Η ελληνική διπλωματία αποτιμά θετικά την επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο. Όμως πίσω από τις αναφορές στη στρατηγική συνεργασία, στις προσωπικές σχέσεις και στην ενεργειακή ασφάλεια, παραμένει ένα κρίσιμο ερώτημα: γιατί ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών δεν διατύπωσε δημόσια μια ξεκάθαρη θέση για τις τουρκικές αντιδράσεις στο καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου;
Όλα πήγαν εξαιρετικά. Εκτός από τις απαντήσεις που περιμένουμε
Η επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα ολοκληρώθηκε και η ελληνική διπλωματία εμφανίζεται ιδιαίτερα ικανοποιημένη.
Οι σχέσεις Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκονται σε υψηλό επίπεδο. Η στρατηγική συνεργασία επιβεβαιώθηκε. Η προσωπική επικοινωνία χαρακτηρίζεται εξαιρετική. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών γνωρίζει σε βάθος την Ανατολική Μεσόγειο και παρέμεινε δύο βράδια στην Ελλάδα.
Όλα αυτά παρουσιάζονται ως στοιχεία μιας επιτυχημένης διπλωματικής επίσκεψης.
Μόνο που η διπλωματία δεν κρίνεται αποκλειστικά από το κλίμα των συναντήσεων, τη διάρκειά τους ή τις φιλοφρονήσεις που ανταλλάσσονται.
Κρίνεται και από τις συγκεκριμένες θέσεις που διατυπώνονται όταν τίθενται δύσκολα ερωτήματα.
Και στην περίπτωση του υποθαλάσσιου καλωδίου Ελλάδας–Κύπρου, το δύσκολο ερώτημα παραμένει.
Τι ακριβώς προτίθενται να κάνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες εάν η Τουρκία επιχειρήσει να εμποδίσει εκ νέου τις εργασίες;
Στις δημόσιες δηλώσεις που παρατίθενται δεν υπάρχει συγκεκριμένη απάντηση.
Υπάρχουν αναφορές στη συνεργασία, στην ενεργειακή διασυνδεσιμότητα και στη διπλωματική υποστήριξη.
Αλλά η απόσταση ανάμεσα στη γενική υποστήριξη ενός έργου και στη σαφή αντιμετώπιση μιας ενδεχόμενης παρεμπόδισής του είναι ουσιαστική.
Οι «ευαισθησίες» της Τουρκίας και η απάντηση που έδωσε η Αθήνα αντί της Ουάσιγκτον
Η πλέον ενδιαφέρουσα αναφορά του Μάρκο Ρούμπιο ήταν εκείνη για τις «ευαισθησίες» άλλων χωρών της περιοχής, οι οποίες περιπλέκουν τα έργα ενεργειακής διασύνδεσης.
Η φράση αυτή έχει σημασία όχι μόνο για όσα περιλαμβάνει, αλλά και για όσα αποφεύγει να διευκρινίσει.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών δεν κατονόμασε, σύμφωνα με το δημοσιευμένο απόσπασμα, την Τουρκία. Δεν προσδιόρισε ποιες αντιδράσεις θεωρεί δικαιολογημένες και ποιες όχι. Ούτε διατύπωσε ρητή δημόσια θέση για τα δικαιώματα που επικαλείται η ελληνική πλευρά στη συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή.
Αντί γι’ αυτό, χρησιμοποίησε μια προσεκτική διπλωματική διατύπωση.
Η ελληνική απάντηση ήρθε στη συνέχεια, από ανώτατη διπλωματική πηγή:
«Η ευαισθησία δεν σημαίνει και δικαίωμα».
Σωστή ως γενική νομική αρχή. Η αντίδραση ενός κράτους δεν δημιουργεί από μόνη της δικαιώματα βάσει του Διεθνούς Δικαίου.
Υπάρχει, όμως, μια ουσιώδης λεπτομέρεια.
Τη φράση αυτή την είπε η ελληνική πλευρά.
Δεν προκύπτει από τα δημοσιευμένα αποσπάσματα ότι την υιοθέτησε δημόσια και ο Μάρκο Ρούμπιο αναφερόμενος στη συγκεκριμένη διαφορά.
Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο που χρειάζεται διευκρίνιση.
Δεν αρκεί να γνωρίζουμε τι πιστεύει η Αθήνα για τις τουρκικές αντιδράσεις. Αυτό είναι ήδη γνωστό.
Το ερώτημα είναι πόσο συγκεκριμένη είναι η αμερικανική τοποθέτηση απέναντι σε αυτές.
Η «ιδιωτική διπλωματία» και όσα δεν μπορούν να ειπωθούν
Η ελληνική διπλωματική πηγή επικαλέστηκε και την ανάγκη εμπιστευτικών χειρισμών, εξηγώντας ότι δεν είναι δυνατόν να δημοσιοποιούνται όλες οι λεπτομέρειες των συνομιλιών.
Αυτή είναι μια εύλογη επισήμανση. Καμία σοβαρή διπλωματία δεν διεξάγεται αποκλειστικά μέσω δημόσιων δηλώσεων.
Ο ίδιος ο Ρούμπιο επιβεβαίωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστηρίζουν το έργο και προτίθενται να αξιοποιήσουν διπλωματικές προσπάθειες για την αντιμετώπιση εμποδίων.
Επομένως, θα ήταν ανακριβές να υποστηριχθεί ότι η Ουάσιγκτον εγκαταλείπει την ηλεκτρική διασύνδεση.
Αλλά υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη δέσμευση για διπλωματική υποστήριξη και στη δέσμευση για ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα.
Η επίκληση της ιδιωτικής διπλωματίας εξηγεί γιατί ορισμένες πληροφορίες παραμένουν εμπιστευτικές. Δεν αποδεικνύει, από μόνη της, ότι έχουν εξασφαλιστεί οι προϋποθέσεις για απρόσκοπτη υλοποίηση του έργου.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο χρειάζεται να διαχωριστούν οι πραγματικές δεσμεύσεις από τις προσδοκίες που δημιουργούν.
Η Κάσος παραμένει το πραγματικό τεστ
Η υπόθεση της Κάσου δεν αποτελεί μια αφηρημένη διπλωματική διαφωνία.
Οι έρευνες για την ηλεκτρική διασύνδεση έχουν ήδη βρεθεί στο επίκεντρο ελληνοτουρκικής έντασης, ενώ η Άγκυρα έχει προβάλει αξιώσεις σχετικά με τις θαλάσσιες περιοχές από τις οποίες σχεδιάζεται να περάσει το έργο.
Η Αθήνα απορρίπτει την ανάγκη τουρκικής έγκρισης για δραστηριότητες που θεωρεί ότι εμπίπτουν στα δικαιώματά της.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, εξετάζεται η επανέναρξη ερευνών προς τα τέλη Οκτωβρίου, χωρίς να έχει επιβεβαιωθεί οριστικά η σχετική ημερομηνία.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το κρίσιμο σημείο της συζήτησης.
Αν η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι δεν απαιτείται τουρκική άδεια, πώς θα διασφαλιστεί η πραγματοποίηση των εργασιών;
Αν η Τουρκία επαναλάβει τις αντιρρήσεις της, ποια θα είναι η διπλωματική αντίδραση;
Και ποια συγκεκριμένη υποστήριξη έχει συμφωνηθεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες;
Δεν είναι αναγκαίο να δημοσιοποιηθούν απόρρητοι επιχειρησιακοί σχεδιασμοί. Είναι όμως θεμιτό να ζητούνται σαφείς πολιτικές απαντήσεις για την πορεία ενός τόσο σημαντικού έργου.
Η ευθύνη για την επανεκκίνηση και ο ρόλος της εταιρείας
Ένα ακόμη σημείο της κυβερνητικής ενημέρωσης χρειάζεται προσεκτική ανάγνωση.
Η ανώτατη διπλωματική πηγή διευκρίνισε ότι η επανεκκίνηση των εργασιών δεν εξαρτάται από την ελληνική κυβέρνηση, αλλά από την υποβολή σχετικού αιτήματος της αρμόδιας εταιρείας.
Η διευκρίνιση αφορά ένα πραγματικό διαδικαστικό στάδιο.
Ωστόσο, το Great Sea Interconnector δεν είναι αποκλειστικά ένα τεχνικό ή επιχειρηματικό εγχείρημα. Έχει και σημαντική γεωπολιτική διάσταση.
Η εταιρεία έχει την ευθύνη των προβλεπόμενων τεχνικών ενεργειών και αιτημάτων. Οι κρατικές αρχές έχουν διαφορετικές αρμοδιότητες, που αφορούν την αδειοδότηση, τη διπλωματική διαχείριση και την άσκηση των δικαιωμάτων τους.
Επομένως, η αναφορά στην εταιρεία εξηγεί ένα μέρος της διαδικασίας, αλλά δεν εξαντλεί το ζήτημα της κρατικής ευθύνης.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο πότε θα υποβληθεί το αίτημα.
Είναι και ποιες συνθήκες θα επιτρέψουν να πραγματοποιηθούν οι εργασίες όταν υποβληθεί.
Οι δύο διανυκτερεύσεις, οι προσωπικές σχέσεις και η ουσία της διπλωματίας
Στη θετική αποτίμηση της επίσκεψης δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη διάρκειά της, στην προσωπική σχέση των δύο υπουργών Εξωτερικών και στο επίπεδο αμοιβαίας εκτίμησης.
Πρόκειται για στοιχεία που μπορούν να διευκολύνουν τη διπλωματική επικοινωνία.
Δεν αποτελούν, όμως, από μόνα τους μέτρο επιτυχίας.
Μια επίσκεψη μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντική για τις διμερείς σχέσεις χωρίς να επιλύει κάθε ανοιχτή διαφορά.
Αντίστοιχα, μια στενή προσωπική σχέση μπορεί να δημιουργεί καλύτερους διαύλους συνεννόησης χωρίς να εξασφαλίζει ταυτόσημες θέσεις σε όλα τα ζητήματα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δικά τους στρατηγικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο. Διατηρούν σχέσεις τόσο με την Ελλάδα όσο και με την Τουρκία.
Αυτό αποτελεί βασικό δεδομένο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, το οποίο πρέπει να συνεκτιμάται όταν αξιολογούνται οι αμερικανικές τοποθετήσεις.
Η σημασία της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας δεν αμφισβητείται από αυτή τη διαπίστωση. Απλώς η συνεργασία δεν συνεπάγεται αυτόματη ταύτιση σε κάθε διμερή διαφορά.
Τα F-35 και η διαφορετική πραγματικότητα των εξοπλισμών
Η ελληνική διπλωματική πλευρά στάθηκε και στο υφιστάμενο αμερικανικό νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο εμποδίζει την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.
Οι κυρώσεις που συνδέονται με την προμήθεια των ρωσικών S-400 αποτελούν σημαντικό περιορισμό.
Η σημερινή κατάσταση, όμως, πρέπει να διαχωρίζεται από τις μελλοντικές δυνατότητες αλλαγής πολιτικής.
Η αμερικανική νομοθεσία και οι αποφάσεις του Κογκρέσου έχουν καθοριστική σημασία. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε μελλοντική εξέλιξη στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις είναι εκ των προτέρων γνωστή.
Η ελληνική αμυντική πολιτική χρειάζεται να στηρίζεται σε μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και όχι αποκλειστικά στην παραδοχή ότι τα εμπόδια που αντιμετωπίζει σήμερα η Τουρκία θα παραμείνουν αμετάβλητα.
Από την αναβάθμιση των σχέσεων στα μετρήσιμα αποτελέσματα
Η επίσκεψη Ρούμπιο περιλάμβανε και συγκεκριμένα πεδία συνεργασίας, όπως η ασφάλεια, η ενέργεια και η αντιμετώπιση διεθνών απειλών.
Η Αθήνα και η Ουάσιγκτον προχώρησαν επίσης σε συμφωνία για ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Επομένως, η επίσκεψη δεν μπορεί να περιγραφεί ως μια συνάντηση χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.
Το ζήτημα είναι να αξιολογείται κάθε αποτέλεσμα ξεχωριστά.
Η ενίσχυση της συνεργασίας σε έναν τομέα δεν σημαίνει αυτομάτως επίλυση των εκκρεμοτήτων σε κάποιον άλλο.
Και η επιβεβαίωση της στρατηγικής σχέσης δεν απαντά από μόνη της στα ερωτήματα για την Κάσο.
Το συμπέρασμα: Η υποστήριξη είναι σαφής, οι πρακτικές εγγυήσεις λιγότερο
Η αμερικανική υποστήριξη στο Great Sea Interconnector έχει εκφραστεί δημόσια και δεν πρέπει να υποβαθμίζεται.
Ταυτόχρονα, οι δηλώσεις Ρούμπιο για τις ευαισθησίες τρίτων χωρών δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει την υπόθεση ως ένα σύνθετο περιφερειακό ζήτημα που απαιτεί διπλωματικούς χειρισμούς.
Η ελληνική απάντηση ότι οι ευαισθησίες δεν δημιουργούν δικαιώματα διατυπώνει μια σαφή θέση αρχής.
Παραμένει, ωστόσο, διαφορετικό ζήτημα το πώς αυτή η θέση θα υποστηριχθεί στην πράξη.
Το πραγματικό κριτήριο δεν είναι πόσο θερμά περιγράφονται οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις μετά την επίσκεψη, αλλά αν και πώς θα προχωρήσει η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου.
Η Αθήνα έχει λόγους να αναδεικνύει τη σημασία της συνεργασίας με την Ουάσιγκτον. Έχει όμως και την υποχρέωση να εξηγεί, στον βαθμό που επιτρέπουν οι διπλωματικές συνθήκες, ποια είναι τα πραγματικά αποτελέσματα αυτής της συνεργασίας στα ζητήματα που παραμένουν ανοιχτά.



