«Αν δεν γυρίσει, θα τον πιάσουμε». Μετά έγινε «θα συλληφθεί όπως συλλαμβάνονται όλοι». Και λίγες ημέρες αργότερα η διαβεβαίωση έγινε ακόμη πιο απόλυτη: «Δεν υπάρχει περίπτωση να μη συλληφθεί ο Ριζάι». Αυτά έλεγε ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης. Μόνο που ο Οκτώβριος έφτασε, ο Αλκέτ Ριζάι παραμένει άφαντος και οι τελευταίες πληροφορίες που εξετάζει η ΕΛ.ΑΣ. τον τοποθετούν ακόμη και στη Βόρεια Ελλάδα, με ανοιχτό το ενδεχόμενο να επιχείρησε να περάσει στην Αλβανία.
Κάπου εδώ οι μεγάλες κουβέντες πρέπει να τελειώσουν.
Και να αρχίσει η λογοδοσία.
Γιατί η υπόθεση Ριζάι δεν είναι πλέον μόνο η ιστορία ενός βαρυποινίτη που πήρε άδεια και δεν επέστρεψε στις φυλακές.
Έχει εξελιχθεί και σε υπόθεση πολιτικής αξιοπιστίας.
Και όταν ο ίδιος ο αρμόδιος υπουργός επιλέγει να δίνει τόσο κατηγορηματικές διαβεβαιώσεις, τότε πρέπει κάποια στιγμή να κριθεί και γι’ αυτές.
«Εγώ πιστεύω ότι θα γυρίσει»
Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.
Ο Ριζάι δεν επέστρεψε στις φυλακές Δομοκού στις 14 Σεπτεμβρίου, μετά την άδεια που του είχε χορηγηθεί.
Μία ημέρα αργότερα, στις 15 Σεπτεμβρίου, ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης εμφανίστηκε καθησυχαστικός.
Υπενθύμισε ότι ο βαρυποινίτης είχε λάβει 16 άδειες και είπε:
«Εγώ πιστεύω ότι θα γυρίσει. Αλλά αν δεν γυρίσει, θα τον πιάσουμε».
Δεν γύρισε.
Και δεν τον έπιασαν.
Τουλάχιστον μέχρι σήμερα.
Θα μπορούσε φυσικά κάποιος να πει ότι επρόκειτο για μια πρώτη εκτίμηση του υπουργού.
Δεκτό.
Μόνο που ο Χρυσοχοΐδης δεν σταμάτησε εκεί.
Μετά έγινε «θα συλληφθεί όπως συλλαμβάνονται όλοι»
Πέρασαν επτά ημέρες.
Ο Ριζάι παρέμενε άφαντος.
Στις 22 Σεπτεμβρίου ο υπουργός εμφανίστηκε ξανά δημοσίως και αυτή τη φορά η εκτίμηση μετατράπηκε σε βεβαιότητα.
«Θα συλληφθεί όπως συλλαμβάνονται όλοι».
Και δεν έμεινε ούτε εκεί.
Ο Χρυσοχοΐδης χρησιμοποίησε την υπόθεση για να εξάρει τις επιχειρησιακές δυνατότητες της Αστυνομίας.
Μίλησε για την «κεκτημένη ταχύτητα» της ΕΛ.ΑΣ.
Για τις μεγάλες υπηρεσίες.
Για το αποκαλούμενο ελληνικό FBI.
Για τις επιτυχίες που, όπως προέβλεπε, θα ακολουθούσαν.
Μάλιστα υποστήριξε ότι δεν υπάρχει «τίποτα ανεξιχνίαστο», αναφερόμενος στις μεγάλες υποθέσεις που χειρίζεται η Αστυνομία.
Ωραία.
Και ο Ριζάι;
Πού είναι;
«Δεν υπάρχει περίπτωση να μη συλληφθεί»
Και σαν να μην ήταν αρκετά όλα αυτά, δύο ημέρες αργότερα ήρθε η πλέον απόλυτη δήλωση.
Στις 24 Σεπτεμβρίου ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη δήλωσε:
«Δεν υπάρχει περίπτωση να μη συλληφθεί ο Ριζάι».
Δεν είπε:
«Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε».
Δεν είπε:
«Οι έρευνες συνεχίζονται».
Δεν είπε:
«Είμαι αισιόδοξος».
Δεν είπε:
«Έχουμε ισχυρές ενδείξεις ότι βρισκόμαστε κοντά του».
Είπε:
«Δεν υπάρχει περίπτωση να μη συλληφθεί».
Όταν ένας υπουργός χρησιμοποιεί τόσο απόλυτη γλώσσα, παίρνει και την ευθύνη αυτής της γλώσσας.
Και σήμερα, σχεδόν δύο εβδομάδες μετά τη μη επιστροφή του στις φυλακές και ενώ ο Ριζάι εξακολουθεί να αναζητείται, η δήλωση επιστρέφει στον ίδιο τον υπουργό.
Και τώρα μαθαίνουμε ότι μπορεί να τους έκανε… πλάκα
Το σημερινό ρεπορτάζ κάνει την υπόθεση ακόμη πιο εξοργιστική — εφόσον βέβαια επιβεβαιωθούν πλήρως οι σχετικές πληροφορίες.
Σύμφωνα με όσα καταγγέλθηκαν στις Αρχές, το βράδυ του περιστατικού με τους πυροβολισμούς στην Ανάβυσσο ένας άνδρας που ταιριάζει στην περιγραφή του Ριζάι φέρεται να κυκλοφορούσε στην Αθηνών–Σουνίου με μαύρο SUV.
Και όχι απλώς να κυκλοφορούσε.
Το όχημα φέρεται να έδινε την εντύπωση αστυνομικού οχήματος.
Ένας άνδρας και ο γιος του κατέθεσαν ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο τους έκανε αρχικά σήμα να σταματήσουν σαν να επρόκειτο να γίνει αστυνομικός έλεγχος και στη συνέχεια, μέσω μεγαφώνου, τους είπε να αποχωρήσουν.
Χρειάζεται εδώ μια απαραίτητη υπογράμμιση:
Ο μάρτυρας δεν έχει επιβεβαιώσει με απόλυτη βεβαιότητα ότι επρόκειτο για τον Ριζάι.
Και όταν αργότερα βρέθηκε το αυτοκίνητο του καταζητούμενου, δεν εντοπίστηκε φάρος ή αντίστοιχος εξοπλισμός που να επιβεβαιώνει πλήρως την περιγραφή.
Άρα δεν θα παρουσιάσουμε την πληροφορία ως αποδεδειγμένο γεγονός.
Αν όμως επιβεβαιωθεί;
Τότε η εικόνα γίνεται πραγματικά εξευτελιστική για έναν κρατικό μηχανισμό που εκείνες τις ώρες τον αναζητούσε.
Η μισή Αστυνομία τον έψαχνε και εκείνος μπορεί να κυκλοφορούσε δίπλα τους;
Αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί.
Την ώρα που οι Αρχές αναζητούσαν έναν εξαιρετικά επικίνδυνο δραπέτη στην περιοχή της Αναβύσσου, εκείνος φέρεται να βρισκόταν λίγο πιο κάτω.
Στην ίδια ευρύτερη περιοχή.
Στην Αθηνών–Σουνίου.
Με το αυτοκίνητό του.
Και πιθανώς να παρίστανε ακόμη και τον αστυνομικό.
Αν αποδειχθεί ότι συνέβη έτσι, δεν πρόκειται για αστυνομική επιτυχία.
Πρόκειται για επιχειρησιακό φιάσκο.
Και δεν μπορεί να καλυφθεί με δηλώσεις περί «κεκτημένης ταχύτητας».
Και τώρα το τελευταίο στίγμα φέρεται να πηγαίνει προς Βόρεια Ελλάδα
Σαν να μην έφτανε αυτό, οι νεότερες πληροφορίες που έχουν περιέλθει στην ΕΛ.ΑΣ., σύμφωνα με το σημερινό ρεπορτάζ, εξετάζουν πιθανή παρουσία του Ριζάι στη Βόρεια Ελλάδα.
Και μαζί με αυτή την πληροφορία υπάρχει πλέον και η εκτίμηση ότι μπορεί να επιχείρησε να περάσει παράνομα στην Αλβανία.
Δεν γνωρίζουμε εάν πέρασε.
Δεν γνωρίζουμε καν εάν η συγκεκριμένη πληροφορία για τη Βόρεια Ελλάδα θα επιβεβαιωθεί.
Αλλά ας υποθέσουμε για μια στιγμή ότι επιβεβαιώνεται.
Τότε έχουμε την εξής διαδρομή:
Ο άνθρωπος δεν επιστρέφει στις φυλακές.
Αναζητείται.
Φέρεται να κινείται στην Αττική.
Και στη συνέχεια ενδέχεται να φτάνει εκατοντάδες χιλιόμετρα βορειότερα.
Και όλα αυτά ενώ ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη διαβεβαιώνει:
«Δεν υπάρχει περίπτωση να μη συλληφθεί».
Το πρόβλημα δεν είναι η άδεια – ας μην μπερδεύουμε τις αρμοδιότητες
Εδώ πρέπει να είμαστε απολύτως καθαροί.
Την άδεια στον Ριζάι δεν την έδωσε ο Χρυσοχοΐδης.
Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη δεν είναι το αρμόδιο όργανο που αποφασίζει ποιος κρατούμενος θα πάρει άδεια.
Ο ίδιος μάλιστα δήλωσε αργότερα ότι προσωπικά θα διαφωνούσε με τη χορήγηση άδειας στον συγκεκριμένο κρατούμενο, παρότι αναγνώρισε ότι ο θεσμός των αδειών προβλέπεται από τον νόμο.
Άρα η εύκολη κριτική «ο Χρυσοχοΐδης άφησε ελεύθερο τον Ριζάι» θα ήταν ανακριβής.
Το πρόβλημα του Χρυσοχοΐδη αρχίζει από τη στιγμή που ο Ριζάι δεν επέστρεψε.
Γιατί από εκεί και πέρα την ευθύνη για την αναζήτησή του έχει η Αστυνομία.
Και πολιτικός προϊστάμενος της Ελληνικής Αστυνομίας είναι ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης.
Οι υπουργοί δεν είναι σχολιαστές – είναι υπεύθυνοι
Αυτό είναι κάτι που συχνά ξεχνά η κυβέρνηση.
Ο υπουργός δεν βρίσκεται στην τηλεόραση για να κάνει πρόβλεψη αγώνα.
Δεν είναι σχολιαστής.
Δεν είναι δημοσιογράφος.
Δεν είναι κάποιος που κάθεται σε ένα πάνελ και λέει:
«Πιστεύω ότι θα τον πιάσουν».
Είναι ο πολιτικά υπεύθυνος υπουργός.
Όταν λοιπόν λέει:
«Θα τον πιάσουμε»,
η φράση έχει βάρος.
Όταν λέει:
«Θα συλληφθεί όπως συλλαμβάνονται όλοι»,
έχει ακόμη μεγαλύτερο βάρος.
Και όταν φτάνει στο:
«Δεν υπάρχει περίπτωση να μη συλληφθεί»,
τότε πλέον δεν κάνει εκτίμηση.
Δίνει δημόσια διαβεβαίωση.
Και οι δημόσιες διαβεβαιώσεις κάποτε ελέγχονται.
Πού πήγε η «κεκτημένη ταχύτητα»;
Ο υπουργός μάς μίλησε για την «κεκτημένη ταχύτητα» της Ελληνικής Αστυνομίας.
Μας μίλησε για τις μεγάλες υπηρεσίες της.
Για το ελληνικό FBI.
Για τις επιτυχίες που έρχονται.
Και όλα αυτά την ώρα που ένας από τους πλέον αναγνωρίσιμους βαρυποινίτες της χώρας παρέμενε άφαντος.
Σήμερα το ερώτημα είναι απλό:
Πού βρίσκεται αυτή η περίφημη κεκτημένη ταχύτητα στην υπόθεση Ριζάι;
Γιατί μέχρι στιγμής την ταχύτητα φαίνεται να την είχε ο καταζητούμενος.
Εκείνος εξαφανίστηκε.
Εκείνος κατάφερε να αποφύγει τον εντοπισμό.
Και τώρα εξετάζεται ακόμη και εάν κατάφερε να κινηθεί προς τη Βόρεια Ελλάδα.
Η Αστυνομία, αντιθέτως, εξακολουθεί να τον ψάχνει.
Λίγη περισσότερη δουλειά, λίγες λιγότερες βεβαιότητες
Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν πιστεύει ότι η σύλληψη ενός έμπειρου και επικίνδυνου δραπέτη είναι εύκολη υπόθεση.
Οι αστυνομικοί που βρίσκονται στον δρόμο κάνουν μια δύσκολη και ενίοτε επικίνδυνη δουλειά.
Ακριβώς γι’ αυτό είναι άδικο η πολιτική ηγεσία να φορτώνει πάνω τους τις δικές της μεγαλόστομες διαβεβαιώσεις.
Γιατί θα ήταν πολύ διαφορετικό αν ο υπουργός έλεγε:
«Η Αστυνομία θα εξαντλήσει κάθε δυνατότητα για να τον εντοπίσει».
Αυτό είναι σοβαρή υπουργική τοποθέτηση.
Το:
«Δεν υπάρχει περίπτωση να μη συλληφθεί»
είναι πολιτική επιταγή προς το μέλλον.
Και όσο ο Ριζάι παραμένει άφαντος, αυτή η επιταγή παραμένει ακάλυπτη.
Ο Ριζάι μπορεί να συλληφθεί αύριο – αυτό δεν σβήνει όσα συνέβησαν
Φυσικά ο Αλκέτ Ριζάι μπορεί να συλληφθεί.
Αύριο.
Σε μία εβδομάδα.
Σε έναν μήνα.
Και μακάρι να συλληφθεί το συντομότερο δυνατό.
Αυτό όμως δεν θα εξαφανίσει τα ερωτήματα για όσα συνέβησαν από τις 14 Σεπτεμβρίου μέχρι τη σύλληψή του.
Πώς κινήθηκε;
Πού κρύφτηκε;
Ποιοι τον βοήθησαν;
Πώς κατάφερε να ξεφύγει;
Ισχύει ότι κυκλοφορούσε στην Αθηνών–Σουνίου ενώ τον αναζητούσαν;
Πώς βρέθηκε το όχημά του χωρίς να βρεθεί ο ίδιος;
Υπήρξαν επιχειρησιακές αστοχίες;
Και, αν αποδειχθεί ότι έφτασε πράγματι στη Βόρεια Ελλάδα ή πέρασε τα σύνορα, πώς κατάφερε να διασχίσει σχεδόν τη μισή χώρα ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη ανθρωποκυνηγητό;
Αυτά δεν είναι αντιπολιτευτικές ερωτήσεις.
Είναι αυτονόητες ερωτήσεις.
Κύριε Χρυσοχοΐδη, λιγότερα λόγια – πού είναι ο Ριζάι;
Και κάπου εδώ επιστρέφουμε στην αρχή.
15 Σεπτεμβρίου:
«Αν δεν γυρίσει, θα τον πιάσουμε».
Δεν γύρισε.
22 Σεπτεμβρίου:
«Θα συλληφθεί όπως συλλαμβάνονται όλοι».
Δεν είχε συλληφθεί.
24 Σεπτεμβρίου:
«Δεν υπάρχει περίπτωση να μη συλληφθεί ο Ριζάι».
7 Οκτωβρίου:
Ο Ριζάι εξακολουθεί να αναζητείται.
Και οι πληροφορίες που εξετάζονται φτάνουν μέχρι τη Βόρεια Ελλάδα και το ενδεχόμενο διαφυγής προς την Αλβανία.
Οπότε ίσως ήρθε η ώρα να σταματήσουν οι μεγάλες διαβεβαιώσεις.
Δεν χρειάζεται άλλη πρόβλεψη.
Δεν χρειάζεται άλλη επίδειξη αυτοπεποίθησης.
Δεν χρειάζεται να μας εξηγήσει κανείς πόσο καλή είναι η «κεκτημένη ταχύτητα» της Αστυνομίας.
Βρείτε τον.
Και μετά ελάτε να μας μιλήσετε για επιτυχία.
Γιατί μέχρι τότε υπάρχει ένας επικίνδυνος δραπέτης που παραμένει άφαντος και ένας υπουργός που έχει ήδη διαβεβαιώσει τρεις φορές ότι θα συλληφθεί.
Η κυβέρνηση μπορεί να αλλάζει τις διατυπώσεις της.
Τα τηλεοπτικά πάνελ μπορούν να περνούν στο επόμενο θέμα.
Αλλά μία ερώτηση παραμένει πεισματικά εκεί:
Κύριε Χρυσοχοΐδη, ο Ριζάι πού είναι;



