Σκέρτσος: 8 δισ. για το στεγαστικό, αλλά οι νέοι εξακολουθούν να μην μπορούν να νοικιάσουν σπίτι – Το μεγάλο κενό στην κυβερνητική επιχειρηματολογία

Ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος παρουσιάζει έναν εκτενή κατάλογο στεγαστικών προγραμμάτων και απαντά στην κριτική Τσίπρα και Ανδρουλάκη. Όμως πίσω από τα δισεκατομμύρια, τις επιδοτήσεις και τις εξαγγελίες υπάρχει ένα ερώτημα που δεν απαντάται με την απαρίθμηση δικαιούχων: πόσα πραγματικά προσιτά σπίτια έχουν προστεθεί στην αγορά και πόσο έχει μειωθεί το βάρος του ενοικίου για τα νοικοκυριά;

Ξεκινά με την αγωνία των νέων και καταλήγει σε έναν κατάλογο δισεκατομμυρίων

«Θα μπορέσω να μείνω μόνος μου; Να κάνουμε οικογένεια; Να στηρίξουμε το παιδί μας που πέρασε σε άλλη πόλη;»

Με αυτά τα ερωτήματα ξεκινά την ανάρτησή του για το στεγαστικό πρόβλημα ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος.

Και πράγματι, περιγράφει με ακρίβεια την αγωνία χιλιάδων ανθρώπων.

Την αδυναμία ενός νέου εργαζομένου να εγκαταλείψει το πατρικό του σπίτι.

Την πίεση μιας οικογένειας που διαθέτει μεγάλο μέρος του εισοδήματός της για ενοίκιο.

Την ανασφάλεια ενός ενοικιαστή που δεν γνωρίζει αν θα μπορέσει να ανανεώσει τη μίσθωσή του.

Το ενδιαφέρον, όμως, αρχίζει αμέσως μετά.

Διότι ο υπουργός περνά από την περιγραφή του προβλήματος στην παρουσίαση της κυβερνητικής δραστηριότητας, επικαλούμενος περισσότερα από 8 δισεκατομμύρια ευρώ και δράσεις που, όπως υποστηρίζει, αφορούν πάνω από 1,5 εκατομμύριο πολίτες.

Ο αριθμός εντυπωσιάζει.

Αλλά δημιουργεί και το βασικό ερώτημα.

Αν τόσοι πόροι έχουν κινητοποιηθεί και τόσοι άνθρωποι έχουν ωφεληθεί, γιατί εξακολουθεί να είναι τόσο δύσκολη η εξασφάλιση προσιτής κατοικίας;

Η απάντηση δεν βρίσκεται υποχρεωτικά στο ότι τα προγράμματα είναι άχρηστα.

Βρίσκεται στο ότι η έκταση μιας κυβερνητικής παρέμβασης δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την αποτελεσματικότητά της.

Το στεγαστικό υπάρχει και στην Ισπανία – Αλλά αυτό δεν μειώνει την ελληνική ευθύνη

Ο Άκης Σκέρτσος υπενθυμίζει ότι η στεγαστική κρίση δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο.

Αναφέρεται στην Ισπανία και στις κινητοποιήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί για το κόστος κατοικίας.

Έχει δίκιο ότι το πρόβλημα είναι ευρωπαϊκό.

Η άνοδος των τιμών των ακινήτων, η πίεση στα ενοίκια και η περιορισμένη προσφορά προσιτής κατοικίας απασχολούν πολλές χώρες.

Αλλά η διεθνής διάσταση ενός προβλήματος δεν αρκεί για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα της ελληνικής πολιτικής.

Αυτό που έχει σημασία είναι πώς συγκρίνονται τα ελληνικά εισοδήματα με το κόστος στέγασης, πόσο επιβαρύνονται οι ενοικιαστές και πόσο γρήγορα αυξάνεται το διαθέσιμο απόθεμα κατοικιών.

Ο ίδιος ο υπουργός αναγνωρίζει ότι η διεθνής διάσταση δεν μειώνει την ευθύνη της κυβέρνησης.

Αυτή η παραδοχή είναι σημαντική.

Γιατί η σύγκριση με την Ισπανία μπορεί να εξηγεί ότι υπάρχει ένα ευρύτερο πρόβλημα, αλλά δεν απαντά αν οι ελληνικές παρεμβάσεις είναι επαρκείς.

Τα 8 δισεκατομμύρια δεν είναι 8 δισεκατομμύρια φθηνότερα ενοίκια

Η κεντρική κυβερνητική αναφορά αφορά πόρους άνω των 8 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Όμως στο ίδιο ποσό περιλαμβάνονται διαφορετικές κατηγορίες πολιτικής.

Δάνεια για αγορά πρώτης κατοικίας.

Επιδόματα ενοικίου.

Ενεργειακές αναβαθμίσεις.

Προγράμματα ανακαίνισης.

Σχέδια δημιουργίας κοινωνικών κατοικιών.

Κάθε παρέμβαση μπορεί να έχει τη δική της αξία.

Αλλά δεν επιλύουν όλες το ίδιο πρόβλημα.

Ένα δάνειο διευκολύνει την αγορά κατοικίας για κάποιον που πληροί τις τραπεζικές προϋποθέσεις.

Μια ενεργειακή αναβάθμιση μειώνει τις ενεργειακές ανάγκες ενός ακινήτου.

Ένα επίδομα προσφέρει οικονομική ενίσχυση.

Μια νέα κοινωνική κατοικία αυξάνει το απόθεμα προσιτής στέγης.

Επομένως, η πρόσθεση όλων αυτών σε έναν ενιαίο αριθμό δημιουργεί εντύπωση μεγάλης κλίμακας, χωρίς να αποκαλύπτει πόσο έχει περιοριστεί το συγκεκριμένο πρόβλημα των υψηλών ενοικίων.

Για να αξιολογηθεί η πολιτική χρειάζεται ξεχωριστός απολογισμός για κάθε στόχο.

Πόσες κατοικίες έγιναν διαθέσιμες;

Πόσοι ενοικιαστές μείωσαν πραγματικά τη στεγαστική τους επιβάρυνση;

Πόσα από τα ανακοινωμένα χρήματα έχουν ήδη εκταμιευθεί;

Αυτά είναι τα στοιχεία που μετατρέπουν μια ανακοίνωση σε μετρήσιμο αποτέλεσμα.

«Σπίτι μου»: Βοήθεια στην αγορά, αλλά όχι απάντηση για όλους

Ο υπουργός αναφέρει ότι σχεδόν 24.000 νοικοκυριά στηρίζονται στην απόκτηση πρώτης κατοικίας μέσω των προγραμμάτων «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ».

Πρόκειται για σημαντική παρέμβαση για όσους έχουν καταφέρει να ενταχθούν.

Η δυνατότητα απόκτησης ιδιόκτητης κατοικίας με ευνοϊκότερους χρηματοδοτικούς όρους μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά τον οικογενειακό προγραμματισμό.

Αλλά υπάρχει μια κρίσιμη διάκριση.

Η στεγαστική κρίση δεν αφορά μόνο όσους μπορούν να αγοράσουν σπίτι. Αφορά και όσους δεν έχουν τη δυνατότητα να πάρουν στεγαστικό δάνειο.

Ένας εργαζόμενος με ασταθές εισόδημα, ένας νέος χωρίς αποταμιεύσεις ή μια οικογένεια που δεν καλύπτει τα τραπεζικά κριτήρια μπορεί να παραμένει εκτός τέτοιων προγραμμάτων.

Παράλληλα, όταν ενισχύεται η ζήτηση για αγορά κατοικίας, χωρίς αντίστοιχη αύξηση της προσφοράς, υπάρχει κίνδυνος μέρος του οφέλους να απορροφηθεί από υψηλότερες τιμές πώλησης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα προγράμματα πρέπει να καταργηθούν.

Σημαίνει ότι χρειάζεται αξιολόγηση της επίδρασής τους στις τιμές και στη δυνατότητα πρόσβασης των χαμηλότερων εισοδημάτων.

Όσο για το «Σπίτι μου ΙΙΙ», το οποίο προαναγγέλλει ο υπουργός, η ανακοίνωση ενός νέου προγράμματος δεν αποτελεί ακόμη αποτέλεσμα.

Θα κριθεί όταν παρουσιαστούν οι όροι, η χρηματοδότηση και οι πραγματικοί δικαιούχοι.

2.800 κοινωνικές κατοικίες: Σχεδιασμός σήμερα, σπίτια πότε;

Ο Άκης Σκέρτσος αναφέρεται στη δημιουργία 2.800 κοινωνικών κατοικιών σε ανενεργά στρατόπεδα και άλλα δημόσια ακίνητα.

Η αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας για προσιτή στέγη αποτελεί μια σημαντική κατεύθυνση πολιτικής.

Αλλά στην ανάρτηση χρησιμοποιείται η λέξη «δρομολογούνται».

Και εδώ βρίσκεται η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στον σχεδιασμό και την υλοποίηση.

Πόσες κατοικίες έχουν ήδη ολοκληρωθεί;

Πότε θα παραδοθούν οι υπόλοιπες;

Ποιο θα είναι το ενοίκιό τους;

Με ποια εισοδηματικά κριτήρια θα διατίθενται;

Η κοινωνική κατοικία έχει πραγματική αξία όταν υπάρχει, είναι διαθέσιμη και προσφέρεται με προσιτούς όρους.

Μέχρι τότε, αποτελεί προγραμματισμένη παρέμβαση.

Όχι ολοκληρωμένη λύση.

«Ανακαινίζω – Νοικιάζω»: Ο στόχος των 20.000 και οι 3.017 εγκρίσεις

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το σημείο για τα κλειστά ακίνητα.

Ο υπουργός αναφέρει ότι το νέο πρόγραμμα ανακαίνισης στοχεύει στη στήριξη 20.000 ιδιοκτητών.

Ταυτόχρονα, σημειώνει ότι στο αρχικό «Ανακαινίζω – Νοικιάζω» έχουν εγκριθεί 3.017 αιτήσεις.

Εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στη διατύπωση.

Μια εγκεκριμένη αίτηση δεν ταυτίζεται απαραίτητα με ολοκληρωμένη ανακαίνιση.

Και μια ολοκληρωμένη ανακαίνιση δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι το ακίνητο έχει ήδη διατεθεί στη μακροχρόνια αγορά ενοικίασης.

Επομένως, ο ουσιαστικός δείκτης δεν είναι μόνο πόσοι ιδιοκτήτες εντάχθηκαν.

Είναι πόσα κλειστά σπίτια επέστρεψαν πραγματικά στην αγορά και με ποιο μίσθωμα.

Αν δεν γνωρίζουμε αυτόν τον αριθμό, δεν μπορούμε να αξιολογήσουμε πόσο συνέβαλε το πρόγραμμα στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών.

90.000 ενεργειακές αναβαθμίσεις – Σημαντικές, αλλά δεν δημιουργούν νέες κατοικίες

Στην κυβερνητική επιχειρηματολογία περιλαμβάνονται και 90.000 νοικοκυριά που αναβάθμισαν ενεργειακά την κατοικία τους μέσω του «Εξοικονομώ».

Η ενεργειακή αναβάθμιση μπορεί να μειώσει την κατανάλωση και να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης.

Είναι ένα πραγματικό όφελος.

Αλλά δεν αποτελεί το ίδιο πράγμα με την αύξηση των διαθέσιμων κατοικιών.

Ούτε μειώνει κατ’ ανάγκη το ενοίκιο ενός νέου που αναζητά σπίτι.

Επομένως, τα προγράμματα εξοικονόμησης ενέργειας έχουν θέση στη συνολική πολιτική για το κόστος κατοικίας, αλλά δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως ισοδύναμα με την αντιμετώπιση της στεγαστικής έλλειψης.

Η επιστροφή ενοικίου: Ανακούφιση, όχι αναγκαστικά λύση

Ο υπουργός αναφέρει ότι το 2025 η επιστροφή ενοικίου έφτασε σε 877.267 πολίτες, με συνολική δαπάνη άνω των 201 εκατομμυρίων ευρώ.

Πρόκειται για άμεση οικονομική ενίσχυση.

Ωστόσο, αν διαιρέσουμε τα ποσά που αναφέρει, προκύπτει μέση ενίσχυση περίπου 229 ευρώ ανά αναφερόμενο ωφελούμενο.

Αυτός είναι ένας απλός αριθμητικός μέσος, όχι απαραίτητα το ποσό που έλαβε κάθε νοικοκυριό, καθώς ο αριθμός των ωφελουμένων μπορεί να περιλαμβάνει μέλη οικογενειών.

Το σημαντικό ερώτημα είναι ποιο ποσοστό της ετήσιας στεγαστικής δαπάνης κάλυψε τελικά η ενίσχυση.

Για ένα νοικοκυριό που πληρώνει εκατοντάδες ευρώ κάθε μήνα, μια ετήσια επιστροφή μπορεί να προσφέρει ανακούφιση χωρίς να αλλάζει ουσιαστικά το επίπεδο του ενοικίου.

Και υπάρχει ακόμη ένα ζήτημα.

Όταν η προσφορά κατοικιών είναι περιορισμένη, η οικονομική ενίσχυση της ζήτησης χρειάζεται να συνδυάζεται με μέτρα αύξησης της προσφοράς, ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος μετακύλισης μέρους του οφέλους στις τιμές.

Φοιτητική στέγη: Αυξήθηκε το επίδομα, αλλά πόσο κοστίζει πλέον ένα σπίτι;

Η αύξηση του φοιτητικού στεγαστικού επιδόματος αποτελεί επίσης μέρος του κυβερνητικού απολογισμού.

Ο Άκης Σκέρτσος αναφέρει ότι ο προϋπολογισμός του υπερδιπλασιάστηκε σε σχέση με το 2019 και ότι το επίδομα μπορεί να φτάσει τα 2.500 ευρώ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις συγκατοίκησης στην περιφέρεια.

Η αύξηση της ενίσχυσης έχει σημασία.

Όμως η πραγματική της αξία εξαρτάται από το ύψος των σημερινών ενοικίων.

Αν μια οικογένεια πληρώνει 400 ευρώ τον μήνα για τη φοιτητική κατοικία, η ετήσια δαπάνη φτάνει τα 4.800 ευρώ, χωρίς λογαριασμούς και κοινόχρηστα.

Αν το ενοίκιο είναι 500 ευρώ, η δαπάνη ανεβαίνει στα 6.000 ευρώ.

Έτσι, ακόμη και ένα αυξημένο επίδομα καλύπτει μόνο μέρος του κόστους.

Αυτό δεν μειώνει τη χρησιμότητά του.

Δείχνει, όμως, γιατί η ανάπτυξη φοιτητικών εστιών και η αύξηση των διαθέσιμων κατοικιών έχουν ιδιαίτερη σημασία.

Ο υπουργός αναφέρεται σε περίπου 8.600 νέες κλίνες.

Και εδώ χρειάζεται σαφής διάκριση ανάμεσα σε όσες λειτουργούν ήδη, όσες κατασκευάζονται και όσες παραμένουν στο στάδιο του σχεδιασμού.

Ο Σκέρτσος ζητά από τον Τσίπρα αποδείξεις – Η ίδια απαίτηση ισχύει και για την κυβέρνηση

Στο τελευταίο μέρος της ανάρτησης, ο υπουργός στρέφεται στον Αλέξη Τσίπρα και στην πρότασή του για 50.000 προσιτές κατοικίες.

Ζητά να διευκρινιστεί πόσες θα κατασκευαστούν, πόσες θα προκύψουν από υφιστάμενα ακίνητα, ποιο θα είναι το κόστος, η χρηματοδότηση και το χρονοδιάγραμμα.

Τα ερωτήματα είναι απολύτως θεμιτά.

Μια πρόταση στεγαστικής πολιτικής χρειάζεται συγκεκριμένο σχέδιο υλοποίησης.

Αλλά υπάρχει μια προφανής συνέπεια αυτής της απαίτησης.

Αν ο Τσίπρας οφείλει να εξηγήσει πότε και πώς θα δημιουργηθούν 50.000 προσιτές κατοικίες, η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει με την ίδια ακρίβεια πότε και πώς θα παραδοθούν οι 2.800 κοινωνικές κατοικίες που ανακοινώνει.

Αν η αντιπολίτευση πρέπει να παρουσιάσει εξασφαλισμένη χρηματοδότηση και χρονοδιαγράμματα, το ίδιο ισχύει για κάθε κυβερνητική εξαγγελία.

Η διαφορά είναι ότι η κυβέρνηση διαθέτει επιπλέον την ευθύνη της εφαρμογής.

Επομένως, μπορεί να αξιολογηθεί όχι μόνο για όσα σχεδιάζει, αλλά και για όσα έχει ήδη υλοποιήσει.

Και ο Ανδρουλάκης στο στόχαστρο μέσω Ισπανίας

Ο υπουργός ασκεί κριτική και στον Νίκο Ανδρουλάκη για την επίκληση του ισπανικού μοντέλου.

Παραθέτει στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ένα πρόγραμμα που σχεδιάστηκε για περίπου 43.000 κατοικίες έχει μέχρι στιγμής συμβασιοποιήσει χρηματοδότηση για 4.675.

Η διαφορά ανάμεσα στον σχεδιασμό και την υλοποίηση είναι πράγματι κρίσιμη.

Όμως το ίδιο κριτήριο πρέπει να χρησιμοποιείται σε κάθε χώρα.

Δεν μπορεί οι ελληνικές μελλοντικές κατοικίες να προσμετρώνται ως κυβερνητική πρόοδος, ενώ οι ισπανικές να αξιολογούνται αποκλειστικά με βάση όσα έχουν ήδη συμβασιοποιηθεί.

Η σωστή σύγκριση απαιτεί ίδια στάδια υλοποίησης, αντίστοιχες χρονικές περιόδους και συγκρίσιμα δεδομένα.

Διαφορετικά, η αντιπαράθεση κινδυνεύει να γίνει διαγωνισμός επιλογής αριθμών.

Το ερώτημα που παραμένει: Πόσο εισόδημα χρειάζεται σήμερα για ένα αξιοπρεπές σπίτι;

Στο τέλος της ανάρτησής του, ο Άκης Σκέρτσος θέτει ένα κριτήριο με το οποίο δύσκολα μπορεί να διαφωνήσει κανείς.

Πόσοι άνθρωποι βρίσκουν τελικά ένα σπίτι που μπορούν να πληρώσουν;

Αυτό ακριβώς είναι το ουσιαστικό ερώτημα.

Όχι πόσα προγράμματα υπάρχουν σε μια πλατφόρμα.

Όχι πόσες χρηματοδοτήσεις έχουν ανακοινωθεί.

Όχι πόσοι πολίτες περιλαμβάνονται αθροιστικά στους δικαιούχους διαφορετικών παρεμβάσεων.

Αλλά πόσοι μπορούν να εξασφαλίσουν αξιοπρεπή κατοικία χωρίς να θυσιάζουν δυσανάλογο μέρος του εισοδήματός τους.

Η κυβέρνηση παρουσιάζει δράσεις που έχουν πραγματική χρησιμότητα για συγκεκριμένες ομάδες.

Ταυτόχρονα, αναγνωρίζει ότι το πρόβλημα παραμένει.

Η αξιολόγηση της πολιτικής της πρέπει να περιλαμβάνει και τις δύο αυτές διαπιστώσεις.

Το στεγαστικό δεν θα λυθεί όταν ο κατάλογος των κυβερνητικών προγραμμάτων γίνει μεγαλύτερος. Θα αντιμετωπιστεί ουσιαστικά όταν περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να νοικιάσουν ή να αγοράσουν κατοικία με κόστος συμβατό με το εισόδημά τους.

Και αυτό είναι το αποτέλεσμα που χρειάζεται να αποδειχθεί, πέρα από τις εξαγγελίες και τους εντυπωσιακούς αριθμούς.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ