Οι «Ράδιο Αρβύλα» δεν θα βρίσκονται στον ΑΝΤ1 σε μια περίοδο πυκνών πολιτικών εξελίξεων και με τη χώρα να κινείται προς τις κάλπες. Η σύμπτωση προκαλεί αναπόφευκτα έναν ιστορικό συνειρμό: τη Μαλβίνα Κάραλη, τη σκληρή σάτιρά της απέναντι στον Κώστα Σημίτη και την τηλεοπτική της εξαφάνιση. Δύο διαφορετικές εποχές, δύο διαφορετικές υποθέσεις – αλλά ένα ερώτημα που παραμένει ίδιο: πόση πραγματικά ανεξέλεγκτη σάτιρα αντέχει η εξουσία;
Υπάρχουν τηλεοπτικές ειδήσεις που αφορούν την τηλεόραση. Υπάρχουν όμως και τηλεοπτικές ειδήσεις που, λόγω της χρονικής στιγμής και του πολιτικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο συμβαίνουν, αποκτούν αναπόφευκτα πολιτική διάσταση.
Το τέλος των «Ράδιο Αρβύλα» στον ΑΝΤ1 ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Η ομάδα του Αντώνη Κανάκη ανακοίνωσε ότι δεν ανανεώνει τη συνεργασία της με τον σταθμό έπειτα από σχεδόν τρεις δεκαετίες, επικαλούμενη «αποκλειστικά και μόνο λόγους αρχής».
Μια φράση εξαιρετικά βαριά.
Και μια φράση που αφήνει πολύ περισσότερα ερωτήματα από όσα απαντά.
Γιατί δεν μιλά για χρήματα.
Δεν μιλά για τηλεθέαση.
Δεν μιλά για κούραση.
Δεν μιλά για ολοκλήρωση ενός δημιουργικού κύκλου.
Μιλά για «λόγους αρχής».
Και όλα αυτά συμβαίνουν ενώ η Ελλάδα εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η πολιτική αντιπαράθεση θα γίνεται ολοένα και σκληρότερη.
Χωρίς Ράδιο Αρβύλα στην προεκλογική περίοδο
Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό δεδομένο.
Μία από τις μεγαλύτερες και πιο επιθετικές σατιρικές εκπομπές της ελληνικής τηλεόρασης δεν θα βρίσκεται στον αέρα του ΑΝΤ1 σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα δίνει την πολιτική μάχη προς τις επόμενες εκλογές.
Δεν χρειάζεται κανείς να υιοθετήσει θεωρίες συνωμοσίας για να αναγνωρίσει ότι το γεγονός έχει πολιτικό βάρος.
Και βεβαίως δεν υπάρχει μέχρι στιγμής κάποιο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης τηλεφώνησε στον ΑΝΤ1 και απαίτησε να κοπεί ο Αντώνης Κανάκης.
Άλλο όμως αυτό και άλλο να κάνουμε ότι δεν αντιλαμβανόμαστε το αποτέλεσμα:
σε μια κρίσιμη πολιτική περίοδο, μία από τις πιο ενοχλητικές για την εκάστοτε κυβέρνηση σατιρικές φωνές της τηλεόρασης εξαφανίζεται από ένα μεγάλο πανελλαδικό κανάλι.
Και αυτό είναι πρόβλημα που ξεπερνά τον Κανάκη.
Γιατί η σάτιρα είναι μέρος της Δημοκρατίας
Η σάτιρα δεν είναι δελτίο Τύπου.
Δεν είναι αντικειμενικό ρεπορτάζ.
Δεν είναι υποχρεωμένη να κρατά αποστάσεις ίσων χιλιοστών από κυβέρνηση και αντιπολίτευση.
Η δουλειά της είναι να υπερβάλλει, να προκαλεί, να σαρκάζει και κυρίως να χτυπά εκείνον που έχει την εξουσία.
Γι’ αυτό άλλωστε η πραγματική πολιτική σάτιρα είναι σχεδόν πάντοτε ενοχλητική.
Μια σατιρική εκπομπή που αρέσει μονίμως στην κυβέρνηση δεν είναι ιδιαίτερα επιτυχημένη σάτιρα.
Και μια κυβέρνηση που ενοχλείται από το γεγονός ότι γίνεται αντικείμενο χλευασμού έχει δύο επιλογές.
Να απαντήσει πολιτικά.
Ή να επιθυμήσει να σταματήσει ο θόρυβος.
Το πόσο χώρο αφήνει μια κοινωνία στην πρώτη επιλογή και πόσο εύκολα διολισθαίνει προς τη δεύτερη λέει πολλά για την ποιότητα της Δημοκρατίας της.
Και κάπου εδώ επιστρέφει η Μαλβίνα
Όσοι έζησαν την τηλεόραση της δεκαετίας του ’90 δύσκολα μπορούν να αποφύγουν τον συνειρμό.
Μαλβίνα Κάραλη.
Μια από τις πιο ανεξέλεγκτες, απρόβλεπτες και δηλητηριώδεις σατιρικές φωνές που πέρασαν ποτέ από την ελληνική τηλεόραση.
Και απέναντί της ένας από τους αγαπημένους της στόχους:
ο Κώστας Σημίτης.
Η Μαλβίνα δεν ασκούσε ευγενική κριτική στην τότε κυβέρνηση.
Την αποδομούσε.
Τον ίδιο τον Σημίτη τον είχε μετατρέψει σε τηλεοπτικό σατιρικό χαρακτήρα, με τον περίφημο «Τάπερμαν» να περνά στην πολιτική ποπ κουλτούρα της εποχής.
Ιδιαίτερα μετά τα Ίμια, η κριτική της υπήρξε ανελέητη.
Και η τηλεοπτική πορεία της εκείνης της περιόδου έμεινε στη συλλογική μνήμη συνδεδεμένη με μια εποχή στην οποία η πιο ενοχλητική ίσως σατιρική φωνή απέναντι στον σημιτικό εκσυγχρονισμό σταδιακά βρέθηκε εκτός του μεγάλου τηλεοπτικού παιχνιδιού.
Σημίτης τότε, Μητσοτάκης τώρα
Δεν πρόκειται για δύο ταυτόσημες περιπτώσεις και θα ήταν ιστορικά πρόχειρο να παρουσιαστούν ως τέτοιες.
Ο παραλληλισμός όμως είναι πολιτικά αναπόφευκτος.
Επί Σημίτη, μια εξαιρετικά αιχμηρή σατιρική φωνή που είχε μετατρέψει τον πρωθυπουργό στον βασικό της στόχο βρέθηκε τελικά εκτός μεγάλης τηλεοπτικής σκηνής.
Επί Μητσοτάκη, οι «Ράδιο Αρβύλα» αποχωρούν από τον ΑΝΤ1 επικαλούμενοι «λόγους αρχής» και η εκπομπή δεν θα βρίσκεται εκεί την ώρα που η χώρα προχωρά προς μια νέα μεγάλη εκλογική αναμέτρηση.
Και υπάρχει ακόμη μία ενδιαφέρουσα πολιτική γέφυρα ανάμεσα στις δύο περιόδους.
Η σημερινή κυβέρνηση δεν είναι πολιτικά αποκομμένη από τον χώρο του λεγόμενου σημιτικού εκσυγχρονισμού.
Πρόσωπα που πολιτεύθηκαν, αναδείχθηκαν ή διαμορφώθηκαν πολιτικά στον ευρύτερο εκσυγχρονιστικό χώρο του ΠΑΣΟΚ βρέθηκαν τα επόμενα χρόνια κοντά στον Κυριάκο Μητσοτάκη, σε κυβερνητικές θέσεις ή στον ευρύτερο μηχανισμό εξουσίας της Νέας Δημοκρατίας.
Τα περίφημα «ορφανά του Σημίτη», όπως συνηθίζει να τα αποκαλεί η πολιτική αργκό, δεν εξαφανίστηκαν μαζί με το παλιό ΠΑΣΟΚ.
Ένα τμήμα τους βρήκε πολιτική στέγη στο μητσοτακικό εγχείρημα.
Και αυτό κάνει τον ιστορικό παραλληλισμό ακόμη πιο ενδιαφέροντα.
Δύο διαφορετικές εποχές, η ίδια δυσανεξία;
Σημίτης και Μητσοτάκης εκπροσωπούν διαφορετικές πολιτικές περιόδους.
Έχουν όμως και εμφανείς ομοιότητες ως προς το μοντέλο εξουσίας που επιχείρησαν να οικοδομήσουν: τεχνοκρατική εικόνα, επίκληση του εκσυγχρονισμού, ισχυρή σχέση με οικονομικά κέντρα και μεγάλη επένδυση στην επικοινωνιακή διαχείριση.
Και στις δύο εποχές η εικόνα της κυβέρνησης αποτέλεσε κρίσιμο πολιτικό κεφάλαιο.
Ακριβώς γι’ αυτό η ανεξέλεγκτη σάτιρα είναι ενοχλητική.
Επειδή καταστρέφει την εικόνα.
Μπορεί να χρειαστούν εκατοντάδες ώρες επικοινωνιακού σχεδιασμού για να οικοδομηθεί ένα πρωθυπουργικό προφίλ και μερικά λεπτά σάτιρας για να μετατραπεί σε ανέκδοτο.
Αυτό έκανε η Μαλβίνα.
Αυτό, με εντελώς διαφορετικό ύφος και σε διαφορετική εποχή, κάνουν συχνά και οι «Ράδιο Αρβύλα».
Το πρόβλημα δεν είναι αν συμπαθείς τον Κανάκη
Και εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία.
Δεν χρειάζεται να συμπαθεί κανείς τον Αντώνη Κανάκη.
Δεν χρειάζεται να συμφωνεί με τη σάτιρά του.
Δεν χρειάζεται καν να θεωρεί τους «Ράδιο Αρβύλα» αστείους.
Το ζήτημα είναι θεσμικό.
Μια υγιής Δημοκρατία χρειάζεται και εκείνον που ενοχλεί.
Χρειάζεται τον δημοσιογράφο που επιμένει.
Χρειάζεται τον γελοιογράφο που προσβάλλει την αισθητική της εξουσίας.
Χρειάζεται τον σατιρικό που κάνει τον πρωθυπουργό να φαίνεται γελοίος.
Και τον χρειάζεται περισσότερο πριν από τις εκλογές, όχι μετά από αυτές.
Μια πολύ κακή σύμπτωση
Μπορεί πράγματι όλα να είναι μια μεγάλη σύμπτωση.
Μπορεί το τέλος των «Ράδιο Αρβύλα» στον ΑΝΤ1 να αφορά αποκλειστικά τη σχέση Κανάκη–καναλιού.
Αυτό είναι το μόνο που μπορούμε σήμερα να παρουσιάσουμε ως δεδομένο.
Αλλά οι δημοκρατίες δεν κρίνονται μόνο από τις επίσημες κυβερνητικές αποφάσεις.
Κρίνονται και από το περιβάλλον που δημιουργείται γύρω από την εξουσία.
Από το εάν οι ισχυρές φωνές αισθάνονται ελεύθερες να συγκρουστούν μαζί της.
Από το εάν τα μεγάλα μέσα αισθάνονται ασφαλή όταν τη σατιρίζουν.
Και από το εάν, όσο πλησιάζουν οι κάλπες, η πολυφωνία μεγαλώνει ή μικραίνει.
Η Ελλάδα έχει ξαναζήσει την εξαφάνιση μιας εξαιρετικά ενοχλητικής σατιρικής φωνής από τη μεγάλη τηλεόραση.
Τότε τη λέγαμε Μαλβίνα.
Σήμερα μιλάμε για τους Ράδιο Αρβύλα.
Και αν υπάρχει ένα μάθημα που θα έπρεπε να έχουμε πάρει από εκείνη την εποχή, είναι απλό:
η σάτιρα δεν χρειάζεται την άδεια της εξουσίας. Η εξουσία χρειάζεται τη σάτιρα, ακριβώς για να θυμάται ότι σε μια Δημοκρατία κανένας δεν είναι υπεράνω χλευασμού – ούτε ο Σημίτης τότε ούτε ο Μητσοτάκης σήμερα.



