Πιερρακάκης κατά Τσίπρα για τα κόκκινα δάνεια: Τα 18 δισ., τα 375 εκατ. και το άρθρο 23 που αποσύρθηκε

Άρθρο πολιτικής ανάλυσης | Kefalonia Magazine

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης επέλεξε να απαντήσει στην κριτική για τα funds και τους servicers στρέφοντας ένα σημαντικό μέρος της κοινοβουλευτικής του παρέμβασης στον Αλέξη Τσίπρα και στη νομοθεσία της περιόδου 2015–2019.

Η αναφορά του στον νόμο 4354/2015, στους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς και στα 18 δισεκατομμύρια ευρώ απαιτήσεων που διαχειρίζονταν funds και servicers αποτελεί συγκεκριμένο επιχείρημα. Δεν μπορεί να παρακαμφθεί.

Όμως το κρίσιμο ζήτημα είναι άλλο: Αποδεικνύουν τα στοιχεία του υπουργού ότι οι αναφορές Τσίπρα είναι λανθασμένες; Και, κυρίως, απαντούν στις ενστάσεις για το άρθρο 23 που η ίδια η κυβέρνηση απέσυρε;

1. Ναι, ο ΣΥΡΙΖΑ νομοθέτησε για τα funds. Αυτό δεν απαλλάσσει τη σημερινή κυβέρνηση

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης ξεκίνησε από τον νόμο 4354/2015, ο οποίος θεσπίστηκε επί κυβέρνησης Αλέξη Τσίπρα και αποτέλεσε βασικό μέρος του θεσμικού πλαισίου για τη διαχείριση και μεταβίβαση απαιτήσεων από δάνεια.

Η αναφορά του υπουργού είναι ουσιαστικά σωστή.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πολιτική ευθύνη για το συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο, όπως και για σημαντικές μεταβολές στη διαδικασία των πλειστηριασμών κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του.

Αυτή η ευθύνη δεν μπορεί να εξαφανιστεί από την ιστορική καταγραφή.

Υπάρχει, όμως, μια κρίσιμη διάκριση.

Το ποιος θεσμοθέτησε ένα σύστημα δεν απαντά αυτομάτως στο πώς λειτουργεί το σύστημα σήμερα, έπειτα από επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.

Από το 2019 μέχρι σήμερα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει διαχειριστεί το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, έχει προχωρήσει σε δικές της νομοθετικές παρεμβάσεις και έχει διαμορφώσει το σημερινό πλαίσιο εποπτείας των εταιρειών διαχείρισης.

Επομένως, η επίκληση του νόμου του 2015 είναι χρήσιμη για την κατανομή των ιστορικών ευθυνών.

Δεν αρκεί, όμως, ως απάντηση στα σημερινά προβλήματα των δανειοληπτών.

Ένας πολίτης που αντιμετωπίζει σήμερα μια δυσβάσταχτη απαίτηση από servicer δεν ενδιαφέρεται μόνο για το ποιος ψήφισε τον πρώτο νόμο.

Ενδιαφέρεται για το ποιος διαμορφώνει σήμερα τους κανόνες, ποιος ελέγχει την εφαρμογή τους και ποια δικαιώματα διαθέτει απέναντι στον πιστωτή του.

2. Τα 18 δισεκατομμύρια και τα 375 εκατομμύρια: Η σύγκριση που χρειάζεται εξήγηση

Το πιο εντυπωσιακό σημείο της επίθεσης Πιερρακάκη ήταν η αντιπαραβολή των περίπου 18 δισεκατομμυρίων ευρώ με τα 375 εκατομμύρια ευρώ στεγαστικών δανείων.

Ο υπουργός χρησιμοποίησε τους αριθμούς για να υποστηρίξει ότι ο Αλέξης Τσίπρας υποβαθμίζει την έκταση των μεταβιβάσεων που πραγματοποιήθηκαν επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ωστόσο, αποκαλύπτουν μια σημαντική λεπτομέρεια.

Τον Μάρτιο του 2019, στην ίδια στατιστική σειρά της Τράπεζας της Ελλάδος, καταγράφονταν περίπου 18,2 δισεκατομμύρια ευρώ συνολικών απαιτήσεων υπό διαχείριση, ενώ τα στεγαστικά δάνεια αποτελούσαν ένα πολύ μικρότερο υποσύνολο, περίπου 375 εκατομμυρίων ευρώ.

Δηλαδή, οι δύο αριθμοί δεν αναφέρονται στην ίδια κατηγορία.

Ο πρώτος αφορά το συνολικό χαρτοφυλάκιο που περιλαμβάνει διαφορετικές κατηγορίες δανείων.

Ο δεύτερος αφορά ειδικά τα στεγαστικά δάνεια.

Τα 375 εκατομμύρια δεν είναι το αντίθετο των 18 δισεκατομμυρίων. Είναι μέρος του συνόλου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Αλέξης Τσίπρας έχει αυτομάτως δίκιο σε οποιαδήποτε δήλωσή του για τα funds.

Εάν είχε ισχυριστεί ότι δεν είχε μεταβιβαστεί ούτε ένα ευρώ απαιτήσεων οποιασδήποτε κατηγορίας, ο ισχυρισμός αυτός θα ήταν ασύμβατος με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος.

Εάν, όμως, αναφερόταν ειδικά στα στεγαστικά δάνεια, τότε η απάντηση με το συνολικό ύψος όλων των κατηγοριών δεν αποτελεί σύγκριση ομοειδών μεγεθών.

Για να αξιολογηθεί πλήρως η αντιπαράθεση, πρέπει να γνωρίζουμε την ακριβή αρχική διατύπωση του πρώην πρωθυπουργού.

Χωρίς αυτήν, το συμπέρασμα ότι τα 18 δισεκατομμύρια καταρρίπτουν αυτομάτως την αναφορά στα 375 εκατομμύρια είναι βιαστικό.

Και υπάρχει ακόμη μια λεπτομέρεια: τα στοιχεία αποτυπώνουν υπόλοιπα απαιτήσεων σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Δεν ταυτίζονται αναγκαστικά με την αξία των νέων μεταβιβάσεων που πραγματοποιήθηκαν αποκλειστικά μέσα σε μια συγκεκριμένη κυβερνητική περίοδο.

3. Το άρθρο 23: Η ουσία δεν ήταν απλώς μια συναινετική συμφωνία

Ο υπουργός επιχείρησε να παρουσιάσει το αποσυρθέν άρθρο 23 ως μια ρύθμιση που θα διευκόλυνε την εφαρμογή συμφωνιών ανάμεσα σε δανειολήπτες και πιστωτές.

Υποστήριξε ότι δεν υπήρχε μονομερής δυνατότητα των servicers να αποκτούν εκτελεστούς τίτλους.

Αυτό είναι ένα σημαντικό σημείο της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας.

Ωστόσο, η βασική ένσταση δεν αφορούσε μόνο το αν υπήρχε αρχική συναίνεση.

Αφορούσε το τι θα συνέβαινε μετά την υπογραφή της συμφωνίας.

Η επίμαχη πρόβλεψη θα επέτρεπε να αποτελεί η ίδια η σύμβαση διμερούς ρύθμισης εκτελεστό τίτλο.

Αυτό έχει συγκεκριμένη νομική σημασία.

Σε περίπτωση αθέτησης της συμφωνίας, ο πιστωτής θα μπορούσε, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, να προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση στηριζόμενος στην ίδια τη σύμβαση, χωρίς να χρειάζεται νέα διαταγή πληρωμής για την ίδια απαίτηση.

Επομένως, η συζήτηση δεν αφορούσε απλώς την ευκολότερη εφαρμογή μιας συμφωνίας.

Αφορούσε την απονομή εκτελεστότητας σε ένα ιδιωτικό συμφωνητικό και τις συνέπειες αυτής της επιλογής για τη διαδικαστική προστασία του οφειλέτη.

Αυτή ήταν και η ουσία των αντιρρήσεων που διατυπώθηκαν από δικηγορικούς φορείς.

Το γεγονός ότι ο δανειολήπτης είχε αρχικά συμφωνήσει σε μια ρύθμιση δεν καθιστά αδιάφορο το ποια διαδικασία θα ακολουθείται εάν αργότερα προκύψει διαφωνία για το ύψος της οφειλής ή για την τήρηση των όρων.

4. Το άρθρο 933 δεν απαντά σε όλες τις ενστάσεις

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης επικαλέστηκε το άρθρο 933 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Η δυνατότητα αυτή είναι πραγματική.

Όμως δεν σημαίνει ότι όλες οι μορφές δικαστικής προστασίας είναι ίδιες.

Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη διαδικασία με την οποία αποκτάται ένας εκτελεστός τίτλος και στη δυνατότητα του οφειλέτη να αμφισβητήσει μεταγενέστερα την εκτέλεση.

Η διαφορά δεν είναι απλώς τεχνική.

Συνδέεται με το πότε και με ποιον τρόπο μπορεί ο πολίτης να προσφύγει στη Δικαιοσύνη, καθώς και με το ποιος φέρει το βάρος να κινήσει τη σχετική διαδικασία.

Επιπλέον, η άσκηση ανακοπής δεν συνεπάγεται σε κάθε περίπτωση αυτόματη αναστολή της εκτέλεσης.

Συνεπώς, η ύπαρξη του άρθρου 933 δεν αρκεί από μόνη της για να απαντήσει στην ένσταση ότι η αποσυρθείσα διάταξη θα άλλαζε ουσιαστικά τη διαδικαστική θέση του οφειλέτη.

Το ότι διατηρείται ένα ένδικο βοήθημα δεν σημαίνει ότι παραμένει αμετάβλητο ολόκληρο το επίπεδο δικαστικής προστασίας.

Αυτό είναι το νομικό ζήτημα που έπρεπε να βρίσκεται στο επίκεντρο της κοινοβουλευτικής συζήτησης.

5. Αν ήταν τόσο σωστή η διάταξη, γιατί αποσύρθηκε;

Ο υπουργός υποστήριξε ότι η κυβέρνηση απέσυρε την επίμαχη πρόβλεψη για να αφαιρέσει από την αντιπολίτευση το τελευταίο επιχείρημα εναντίον του νομοσχεδίου.

Πρόκειται για μια πολιτική εξήγηση.

Όμως δεν απαντά πλήρως στην ουσία.

Η απόσυρση μιας διάταξης δεν αποδεικνύει ότι ήταν αντισυνταγματική ή ότι όλες οι καταγγελίες εναντίον της ήταν σωστές.

Από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ασήμαντη μια ρύθμιση που θα επέφερε συγκεκριμένες συνέπειες στη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης.

Αν η κυβέρνηση θεωρεί ότι η πρόβλεψη ήταν αναγκαία για την αποτελεσματικότερη λειτουργία των ρυθμίσεων, οφείλει να εξηγήσει ποιο πρόβλημα παραμένει άλυτο μετά την απόσυρσή της.

Αν, αντιθέτως, ο μηχανισμός μπορεί να λειτουργήσει χωρίς αυτήν, τότε προκύπτει το ερώτημα γιατί κρίθηκε αρχικά απαραίτητο να εισαχθεί.

Η πολιτική αντιπαράθεση δεν πρέπει να αποκρύπτει το ουσιαστικό ερώτημα: τι ακριβώς θα κέρδιζε ο δανειολήπτης από τη μετατροπή της ιδιωτικής συμφωνίας σε εκτελεστό τίτλο και τι θα έχανε σε επίπεδο διαδικαστικών εγγυήσεων;

Σε αυτό το ερώτημα δεν αρκεί η απάντηση ότι η αντιπολίτευση αναζητούσε προσχήματα.

6. Το ΠΑΣΟΚ και ο εξωδικαστικός: Δεν είναι όλες οι συμφωνίες ίδιες

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης άσκησε κριτική στο ΠΑΣΟΚ για την πρότασή του σχετικά με την εκτελεστότητα των συμβάσεων αναδιάρθρωσης στον εξωδικαστικό μηχανισμό.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι πρόκειται για έναν μηχανισμό με αυτοματοποιημένη πρόταση ρύθμισης, γνωστούς όρους και δυνατότητα αποδοχής από τον οφειλέτη.

Αυτό είναι ένα ουσιαστικό επιχείρημα υπέρ της λειτουργίας του.

Ωστόσο, δεν αρκεί να χρησιμοποιείται η λέξη «συναίνεση» σαν να εξαλείφει κάθε πιθανό πρόβλημα.

Η θέση ενός οφειλέτη που αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο απώλειας της κατοικίας του δεν είναι αναγκαστικά ισοδύναμη με τη διαπραγματευτική θέση ενός επαγγελματία πιστωτή.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε συμφωνία είναι καταχρηστική.

Σημαίνει ότι οι νομοθετικές εγγυήσεις πρέπει να λαμβάνουν υπόψη και την πραγματική ανισορροπία ισχύος.

Επιπλέον, η εκτελεστότητα των συμβάσεων στον εξωδικαστικό μηχανισμό και η εκτελεστότητα μιας νέας διμερούς συμφωνίας δεν είναι αυτονόητα ταυτόσημα ζητήματα.

Χρειάζεται να εξεταστούν οι διαφορετικές διαδικασίες, οι όροι και οι εγγυήσεις κάθε συστήματος.

Η κριτική στο άρθρο 23 δεν συνεπάγεται αυτομάτως απόρριψη κάθε μηχανισμού ρύθμισης οφειλών.

Αντίστοιχα, η υπεράσπιση του εξωδικαστικού δεν αποδεικνύει ότι κάθε νέα μορφή εκτελεστότητας είναι εξίσου ασφαλής για τον οφειλέτη.

7. Επιτόκιο 3%, πρόστιμα 5 εκατομμυρίων: Σημαντικές προβλέψεις, αλλά χρειάζεται έλεγχος της εφαρμογής

Ο υπουργός παρουσίασε και μια σειρά από νέες προβλέψεις υπέρ των δανειοληπτών.

Ανάμεσά τους το σταθερό επιτόκιο 3% για συγκεκριμένες κατηγορίες οφειλετών στον εξωδικαστικό μηχανισμό, η αύξηση του ανώτατου εποπτικού προστίμου στους servicers από 500.000 σε 5 εκατομμύρια ευρώ, οι προθεσμίες απάντησης στα αιτήματα ρύθμισης και η δωρεάν ενημέρωση για την οφειλή.

Οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις έχουν πρακτική σημασία και πρέπει να αξιολογηθούν με βάση το ακριβές περιεχόμενο και την εφαρμογή τους.

Όμως υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη νομοθέτηση ενός δικαιώματος και στην αποτελεσματική άσκησή του.

Η αύξηση του ανώτατου προστίμου δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι οι παραβάσεις θα εντοπίζονται συχνότερα ή ότι θα επιβάλλονται πράγματι αυστηρότερες κυρώσεις.

Οι προθεσμίες απάντησης χρειάζονται αποτελεσματική εποπτεία.

Και το σταθερό επιτόκιο 3% πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις ένταξης, τη διάρκεια εφαρμογής και τις κατηγορίες οφειλετών που καλύπτει.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσοι πολίτες θα μπορέσουν πραγματικά να αξιοποιήσουν αυτές τις

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ