Άκης Σκέρτσος και φοιτητές: Όταν ο πανελλαδικός μέσος όρος χρησιμοποιείται για να κρύψει το πραγματικό πρόβλημα

Ο Άκης Σκέρτσος αποφάσισε να απαντήσει στη συζήτηση που έχει ανοίξει για τους νέους οι οποίοι πετυχαίνουν στις Πανελλαδικές αλλά τελικά δεν εγγράφονται στα πανεπιστήμια.

Και ξεκινά, μάλιστα, με μια παραδοχή που δύσκολα μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί:

«Το κόστος ζωής πιέζει τις οικογένειες».

Μέχρι εδώ συμφωνούμε.

Το πρόβλημα αρχίζει αμέσως μετά.

Γιατί ο υπουργός Επικρατείας παίρνει έναν πανελλαδικό μέσο όρο και επιχειρεί μέσω αυτού να απαντήσει σε μια συζήτηση που αφορά πρωτίστως το κόστος φοίτησης μακριά από το σπίτι και, κατά συνέπεια, τα περιφερειακά πανεπιστήμια.

Και κάπως έτσι, οι αριθμοί μπορεί να είναι σωστοί, αλλά η χρήση τους να δημιουργεί μια εντελώς διαφορετική εικόνα από την πραγματική.

Ναι, το 5,89% είναι μικρότερο από το 6,36% – Και λοιπόν;

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει ο Άκης Σκέρτσος, το 2026 πέτυχαν την εισαγωγή τους 62.243 υποψήφιοι και εγγράφηκαν 58.577.

Δεν εγγράφηκαν 3.666, δηλαδή το 5,89%.

Το 2025, αντίστοιχα, δεν είχαν εγγραφεί 3.980 από τους 62.568 επιτυχόντες, ποσοστό 6,36%.

Άρα πράγματι υπάρχει μείωση κατά 314 φοιτητές και 0,47 ποσοστιαίες μονάδες.

Αυτό όμως απαντά μόνο σε μία ερώτηση:

Αυξήθηκε συνολικά σε ολόκληρη τη χώρα το ποσοστό των επιτυχόντων που δεν εγγράφηκαν;

Η απάντηση είναι όχι.

Δεν απαντά όμως στη σημαντικότερη ερώτηση:

Γιατί 3.666 παιδιά που κέρδισαν μια θέση στο ελληνικό πανεπιστήμιο δεν έφτασαν ποτέ στην εγγραφή και πού βρίσκονται αυτά τα παιδιά;

Και αυτό το παραδέχεται, ουσιαστικά, ο ίδιος ο υπουργός γράφοντας:

«Γνωρίζουμε πόσοι δεν εγγράφηκαν. Δεν γνωρίζουμε από αυτά τα στοιχεία γιατί».

Ακριβώς.

Και εφόσον δεν γνωρίζουμε το «γιατί», τα συγκεκριμένα πανελλαδικά στοιχεία δεν μπορούν ούτε να αποδείξουν ότι φταίει η ακρίβεια ούτε όμως να χρησιμοποιηθούν για να αποδυναμώσουν την υπόθεση ότι το κόστος σπουδών αποτελεί σημαντικό παράγοντα.

Ο μέσος όρος μπορεί να κρύβει τεράστιες διαφορές

Εδώ βρίσκεται το βασικό πρόβλημα της επιχειρηματολογίας.

Ας υποθέσουμε ότι σχεδόν όλοι οι επιτυχόντες μιας σχολής στην Αθήνα εγγράφονται, ενώ σε ένα περιφερειακό πανεπιστήμιο ένα σημαντικό ποσοστό εγκαταλείπει τη θέση του.

Όταν τα δύο στοιχεία μπουν στον ίδιο πανελλαδικό κουβά, το τελικό ποσοστό μπορεί πράγματι να παραμείνει περίπου στο 6%.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει πρόβλημα στην περιφέρεια.

Σημαίνει ότι ο πανελλαδικός μέσος όρος δεν είναι το κατάλληλο εργαλείο για να το εντοπίσει.

Και έχουμε ήδη ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον παράδειγμα.

Πρόσφατο ρεπορτάζ της «Καθημερινής» για το Πανεπιστήμιο Πατρών ανέφερε ότι σχεδόν ένας στους δέκα φετινούς εισακτέους δεν προχώρησε τελικά στην εγγραφή του, ενώ ως βασικός παράγοντας εξετάζεται το αυξημένο κόστος ενοικίασης κατοικίας.

Άρα, την ίδια στιγμή που πανελλαδικά ο Σκέρτσος μας δείχνει 5,89%, σε ένα μεγάλο περιφερειακό πανεπιστήμιο η διαρροή προσεγγίζει το 10%.

Και αυτή ακριβώς είναι η συζήτηση που πρέπει να γίνει.

Όχι αν το 5,89 έγινε 6,36 ή το αντίστροφο.

Αλλά σε ποιες πόλεις, σε ποιες σχολές και σε ποιες κοινωνικές ομάδες χάνονται οι φοιτητές.

Και η κυβέρνηση γνωρίζει πολύ καλά ότι υπάρχει στεγαστικό πρόβλημα

Υπάρχει μάλιστα μια ενδιαφέρουσα αντίφαση.

Από τη μία, η κυβερνητική επιχειρηματολογία επικαλείται τις αυξήσεις του στεγαστικού επιδόματος ως απόδειξη ότι στηρίζει τις οικογένειες.

Από την άλλη, χρησιμοποιεί τον πανελλαδικό αριθμό των μη εγγραφών για να αμφισβητήσει τη σύνδεση του προβλήματος με το κόστος ζωής.

Μόνο που αν το κόστος στέγασης δεν αποτελούσε σοβαρό πρόβλημα, γιατί χρειάστηκε να υπερδιπλασιαστεί η χρηματοδότηση του φοιτητικού στεγαστικού επιδόματος;

Το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας αναφέρει ότι το επίδομα αυξήθηκε από 1.000 ευρώ σε 1.500 ευρώ, στα 2.000 ευρώ για φοιτητές εκτός Αττικής και Θεσσαλονίκης και μέχρι τα 2.500 ευρώ σε περίπτωση συγκατοίκησης. Η συνολική χρηματοδότηση αυξήθηκε από περίπου 42 εκατ. ευρώ το 2019 σε περίπου 90 εκατ. ευρώ το 2026.

Πρόκειται ασφαλώς για πραγματική ενίσχυση και πρέπει να αναγνωριστεί.

Αλλά η ύπαρξη αυτής της ενίσχυσης αποτελεί ταυτόχρονα αναγνώριση του ίδιου του προβλήματος.

Το επίδομα δεν εξαφανίζει την ακρίβεια

Υπάρχει και κάτι ακόμη.

Το ποσό των 2.000 ευρώ για έναν φοιτητή περιφερειακού πανεπιστημίου αντιστοιχεί σε περίπου 167 ευρώ τον μήνα, εάν κατανεμηθεί σε ένα έτος.

Ακόμη και τα 2.500 ευρώ αντιστοιχούν περίπου σε 208 ευρώ τον μήνα.

Δεν είναι αμελητέα ποσά.

Αλλά δεν αποτελούν και απόδειξη ότι λύθηκε το στεγαστικό πρόβλημα.

Το 2026 οι ζητούμενες τιμές φοιτητικών κατοικιών εξακολούθησαν να αυξάνονται σε αρκετές πανεπιστημιακές περιοχές. Έρευνα που δημοσιεύθηκε το καλοκαίρι κατέγραψε αυξήσεις έως 7,3%, ενώ άλλη ανάλυση κατέγραφε συνεχόμενη άνοδο των φοιτητικών ενοικίων επί τρία χρόνια.

Και στο ενοίκιο πρέπει να προστεθούν ρεύμα, νερό, θέρμανση, τρόφιμα, μετακινήσεις και συνολικά η συντήρηση ενός δεύτερου νοικοκυριού.

Εκεί βρίσκεται η πραγματική οικονομική εξίσωση που αντιμετωπίζει μια οικογένεια.

Και οι νέες εστίες; Απαραίτητες, αλλά δεν υπάρχουν ακόμη

Ο Σκέρτσος επικαλείται επίσης πρόγραμμα περίπου 8.600 νέων φοιτητικών κλινών.

Πρόκειται για σημαντικό σχεδιασμό.

Αλλά υπάρχει μια κρίσιμη λέξη:

νέων.

Οι κλίνες αυτές δεν είναι σήμερα όλες διαθέσιμες στους φοιτητές που αναζητούν σπίτι.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε τον Αύγουστο το Υπουργείο Παιδείας, σήμερα εξυπηρετούνται από φοιτητικές εστίες περίπου 12.000 φοιτητές και ο σχεδιασμός προβλέπει την προσθήκη περίπου 8.600 θέσεων.

Άρα η ίδια η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η υφιστάμενη προσφορά δημόσιας φοιτητικής στέγης είναι περιορισμένη.

Το 6% δεν είναι «φυσικός νόμος»

Υπάρχει τέλος μια ακόμη παγίδα στη συγκεκριμένη παρουσίαση.

Το γεγονός ότι περίπου 6% των επιτυχόντων δεν εγγράφεται κάθε χρόνο δεν σημαίνει ότι πρέπει να θεωρούμε φυσιολογικό να χάνονται κάθε χρόνο 3.000, 4.000 ή ακόμη και 5.000 νέοι από την πανεπιστημιακή εκπαίδευση.

Το 2022, σύμφωνα με τον ίδιο τον πίνακα του Σκέρτσου, το ποσοστό έφτασε στο 7,11%.

Το 2026 βρίσκεται στο 5,89%.

Η βελτίωση είναι πραγματική.

Αλλά πίσω από το 5,89% υπάρχουν 3.666 πραγματικοί νέοι άνθρωποι.

Και η πολιτεία θα έπρεπε να θέλει να μάθει έναν προς έναν τους λόγους για τους οποίους δεν αξιοποίησαν τη θέση που κέρδισαν.

Πόσοι επέλεξαν άλλη σχολή ή άλλη εκπαιδευτική διαδρομή;

Πόσοι έφυγαν στο εξωτερικό;

Πόσοι άλλαξαν σχέδια;

Και κυρίως:

Πόσοι ήθελαν να σπουδάσουν αλλά η οικογένειά τους δεν μπορούσε να πληρώνει ένα δεύτερο σπίτι;

Χωρίς αυτές τις απαντήσεις, κανείς δεν μπορεί να παρουσιάζει τον πανελλαδικό μέσο όρο ως οριστική διάψευση της κοινωνικής διάστασης του προβλήματος.

Η σωστή μέτρηση που ζητά ο Σκέρτσος πρέπει να γίνει μέχρι τέλους

Σε ένα πράγμα ο Άκης Σκέρτσος έχει απόλυτο δίκιο: η δημόσια συζήτηση πρέπει να βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα.

Ας το κάνουμε λοιπόν.

Να δημοσιοποιηθούν οι εγγραφές και οι μη εγγραφές ανά πανεπιστήμιο και ανά τμήμα.

Να συγκριθούν με τα προηγούμενα χρόνια.

Να εξεταστεί η γεωγραφική απόσταση από τον τόπο κατοικίας.

Και, κυρίως, να διερευνηθούν οι λόγοι για τους οποίους οι επιτυχόντες εγκαταλείπουν τη θέση τους.

Γιατί διαφορετικά συμβαίνει κάτι πολύ απλό:

Παίρνουμε έναν πανελλαδικό μέσο όρο και τον χρησιμοποιούμε για να απαντήσουμε σε ένα πρόβλημα που ο ίδιος ο μέσος όρος δεν μπορεί να μετρήσει.

Και τότε δεν έχουμε «σωστή μέτρηση και διάγνωση», όπως ζητά ο υπουργός.

Έχουμε μια στατιστικά σωστή φωτογραφία, η οποία όμως είναι τραβηγμένη από τόσο μακριά ώστε να μη φαίνονται οι άνθρωποι που βρίσκονται μέσα της.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ