Η συγκεκριμένη «γραμμή» απέναντι στον Αντώνη Σαμαρά είναι επικοινωνιακά βολική: δεν διαφωνεί με όσα λέει, αλλά επιχειρεί να εξηγήσει γιατί τα λέει.
Δεν έγινε Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Δεν πήρε ευρωπαϊκό αξίωμα. Δεν μπήκε ο γιος του στο ψηφοδέλτιο. Άρα, περίπου, ο πρώην πρωθυπουργός κινείται από προσωπική πικρία και εκδικητικότητα απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Μόνο που υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα:
Ακόμη κι αν δεχθούμε ότι ο Σαμαράς έχει προσωπικά παράπονα, αυτό δεν απαντά ούτε σε μία από τις πολιτικές θέσεις που διατυπώνει.
Η πολιτική δεν είναι ψυχανάλυση
Ο Σαμαράς ασκεί συγκεκριμένη κριτική στην κυβέρνηση για τα ελληνοτουρκικά, την εξωτερική πολιτική, τη φυσιογνωμία της ΝΔ, τη μετακίνησή της προς το Κέντρο, αλλά και για σειρά κυβερνητικών επιλογών.
Μπορεί να έχει δίκιο.
Μπορεί να έχει άδικο.
Μπορεί η κριτική του να είναι υπερβολική, αντιφατική ή να εξυπηρετεί προσωπική πολιτική στρατηγική.
Αυτό ακριβώς πρέπει να συζητήσουμε.
Το «είναι θυμωμένος επειδή δεν έγινε Πρόεδρος της Δημοκρατίας» δεν απαντά στην πολιτική του επιχειρηματολογία. Απλώς αποδίδει κίνητρο στον αντίπαλο ώστε να μη χρειαστεί να συζητηθεί το περιεχόμενο.
Και ποιος αποφάσισε ότι ο Σαμαράς «δικαιούνταν» όλα αυτά;
Υπάρχει και μια εντυπωσιακή αντίφαση στη συγκεκριμένη επιχειρηματολογία.
Για να κατηγορήσεις τον Σαμαρά ότι εκδικείται επειδή δεν έγινε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, δεν πήρε ευρωπαϊκή θέση και δεν έγινε υποψήφιος ο γιος του, πρέπει πρώτα να θεωρήσεις ότι τα περίμενε ή τα απαιτούσε.
Υπάρχουν αποδείξεις γι’ αυτό;
Εάν υπάρχουν, να παρουσιαστούν.
Διαφορετικά έχουμε κατασκευάσει μόνοι μας τρεις προσωπικές απαιτήσεις, τις έχουμε αποδώσει στον Σαμαρά και στη συνέχεια ερμηνεύουμε ολόκληρη την πολιτική συμπεριφορά του μέσω αυτών.
Αυτό δεν είναι αποδόμηση.
Είναι πολιτική ψυχογράφηση χωρίς τεκμηρίωση.
Το επιχείρημα για τον γιο του είναι ακόμη χειρότερο
«Δεν του βάζει τον γιο του υποψήφιο».
Αν αυτό παρουσιάζεται ως λόγος για τον οποίο ένας πρώην πρωθυπουργός συγκρούεται με τον σημερινό πρωθυπουργό, τότε η ίδια η επιχειρηματολογία δημιουργεί ένα πολύ δυσάρεστο ερώτημα:
Από πότε οι υποψηφιότητες στη Νέα Δημοκρατία αποτελούν οικογενειακή ανταμοιβή πρώην πρωθυπουργών;
Εάν ο γιος του Αντώνη Σαμαρά θέλει κάποτε να πολιτευτεί, πρέπει να κριθεί για τη δική του πολιτική παρουσία και επάρκεια.
Όχι επειδή είναι «ο γιος του Σαμαρά».
Άρα η συγκεκριμένη αιχμή, αντί να πλήττει τον Σαμαρά, κινδυνεύει να μετατρέψει την πολιτική σε παζάρι: σου δίνω αξίωμα, μου δίνεις πολιτική ηρεμία.
Και αυτό μάλλον δεν είναι το μήνυμα που θέλει να εκπέμψει η ΝΔ.
Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο
Ο Αντώνης Σαμαράς δεν εμφανίστηκε χθες στην πολιτική ζωή.
Υπήρξε υπουργός, πρόεδρος της ΝΔ και πρωθυπουργός. Έχει συγκεκριμένη πολιτική ταυτότητα και γνωστές εδώ και δεκαετίες θέσεις, ιδίως στα εθνικά θέματα.
Επομένως, όταν διαφωνεί με τη σημερινή ΝΔ, υπάρχει μια πολύ πιο σοβαρή συζήτηση:
Έχει αλλάξει ο Σαμαράς ή έχει αλλάξει η Νέα Δημοκρατία;
Εκεί βρίσκεται το πολιτικά ενδιαφέρον ερώτημα.
Και εκεί θα έπρεπε να δοθεί η μάχη.
Αν είναι προσωπική εκδίκηση, αποδείξτε το. Αλλιώς απαντήστε πολιτικά
Η Νέα Δημοκρατία έχει κάθε δικαίωμα να απαντήσει σκληρά στον πρώην πρόεδρό της.
Να του θυμίσει το 1993.
Να αντικρούσει τις θέσεις του για τα ελληνοτουρκικά.
Να υπερασπιστεί τη διεύρυνση προς το Κέντρο.
Να εξηγήσει γιατί θεωρεί ότι η σημερινή στρατηγική Μητσοτάκη υπηρετεί καλύτερα τη χώρα και την παράταξη.
Αυτή θα είναι πολιτική αντιπαράθεση.
Αλλά το «δεν τον κάναμε Πρόεδρο, δεν του δώσαμε Ευρώπη, δεν βάλαμε τον γιο του και τώρα μας εκδικείται» είναι επικίνδυνα εύκολο.
Γιατί τελικά μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ.
Ο πολίτης μπορεί να αναρωτηθεί:
Δηλαδή αν του τα είχαν δώσει όλα αυτά, θα ήταν καλός ο Σαμαράς και θα συμφωνούσε με τον Μητσοτάκη;
Και τότε το πρόβλημα παύει να είναι ο Σαμαράς.
Γίνεται η αντίληψη ότι οι πολιτικές διαφωνίες λύνονται με αξιώματα και οικογενειακές υποψηφιότητες.
Η εκδίκηση μπορεί πράγματι να είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο.
Η πολιτική επιχειρηματολογία, όμως, καλό είναι να σερβίρεται με αποδείξεις.



