Η Αλεξάνδρα Σδούκου έκανε μια δήλωση που, αν δεν αφορούσε το καθημερινό ταμείο του σούπερ μάρκετ, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί απλώς ως ένα ακόμη επικοινωνιακό τέχνασμα.
«Η Ελλάδα είναι μία από τις μόλις τέσσερις χώρες της Ευρωζώνης στις οποίες μειώθηκαν οι τιμές στα τρόφιμα. Οπότε, δικαίως θα έλεγε κάποιος ότι οι συμφωνίες που κάναμε, και με τα σούπερ μάρκετ, και με τους παραγωγούς, δούλεψαν», είπε.
Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα.
Ο καταναλωτής δεν τρώει δείκτες. Αγοράζει μοσχάρι, αυγά, τυρί, ψωμί, κοτόπουλο και ψάρια.
Και εκεί η εικόνα είναι πολύ διαφορετική.
Το -0,2% δεν σημαίνει ότι ξαφνικά φθήνυνε το σούπερ μάρκετ
Πρώτα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τι ακριβώς δείχνει το στοιχείο που επικαλείται η εκπρόσωπος της ΝΔ.
Η προκαταρκτική μέτρηση της Eurostat πράγματι εμφανίζει για την Ελλάδα αρνητικό ετήσιο ρυθμό περίπου -0,2% στον σχετικό δείκτη τροφίμων. Άρα το συγκεκριμένο αριθμητικό στοιχείο δεν είναι κατασκευασμένο.
Αυτό όμως απέχει πολύ από το πολιτικό συμπέρασμα ότι λύθηκε το πρόβλημα της ακρίβειας ή ότι αποδείχθηκε πως «οι συμφωνίες δούλεψαν».
Πληθωρισμός είναι ο ρυθμός μεταβολής των τιμών, όχι το ίδιο το επίπεδο των τιμών.
Αν ένα προϊόν από τα 10 ευρώ έχει φτάσει, έπειτα από συνεχείς αυξήσεις, στα 14 ευρώ και στη συνέχεια πέσει στα 13,90, έχουμε μείωση τιμής στην τελευταία σύγκριση.
Δεν σημαίνει ότι το προϊόν έγινε φθηνό.
Σημαίνει ότι παραμένει δραματικά ακριβότερο από εκεί που ξεκίνησε.
Και αυτή ακριβώς είναι η πραγματικότητα που βιώνουν εδώ και χρόνια τα ελληνικά νοικοκυριά.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ χαλάνε το πανηγυρικό αφήγημα
Τα τελευταία πλήρη στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που είναι διαθέσιμα σήμερα αφορούν τον Αύγουστο — τα αναλυτικά στοιχεία του Σεπτεμβρίου είναι προγραμματισμένο να δημοσιευθούν στις 9 Οκτωβρίου.
Και τι έδειξε η ΕΛΣΤΑΤ τον Αύγουστο;
Η κατηγορία «Διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά» αυξήθηκε κατά 0,9% σε ετήσια βάση.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα στα ίδια τα προϊόντα.
Το μοσχάρι ήταν ακριβότερο κατά 13,5% σε σχέση με έναν χρόνο πριν.
Το αρνί και το κατσίκι κατά 11,3%.
Τα αλίπαστα ψάρια κατά 11,5%.
Τα αυγά κατά 4,3%.
Τα άλλα βρώσιμα έλαια κατά 8,8%.
Η μαργαρίνη και τα άλλα φυτικά λίπη κατά 9,6%.
Τα πουλερικά κατά 2,1%.
Τα τυριά κατά 1,5%.
Αυτά δεν είναι εκτιμήσεις της αντιπολίτευσης. Είναι στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.
Βεβαίως υπήρξαν και σημαντικές μειώσεις: το ελαιόλαδο υποχώρησε κατά 15% και τα φρούτα κατά 7,1%. Και ακριβώς αυτές οι μειώσεις μπορούν να τραβήξουν προς τα κάτω έναν συνολικό δείκτη, ενώ ταυτόχρονα σειρά βασικών προϊόντων εξακολουθεί να ακριβαίνει.
Αυτό είναι το σημείο που εξαφανίζεται από την κυβερνητική αφήγηση.
Το ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα: από πού προκύπτει ότι «οι συμφωνίες δούλεψαν»;
Ακόμη και αν δεχθούμε αυτούσιο το -0,2%, υπάρχει ένα δεύτερο, σοβαρότερο λογικό άλμα.
Με ποια ακριβώς στοιχεία αποδεικνύεται ότι η συγκεκριμένη μεταβολή προκλήθηκε από τις «συμφωνίες» της κυβέρνησης με σούπερ μάρκετ και παραγωγούς;
Για να υποστηριχθεί σοβαρά μια τέτοια αιτιώδης σχέση χρειάζεται κάτι περισσότερο από δύο γεγονότα που συνέπεσαν χρονικά.
Πρέπει να αποδειχθεί τι θα συνέβαινε χωρίς τις παρεμβάσεις, ποια προϊόντα επηρεάστηκαν από αυτές, σε τι ποσοστό και πόσο από τη μεταβολή οφείλεται σε άλλους παράγοντες: διεθνείς τιμές, εποχικότητα, παραγωγή, προσφορά, πρώτες ύλες.
Διαφορετικά έχουμε το κλασικό πολιτικό σχήμα:
Όταν οι τιμές ανεβαίνουν, φταίει η διεθνής συγκυρία.
Όταν ένας δείκτης πέσει κατά 0,2%, πέτυχε η κυβέρνηση.
Δεν γίνεται και τα δύο να αποτελούν αυτονόητη εξήγηση ανάλογα με το αν ο αριθμός είναι πολιτικά βολικός.
Η πενταετία είναι αυτή που αποκαλύπτει τι έχει συμβεί στο ράφι
Υπάρχει όμως ένας αριθμός πολύ δυσκολότερος να χωρέσει σε πανηγυρικές δηλώσεις.
Σύμφωνα με στοιχεία που βασίζονται στην ΕΛΣΤΑΤ, από τον Ιούλιο του 2021 έως τον Ιούλιο του 2026 η κατηγορία «Διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά» έχει αυξηθεί συνολικά κατά περίπου 34,3%.
Και στα επιμέρους προϊόντα η εικόνα είναι ακόμη σκληρότερη:
Μοσχάρι +75,1%.
Σοκολάτα και προϊόντα σοκολάτας +60,8%.
Αυγά +47,9%.
Καφές +43,4%.
Τυριά +38,9%.
Ελαιόλαδο +35,4%.
Ψωμί και προϊόντα αρτοποιίας +34%.
Πουλερικά +31,6%.
Λαχανικά +31,3%.
Αναψυκτικά +30,2%.
Αυτό είναι το πραγματικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο έρχεται σήμερα ένα -0,2%.
Και εδώ βρίσκεται όλη η πολιτική παραπλάνηση της παρουσίασης.
Άλλο “σταμάτησαν προσωρινά να αυξάνονται οι τιμές” ή “ο δείκτης υποχώρησε οριακά” και εντελώς άλλο “αντιμετωπίσαμε την ακρίβεια”.
Μοσχάρι +75% σε πέντε χρόνια και πανηγυρίζουμε για -0,2%;
Ας το μεταφέρουμε από τα στατιστικά στο οικογενειακό τραπέζι.
Ένας καταναλωτής που βλέπει το μοσχάρι να έχει ακριβύνει περίπου 75% σε πέντε χρόνια, τα αυγά σχεδόν 48%, τον καφέ πάνω από 43% και το τυρί σχεδόν 39%, δύσκολα θα αισθανθεί ότι το πρόβλημά του λύθηκε επειδή ένας συνολικός εναρμονισμένος δείκτης εμφάνισε σε έναν μήνα ετήσια μεταβολή -0,2%.
Και δεν πρόκειται για «γκρίνια».
Πρόκειται για αριθμητική.
Το διαθέσιμο εισόδημα του νοικοκυριού δεν ενδιαφέρεται για το πόσο ωραία παρουσιάζεται ένας δείκτης σε μια πολιτική συνέντευξη. Ενδιαφέρεται για το πόσα ευρώ χρειάζονται στο ταμείο.
Ακόμη και τα στοιχεία των σούπερ μάρκετ θέλουν προσοχή
Υπάρχει μάλιστα και ένα ενδιαφέρον στοιχείο από την αγορά.
Έρευνα του ΙΕΛΚΑ για τον Αύγουστο κατέγραψε οριακή ετήσια μείωση 0,15% στις τιμές των σούπερ μάρκετ.
Όμως από τις 23 κατηγορίες που εξετάστηκαν, οι 13 είχαν αυξήσεις και οι 10 μειώσεις.
Δηλαδή ακόμη και ένας συνολικός αρνητικός δείκτης μπορεί να συνυπάρχει απολύτως με αυξήσεις στην πλειονότητα των επιμέρους κατηγοριών.
Αυτό ακριβώς δείχνει γιατί οι γενικοί μέσοι όροι χρειάζονται ερμηνεία και όχι πανηγυρισμούς.
Και υπάρχει τώρα ένας ακόμη κίνδυνος: η ενέργεια
Η ίδια η Σδούκου παραδέχεται ότι το πετρέλαιο έχει εκτιναχθεί και ότι η ενεργειακή κρίση αυξάνει το κόστος.
Σωστά.
Αλλά τότε γεννάται το επόμενο ερώτημα.
Τι θα συμβεί στις τιμές των τροφίμων όταν ακριβότερο πετρέλαιο κίνησης σημαίνει ακριβότερη μεταφορά, όταν αυξάνεται το ενεργειακό κόστος της παραγωγής και όταν επιβαρύνεται ολόκληρη η εφοδιαστική αλυσίδα;
Η ίδια μάλιστα εξηγεί ότι γι’ αυτό επιδοτείται το ντίζελ: επειδή επηρεάζει το φορτηγό, την παραγωγή και τελικά την τιμή στο ράφι.
Άρα η κυβέρνηση αναγνωρίζει τον κίνδυνο νέας μετακύλισης του ενεργειακού κόστους στα προϊόντα.
Και την ίδια στιγμή παρουσιάζει το -0,2% ως πιστοποιητικό επιτυχίας.
Λίγη περισσότερη επαφή με το ταμείο του σούπερ μάρκετ
Κανείς σοβαρός δεν ισχυρίζεται ότι μια ελληνική κυβέρνηση μπορεί να ελέγξει την παγκόσμια τιμή του πετρελαίου, τις διεθνείς αγορές τροφίμων ή κάθε διαταραχή της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Μπορούμε όμως να απαιτούμε κάτι πολύ απλούστερο:
να μη χρησιμοποιούνται επιλεκτικά οι στατιστικές για να παρουσιάζεται ως κυβερνητική επιτυχία μια πραγματικότητα που τα νοικοκυριά βιώνουν εντελώς διαφορετικά.
Ναι, υπάρχει μέτρηση -0,2%.
Ναι, υπήρξαν προϊόντα που φθήνυναν.
Αλλά υπάρχουν ταυτόχρονα βασικά τρόφιμα που εξακολουθούν να εμφανίζουν σημαντικές ετήσιες αυξήσεις και ένα συσσωρευμένο κύμα ακρίβειας περίπου 34% στη διατροφή μέσα σε πέντε χρόνια.
Και κυρίως δεν υπάρχει, από έναν και μόνο αριθμό, απόδειξη ότι η οριακή αποκλιμάκωση προήλθε από τις κυβερνητικές «συμφωνίες».
Το -0,2% μπορεί να είναι στατιστικό στοιχείο. Το “άρα οι συμφωνίες μας δούλεψαν” είναι πολιτικός ισχυρισμός.
Και αυτά τα δύο δεν πρέπει να συγχέονται.
Γιατί ο πολίτης μπορεί να μην γνωρίζει όλες τις τεχνικές λεπτομέρειες του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.
Ξέρει όμως κάτι πολύ απλούστερο.
Θυμάται πόσο κόστιζε η σακούλα που έβγαζε από το σούπερ μάρκετ πριν από πέντε χρόνια — και βλέπει πόσο πληρώνει για την ίδια σακούλα σήμερα.
Και εκεί, δυστυχώς για το κυβερνητικό αφήγημα, το -0,2% δεν αρκεί για να σβήσει το +34%.



