«Σεμνά και ταπεινά». Αυτή είναι η καινούργια προτροπή του Κυριάκου Μητσοτάκη προς τα κυβερνητικά στελέχη και ο Παύλος Μαρινάκης έσπευσε να συμφωνήσει.
«Έτσι πρέπει να είναι. Δεν πρέπει να ξεχνάς ότι αυτοί στους οποίους απευθύνεσαι αντιμετωπίζουν προβλήματα», είπε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.
Εξαιρετικά.
Μετά από τόσα χρόνια διακυβέρνησης, ανακαλύφθηκε ότι οι πολίτες… αντιμετωπίζουν προβλήματα.
Κάλλιο αργά παρά ποτέ.
Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ότι ο πολίτης δεν χρειάζεται έναν υπουργό που θα του εξηγεί «σεμνά και ταπεινά» ότι το σούπερ μάρκετ έγινε ακριβότερο. Το γνωρίζει όταν φτάνει στο ταμείο.
Δεν χρειάζεται επίσης κυβερνητική υπενθύμιση ότι υπάρχει στεγαστική κρίση. Το γνωρίζει όταν ψάχνει σπίτι και βλέπει το ενοίκιο.
Ούτε χρειάζεται να πληροφορηθεί ότι η ενέργεια και τα καύσιμα πιέζουν το εισόδημά του.
Το αντιλαμβάνεται κάθε φορά που πληρώνει.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι πόσο σεμνά θα μιλάει πλέον η κυβέρνηση.
Είναι τι θα κάνει.
«Θα δώσουμε όσα περισσότερα αντέχει η οικονομία»
Και εδώ φτάνουμε στη νέα μεγάλη κυβερνητική υπόσχεση:
«Θα δώσουμε όσα περισσότερα αντέχει η οικονομία».
Προσέξτε τη διατύπωση.
Δεν υπάρχει συγκεκριμένο μέτρο.
Δεν υπάρχει συγκεκριμένο ποσό.
Δεν υπάρχει συγκεκριμένη παρέμβαση.
Υπάρχει ένα «όσα περισσότερα», ένα «εφόσον» και ένα ευρωπαϊκό αίτημα που περιμένουμε να δούμε αν θα γίνει δεκτό.
Και μέχρι τότε;
Σεμνά και ταπεινά.
Βεβαίως, κάθε σοβαρή κυβέρνηση οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν υποστηρίζει ότι το κράτος διαθέτει απεριόριστο χρήμα.
Αλλά υπάρχει ένα πολιτικό ερώτημα που δεν μπορεί να εξαφανίζεται κάθε φορά πίσω από τη λέξη «δημοσιονομικός χώρος»:
Ποιες είναι οι προτεραιότητες μέσα σε αυτόν τον χώρο;
Γιατί ο δημοσιονομικός χώρος δεν είναι φυσικό φαινόμενο.
Είναι πολιτική επιλογή το πού κατευθύνεται.
Η κυβέρνηση «καταλαβαίνει τον κόσμο»
Ο Παύλος Μαρινάκης μάς διαβεβαιώνει επίσης:
«Καταλαβαίνουμε τον κόσμο και θα συνεχίσουμε να είμαστε δίπλα του».
Πολύ ωραία.
Αλλά η πολιτική δεν είναι διαγωνισμός ενσυναίσθησης.
Ούτε ζητά ο πολίτης από την κυβέρνηση να τον… καταλάβει.
Ζητά αποτέλεσμα.
Όταν λοιπόν ακόμη και κυβερνητικά στελέχη μιλούν για πιθανότητα πρόσθετων μέτρων εάν συνεχιστεί η κατάσταση, αυτό σημαίνει κάτι πολύ απλό:
τα υπάρχοντα μέτρα δεν εξαφάνισαν το πρόβλημα.
Και φυσικά κανείς δεν περιμένει από μία κυβέρνηση να εξαφανίσει μια διεθνή ενεργειακή κρίση.
Άλλο όμως αυτό και άλλο να μετατρέπεται κάθε συζήτηση για την ακρίβεια σε κατάλογο όσων ήδη έγιναν, λες και η ύπαρξη μέτρων αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι τα μέτρα ήταν επαρκή.
Ο λογαριασμός γίνεται στο τέλος.
Και τον κάνει ο πολίτης.
Και για τη στέγη; Έχουμε μια ιδέα που… «πρέπει να εξεταστεί»
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η συζήτηση για το στεγαστικό.
Η νέα πρόταση αφορά το μοντέλο «build-to-rent»: κτίρια που θα κατασκευάζονται αποκλειστικά για μακροχρόνια ενοικίαση, με κίνητρα προς τους κατασκευαστές, ακόμη και μέσω δυνατότητας για επιπλέον ορόφους.
Και τι μας λέει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος;
Ότι η πρόταση «πρέπει να εξεταστεί».
Εδώ βρίσκεται όλο το μεγαλείο.
Το στεγαστικό είναι ήδη «μεγάλο ζήτημα», όπως παραδέχεται η ίδια η κυβέρνηση.
Τα ενοίκια πιέζουν χιλιάδες νοικοκυριά.
Οι νέοι δυσκολεύονται να αποκτήσουν κατοικία.
Οι οικογένειες ψάχνουν οικονομικότερα σπίτια.
Και η καινούργια μεγάλη ιδέα βρίσκεται ακόμη στο:
«Να το εξετάσουμε».
Μπορεί να είναι σωστή ιδέα.
Μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική.
Μπορεί και όχι.
Αλλά όταν έχεις κυβερνήσει επί σειρά ετών, δεν μπορεί κάθε πρόβλημα που έχει ήδη γιγαντωθεί να αντιμετωπίζεται επικοινωνιακά σαν να ανακαλύφθηκε χθες.
Και ξαφνικά ο Άδωνις ανακάλυψε τις παρουσίες
Μέσα σε όλα αυτά είχαμε και την απολύτως ζωτικής σημασίας πολιτική συζήτηση για το ποιος πήγε και ποιος δεν πήγε στα γενέθλια της Νέας Δημοκρατίας.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης εξέφρασε την απορία του για συναδέλφους του που απουσίαζαν.
Και επειδή όλοι καταλάβαμε σε ποιον πήγαινε τουλάχιστον ένα μέρος της συζήτησης, ο Μαρινάκης χρειάστηκε να εξηγήσει ότι ο Νίκος Δένδιας είχε υπηρεσιακές υποχρεώσεις στη Βενετία.
Δηλαδή, ενώ η κυβέρνηση καλεί τα στελέχη της να είναι «σεμνά και ταπεινά», κάποιοι πρόλαβαν να ανοίξουν παρουσιολόγιο στα γενέθλια του κόμματος.
Ποιος ήρθε;
Ποιος έλειπε;
Γιατί έλειπε;
Είχε δικαιολογία;
Ευτυχώς, ο Δένδιας είχε.
Φανταστείτε να μην είχε.
Αυτά είναι τα μεγάλα προβλήματα που βασανίζουν προφανώς σήμερα το ελληνικό νοικοκυριό.
«Σεμνά και ταπεινά» δεν σημαίνει χαμηλότερη ένταση στην επικοινωνία
Η προτροπή Μητσοτάκη θα είχε πραγματικό πολιτικό ενδιαφέρον εάν συνοδευόταν από κάτι βαθύτερο.
Γιατί σεμνότητα στην εξουσία δεν σημαίνει απλώς να προσέχει ένας υπουργός τις εκφράσεις του.
Σημαίνει να μην αντιμετωπίζεις κάθε κριτική ως λαϊκισμό.
Να μην παρουσιάζεις κάθε θετικό οικονομικό δείκτη ως απόδειξη ότι ο πολίτης ζει καλύτερα.
Να αναγνωρίζεις ότι άλλο είναι η μακροοικονομική εικόνα μιας χώρας και άλλο η αγοραστική δύναμη ενός νοικοκυριού.
Και, κυρίως, να μην ανακαλύπτεις τον πολίτη λίγο πριν αρχίσει η επόμενη μεγάλη εκλογική μάχη.
Γιατί ο κόσμος δεν ζητά από την κυβέρνηση να κατεβάσει τον τόνο της φωνής της.
Ζητά να κατεβάσει, όσο μπορεί, το κόστος της ζωής του.
Δεν ζητά να ακούει ότι το στεγαστικό είναι δύσκολο.
Ζητά να μπορεί να πληρώσει το ενοίκιο.
Δεν ζητά συμπάθεια για την ακρίβεια.
Ζητά πολιτική απέναντι στην ακρίβεια.
Τα λόγια είναι δωρεάν – η καθημερινότητα όχι
Και κάπως έτσι επιστρέφουμε στο περίφημο «σεμνά και ταπεινά».
Ωραίο σύνθημα.
Επικοινωνιακά σωστό.
Και πολιτικά μάλλον αναγκαίο όταν μια κυβέρνηση βρίσκεται πολλά χρόνια στην εξουσία.
Αλλά υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια:
τα λόγια είναι δωρεάν. Η καθημερινότητα όχι.
Το σούπερ μάρκετ δεν πληρώνεται με σεμνότητα.
Το ενοίκιο δεν μειώνεται με ταπεινότητα.
Το πετρέλαιο δεν αγοράζεται με κατανόηση.
Και η αγοραστική δύναμη δεν αυξάνεται επειδή ένας κυβερνητικός εκπρόσωπος αναγνωρίζει ότι «ο κόσμος έχει προβλήματα».
Γι’ αυτό, αντί για περισσότερο «σεμνά και ταπεινά», ίσως χρειάζεται κάτι πολύ πιο πεζό:
λιγότερες διαπιστώσεις και περισσότερα αποτελέσματα.
Γιατί στο τέλος ο πολίτης δεν θα βαθμολογήσει πόσο ταπεινά του μίλησαν.
Θα κοιτάξει πόσα είχε στην τσέπη του, πόσα του έμειναν και αν μπορεί να ζήσει καλύτερα.
Και εκεί η επικοινωνία τελειώνει.
Αρχίζει η πραγματικότητα.



