκών κανόνων και τελικά η αναφορά στις «αξέχαστες οικονομικές ιδέες του 2015».
Εδώ όμως η συζήτηση φεύγει από τη νομική τεκμηρίωση και επιστρέφει στην πολιτική επικοινωνία.
Μια πρόταση δεν γίνεται λανθασμένη επειδή θυμίζει στην κυβέρνηση το 2015.
Γίνεται λανθασμένη εάν:
είναι νομικά ανεφάρμοστη,
δημιουργεί μεγαλύτερο οικονομικό κόστος από όφελος,
παραβιάζει το ευρωπαϊκό δίκαιο,
δημιουργεί ανεξέλεγκτο moral hazard,
ή οδηγεί σε ακριβότερη και λιγότερη πίστη.
Αυτά πρέπει να αποδειχθούν.
Το «2015» δεν είναι άρθρο ευρωπαϊκής Οδηγίας. Είναι πολιτικό σύνθημα.
Και οι αριθμοί για το ιδιωτικό χρέος χρειάζονται προσοχή
Στο τέλος, η κυβέρνηση παραθέτει τα δικά της αποτελέσματα.
Ιδιωτικό χρέος στο 96,6% του ΑΕΠ έναντι 119,3% στην ΕΕ, μείωση του ληξιπρόθεσμου ιδιωτικού χρέους ως ποσοστού του συνολικού και υποχώρηση των κόκκινων δανείων στους χρηματοδοτικούς φορείς.
Οι αριθμοί έχουν αξία.
Δεν απαντούν όμως μόνοι τους στο κοινωνικό πρόβλημα.
Ιδιαίτερα στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια πρέπει πάντοτε να ξεχωρίζουμε τι βρίσκεται στους ισολογισμούς των τραπεζών και τι εξακολουθεί να αποτελεί απαίτηση που διαχειρίζονται servicers και funds.
Η εξυγίανση ενός τραπεζικού ισολογισμού είναι σημαντική για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Δεν σημαίνει αυτομάτως ότι εξαφανίστηκε και η οφειλή του νοικοκυριού ή της επιχείρησης.
Άλλωστε, ακόμη και ο ίδιος ο Πιερρακάκης είχε δηλώσει τον Ιούνιο, μιλώντας για τη μεγάλη μείωση των κόκκινων δανείων, ότι δεν θα έλεγε πως το πρόβλημα έχει λυθεί.
Και σωστά.
Το ερώτημα που η κυβέρνηση δεν μπορεί να προσπεράσει
Υπάρχει, τέλος, μια ακόμη πολιτική παράμετρος που κάνει τη σημερινή αντιπαράθεση ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.
Το ίδιο το ΠΑΣΟΚ σήμερα επανέφερε μια παλαιότερη συζήτηση και θέτει ευθέως το ερώτημα εάν η Νέα Δημοκρατία είχε υποστηρίξει το 2018 δικαίωμα προαίρεσης και γιατί σήμερα το χαρακτηρίζει ανέφικτο.
Αυτό πρέπει να απαντηθεί συγκεκριμένα.
Τι ακριβώς πρότεινε τότε η ΝΔ;
Ήταν το ίδιο με αυτό που προτείνει σήμερα το ΠΑΣΟΚ;
Άλλαξε στο μεταξύ το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο;
Και εάν άλλαξε λόγω της Οδηγίας 2019/1023, ποια ακριβώς διάταξη καθιστά αδύνατη τη σημερινή πρόταση;
Αυτή είναι συζήτηση ουσίας.
Ο Πιερρακάκης έχει δίκιο για την Κύπρο – Αυτό όμως δεν αρκεί
Η σημερινή κυβερνητική απάντηση έχει ένα ισχυρό σημείο:
η Κύπρος δεν προβλέπει αυτόματο δικαίωμα μονομερούς εξαγοράς ενός δανείου σε αυθαίρετα καθορισμένο ποσοστό.
Αυτό πρέπει να γίνει δεκτό.
Όμως από εκεί μέχρι το συμπέρασμα ότι η πρόταση του ΠΑΣΟΚ έχει ήδη καταρριφθεί υπάρχει μεγάλη απόσταση.
Γιατί το ΠΑΣΟΚ δεν περιγράφει απλώς ένα αυθαίρετο «κούρεμα Χ%».
Μιλά για δικαίωμα προαίρεσης πριν από τη μεταβίβαση στο fund, ενώ σε προηγούμενες επίσημες τοποθετήσεις του το έχει συνδέσει με την τιμή στην οποία πρόκειται να γίνει η ίδια η μεταβίβαση.
Άρα η κυβέρνηση πρέπει να απαντήσει σε αυτό.
Και το ΠΑΣΟΚ, από την άλλη, πρέπει να παρουσιάσει μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας τις δικλίδες της πρότασής του και να εξηγήσει πώς θα αντιμετωπίσει τον ηθικό κίνδυνο και τις απαιτήσεις του ευρωπαϊκού δικαίου.
Γιατί στα κόκκινα δάνεια το ερώτημα δεν είναι ποιος θα κερδίσει την επόμενη ανακοίνωση.
Είναι πολύ πιο απλό:
Αν ένα fund πρόκειται να αγοράσει ένα προβληματικό δάνειο σε συγκεκριμένη τιμή, γιατί να μη συζητήσουμε σοβαρά εάν ο ίδιος ο δανειολήπτης πρέπει να έχει πρώτος, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, τη δυνατότητα να το διασώσει;
Αυτό είναι το ερώτημα που αξίζει απάντηση.
Όχι αν το ΠΑΣΟΚ θυμίζει το 2015. Όχι αν η κυβέρνηση θυμίζει τα funds. Αλλά αν μπορεί να υπάρξει ένας κανόνας που να προστατεύει ταυτόχρονα τον πραγματικά αδύναμο οφειλέτη, τον συνεπή δανειολήπτη και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Εκεί θα κριθεί η σοβαρότητα και των δύο προτάσεων.



