Υπότιτλος: Η κυβέρνηση παρουσιάζει την απαγόρευση πρόσβασης στα κοινωνικά δίκτυα πριν από τα 15 ως επείγουσα ανάγκη. Όμως η ευρωπαϊκή πρόταση προβλέπει και μια ενδιάμεση λύση για τους εφήβους 13–15 ετών. Γιατί η Ελλάδα επιλέγει αυστηρότερο δρόμο και ποιος θα ελέγχει τελικά τις πλατφόρμες;
Η προστασία των παιδιών από τους κινδύνους των κοινωνικών δικτύων είναι μια υπόθεση πολύ σοβαρή για να μετατραπεί σε ακόμη μία άσκηση κυβερνητικής αυτοεπιβεβαίωσης.
Κι όμως, αυτό ακριβώς διακρίνει κανείς στη νέα παρέμβαση του Άκη Σκέρτσου, ο οποίος επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβερνητική επιλογή για ηλικιακό όριο 15 ετών στα social media ως τη μόνη υπεύθυνη απάντηση απέναντι σε μια αντιπολίτευση που, κατά την ερμηνεία του, προτιμά να περιμένει.
Η πραγματικότητα είναι αρκετά πιο σύνθετη.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση πράγματι προωθεί αυστηρότερους κανόνες για την προστασία των ανηλίκων. Πράγματι αναπτύσσει τεχνολογίες επαλήθευσης ηλικίας που περιορίζουν την αποκάλυψη προσωπικών δεδομένων. Και πράγματι εξετάζει ένα κοινό ηλικιακό όριο για την αυτόνομη χρήση κοινωνικών δικτύων.
Υπάρχει όμως μια κρίσιμη λεπτομέρεια που η κυβερνητική επιχειρηματολογία υποβαθμίζει: η ευρωπαϊκή πρόταση δεν ταυτίζει την προστασία των παιδιών με έναν απόλυτο αποκλεισμό όλων των εφήβων κάτω των 15 ετών.
Αντιθέτως, προβλέπει μια διαβαθμισμένη προσέγγιση.
Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα ερωτήματα.
Το «για το καλό των παιδιών» δεν αποτελεί λευκή επιταγή
Ο Άκης Σκέρτσος υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να περιμένει την ολοκλήρωση του EU KIDS Act, επειδή η ανάγκη προστασίας των ανηλίκων υπάρχει σήμερα.
Το επιχείρημα ακούγεται εύλογο.
Κανείς σοβαρός συνομιλητής δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι οι κίνδυνοι των κοινωνικών δικτύων πρέπει να αγνοούνται μέχρι να ολοκληρωθεί μια ευρωπαϊκή νομοθετική διαδικασία.
Αλλά από αυτό μέχρι το συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη κυβερνητική ρύθμιση είναι η ενδεδειγμένη λύση υπάρχει μια μεγάλη απόσταση.
Η επείγουσα ανάγκη δεν καταργεί την υποχρέωση τεκμηρίωσης.
Ούτε μετατρέπει αυτομάτως κάθε αυστηρότερο μέτρο σε αποτελεσματικότερο.
Διαφορετικά, θα αρκούσε κάθε κυβέρνηση να επικαλείται την προστασία των παιδιών για να θεωρείται εκ των προτέρων σωστή οποιαδήποτε απαγόρευση.
Η καλή πρόθεση δεν αποτελεί επιστημονική απόδειξη. Και η αυστηρότητα δεν είναι συνώνυμο της αποτελεσματικότητας.
Η Ευρώπη προβλέπει κάτι που η κυβέρνηση δεν επιλέγει
Στις 17 Σεπτεμβρίου 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε την πρότασή της για το EU KIDS Act.
Το ευρωπαϊκό σχέδιο προβλέπει ότι οι ανήλικοι κάτω των 15 ετών δεν θα μπορούν να δημιουργούν αυτόνομους λογαριασμούς στα κοινωνικά δίκτυα.
Ωστόσο, για τις ηλικίες από 13 έως κάτω των 15 ετών, εισάγει τη δυνατότητα δημιουργίας περιορισμένων λογαριασμών υπό γονική εποπτεία.
Οι λογαριασμοί αυτοί προβλέπεται να έχουν περιορισμένες λειτουργίες, αυστηρότερο έλεγχο των επαφών και χρονικούς περιορισμούς χρήσης.
Η λογική είναι σαφής: σταδιακή πρόσβαση, ανάλογα με την ηλικία και την ανάπτυξη του παιδιού.
Η ελληνική κυβέρνηση, αντίθετα, επιλέγει να διατηρήσει ένα ενιαίο ηλικιακό όριο.
Ο Άκης Σκέρτσος απαντά ότι η ευρωπαϊκή ρύθμιση για τους περιορισμένους λογαριασμούς παραμένει πρόταση και δεν μπορεί να μεταφερθεί μονομερώς στην εθνική νομοθεσία με τρόπο που θα δημιουργούσε πρόσθετες υποχρεώσεις αντίθετες προς το ισχύον ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Αυτό είναι ένα σοβαρό νομικό επιχείρημα, το οποίο δεν πρέπει να απορριφθεί επιπόλαια.
Δεν απαντά όμως στο πολιτικό ερώτημα: γιατί η κυβέρνηση επιλέγει να προχωρήσει τώρα σε ένα γενικό όριο, αντί να παρουσιάσει αναλυτικά ποιες εναλλακτικές παρεμβάσεις είναι ήδη νομικά διαθέσιμες;
Και κυρίως, γιατί δεν δημοσιοποιεί με σαφήνεια ποια τεκμηρίωση οδήγησε στην επιλογή του συγκεκριμένου μοντέλου;
Από πού προκύπτει ότι τα 15 είναι το μαγικό όριο;
Η κυβερνητική επιχειρηματολογία αντιμετωπίζει το ηλικιακό όριο ως αυτονόητη απάντηση.
Όμως η ανάπτυξη των παιδιών δεν αλλάζει απότομα την ημέρα των 15ων γενεθλίων τους.
Ένα παιδί 14 ετών και 11 μηνών δεν αποκτά ξαφνικά, έναν μήνα αργότερα, πλήρη ικανότητα διαχείρισης των ψηφιακών κινδύνων.
Τα ηλικιακά όρια είναι αναγκαία σε πολλές δημόσιες πολιτικές. Αποτελούν όμως συμβατικές ρυθμιστικές γραμμές, οι οποίες πρέπει να συνοδεύονται από αναλογικά μέτρα προστασίας.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποιο μοντέλο μειώνει περισσότερο τους πραγματικούς κινδύνους.
Ο πλήρης αποκλεισμός;
Η περιορισμένη πρόσβαση με γονική εποπτεία;
Οι υποχρεωτικές ασφαλείς ρυθμίσεις;
Η απαγόρευση εθιστικών σχεδιαστικών χαρακτηριστικών;
Ή ένας συνδυασμός όλων αυτών;
Η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάσει συγκεκριμένα κριτήρια αξιολόγησης, όχι απλώς να χαρακτηρίζει τη δική της επιλογή ως πράξη ευθύνης.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι οι πλατφόρμες – Όχι μόνο η ηλικία των χρηστών
Υπάρχει ένα σημείο που συχνά χάνεται μέσα στη συζήτηση για τις απαγορεύσεις.
Οι κίνδυνοι των κοινωνικών δικτύων δεν προκύπτουν αποκλειστικά από την ηλικία των χρηστών.
Συνδέονται και με τον τρόπο που έχουν σχεδιαστεί οι ίδιες οι υπηρεσίες.
Αλγόριθμοι που επιδιώκουν τη συνεχή παραμονή στην οθόνη, ατελείωτη κύλιση περιεχομένου, ειδοποιήσεις, μηχανισμοί επιβράβευσης και ανεπαρκής προστασία από ανεπιθύμητες επαφές αποτελούν μέρος του προβλήματος.
Γι’ αυτό η ευρωπαϊκή πρόταση δεν περιορίζεται στο ηλικιακό όριο.
Περιλαμβάνει επίσης απαιτήσεις ασφαλούς σχεδιασμού και περιορισμούς σε χαρακτηριστικά που μπορούν να ενισχύσουν την προβληματική χρήση.
Και εδώ τίθεται ένα εξαιρετικά απλό ερώτημα προς την κυβέρνηση:
Τι θα αλλάξει στη λειτουργία των ίδιων των πλατφορμών;
Διότι αν οι πλατφόρμες εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τους ίδιους μηχανισμούς προσέλκυσης και διατήρησης της προσοχής, το πρόβλημα δεν εξαφανίζεται αυτομάτως μόλις ο χρήστης συμπληρώσει τα 15.
Η προστασία των παιδιών απαιτεί ευθύνη και από τις τεχνολογικές επιχειρήσεις.
Δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια νέα υποχρέωση των οικογενειών.
Η επαλήθευση ηλικίας και τα προσωπικά δεδομένα
Ο Άκης Σκέρτσος επικαλείται τη συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή πρωτοβουλία επαλήθευσης ηλικίας και τις τεχνολογίες προστασίας της ιδιωτικότητας.
Πρόκειται για μια σημαντική κατεύθυνση.
Η ευρωπαϊκή τεχνική λύση επιδιώκει να επιβεβαιώνει ότι ένας χρήστης πληροί ένα ηλικιακό όριο χωρίς να αποκαλύπτει στην πλατφόρμα την πλήρη ταυτότητα ή την ακριβή ημερομηνία γέννησής του.
Η τεχνολογία αποδείξεων μηδενικής γνώσης μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά σε αυτή την προστασία.
Ωστόσο, η ύπαρξη μιας ευρωπαϊκής τεχνικής αρχιτεκτονικής δεν σημαίνει ότι κάθε εθνική εφαρμογή έχει ήδη αποδειχθεί ασφαλής σε όλες τις πραγματικές συνθήκες λειτουργίας.
Χρειάζονται σαφείς απαντήσεις.
Ποια ακριβώς δεδομένα θα χρησιμοποιούνται;
Ποιος θα εκδίδει την απόδειξη ηλικίας;
Ποιος θα έχει πρόσβαση σε τεχνικά αρχεία καταγραφής;
Πώς θα αντιμετωπίζονται περιστατικά παραβίασης ασφάλειας;
Τι θα συμβαίνει με τα παιδιά που δεν διαθέτουν συμβατή συσκευή ή δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν την προβλεπόμενη εφαρμογή;
Η αναφορά σε εγκεκριμένη εκτίμηση αντικτύπου για το Gov.gr Wallet είναι σημαντική, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να πιστοποιήσει κάθε μελλοντική χρήση ή διασύνδεση.
Η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν αποδεικνύεται με ένα σύνθημα περί καινοτομίας.
Αποδεικνύεται με συγκεκριμένες τεχνικές και οργανωτικές εγγυήσεις.
Πώς θα εφαρμοστεί στην πράξη η απαγόρευση;
Ας υποθέσουμε ότι ένα παιδί κάτω των 15 ετών δεν μπορεί πλέον να δημιουργήσει νόμιμα έναν προσωπικό λογαριασμό.
Τι θα συμβεί αν χρησιμοποιήσει λογαριασμό μεγαλύτερου συγγενή;
Αν δηλώσει ψευδή ηλικία;
Αν χρησιμοποιήσει υπηρεσία εκτός του πεδίου εφαρμογής της ρύθμισης;
Αν μετακινηθεί σε λιγότερο ελεγχόμενες διαδικτυακές κοινότητες;
Καμία ρύθμιση δεν χρειάζεται να είναι απολύτως αδύνατο να παρακαμφθεί για να έχει αξία.
Όμως μια σοβαρή πολιτική οφείλει να εξετάζει και τις πιθανές ανεπιθύμητες συνέπειες.
Η κυβέρνηση πρέπει να εξηγήσει ποιος θα ελέγχει τη συμμόρφωση, πώς θα αντιμετωπίζονται οι παραβιάσεις και με ποια κριτήρια θα αξιολογείται η επιτυχία.
Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να αποκτήσουμε μια εντυπωσιακή νομοθετική ανακοίνωση, χωρίς αντίστοιχα εντυπωσιακό αποτέλεσμα.
Η αντιπολίτευση «παίζει το παιχνίδι των πλατφορμών»;
Ίσως το πιο αδύναμο σημείο της παρέμβασης Σκέρτσου βρίσκεται στο τέλος.
Ο υπουργός διερωτάται αν η αντιπολίτευση, ζητώντας διαφορετική προσέγγιση, εξυπηρετεί τελικά τις καθυστερήσεις που συμφέρουν τις πλατφόρμες.
Πρόκειται για ένα γνωστό επικοινωνιακό τέχνασμα.
Αν διαφωνείς με το κυβερνητικό σχέδιο, παρουσιάζεσαι περίπου ως υπερασπιστής των συμφερόντων των τεχνολογικών κολοσσών.
Μόνο που η πολιτική διαφωνία δεν αποδεικνύει ταύτιση συμφερόντων.
Ένα κόμμα μπορεί να συμφωνεί απολύτως με την ανάγκη προστασίας των παιδιών και ταυτόχρονα να διαφωνεί με την αναλογικότητα, την τεχνική εφαρμογή ή τη νομική θεμελίωση μιας συγκεκριμένης ρύθμισης.
Η κυβέρνηση έχει κάθε δικαίωμα να υπερασπίζεται την επιλογή της.
Δεν έχει όμως το μονοπώλιο της ευαισθησίας απέναντι στα παιδιά.
Και δεν μπορεί να μετατρέπει κάθε ερώτηση για τις εγγυήσεις προστασίας σε ένδειξη αδιαφορίας.
Το να ζητά κάποιος αποδείξεις ότι ένα μέτρο θα λειτουργήσει δεν σημαίνει ότι θέλει να συνεχιστεί το πρόβλημα. Σημαίνει ότι θέλει το μέτρο να λειτουργήσει πραγματικά.
Η προστασία των παιδιών δεν χρειάζεται επικοινωνιακούς νικητές
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι πρωτοπορεί.
Η αντιπολίτευση θέτει ερωτήματα για την ευρωπαϊκή συμβατότητα, την ηλικιακή διαβάθμιση και τα προσωπικά δεδομένα.
Αυτή η αντιπαράθεση θα μπορούσε να είναι εξαιρετικά χρήσιμη, εφόσον οδηγούσε σε καλύτερη νομοθεσία.
Αντί γι’ αυτό, υπάρχει ο κίνδυνος να μετατραπεί σε έναν ακόμη διαγωνισμό πολιτικής υπεροχής.
Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι ποιος θα εμφανιστεί ως ο μεγαλύτερος προστάτης των παιδιών.
Είναι να μειωθούν οι πραγματικοί κίνδυνοι.
Να περιοριστεί η έκθεση σε επιβλαβές περιεχόμενο.
Να αντιμετωπιστεί ο διαδικτυακός εκφοβισμός.
Να περιοριστούν οι εθιστικοί μηχανισμοί των πλατφορμών.
Να προστατευθούν τα προσωπικά δεδομένα.
Να στηριχθούν γονείς, εκπαιδευτικοί και παιδιά με ουσιαστική ψηφιακή εκπαίδευση.
Και να υπάρχει διαρκής, ανεξάρτητη αξιολόγηση των μέτρων.
Η ηλικιακή απαγόρευση μπορεί να αποτελέσει μέρος αυτής της πολιτικής. Δεν έχει όμως αποδειχθεί, μόνο και μόνο επειδή ανακοινώθηκε, ότι αποτελεί την καλύτερη δυνατή απάντηση.
Ο Άκης Σκέρτσος ζητά από την αντιπολίτευση να εξηγήσει τι κερδίζουν τα παιδιά από την αναμονή.
Εύλογο ερώτημα.
Υπάρχει όμως και το αντίστροφο, εξίσου εύλογο:
Τι ακριβώς κερδίζουν τα παιδιά από μια απαγόρευση, αν η κυβέρνηση δεν μπορεί να αποδείξει πώς θα εφαρμοστεί, πώς θα ελεγχθεί και πόσο αποτελεσματική θα είναι;
Γιατί η προστασία των παιδιών δεν κρίνεται από το πόσο αποφασιστικά ακούγεται ένας υπουργός.
Κρίνεται από το αν τα παιδιά είναι πράγματι ασφαλέστερα.
Και αυτό δεν αποδεικνύεται με αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα. Αποδεικνύεται στην πράξη.



