Σκέρτσος: Οι αριθμοί που δείχνει και ο αριθμός που λείπει – Η Ελλάδα στο 68% του ευρωπαϊκού κατά κεφαλήν ΑΕΠ

Ο Άκης Σκέρτσος επανέρχεται στη συζήτηση περί τρίτης θητείας της κυβέρνησης, αυτή τη φορά οπλισμένος με πίνακες, ΑΕΠ, χρέος, ανεργία και παραδείγματα από Κολ, Μέρκελ, Μπλερ και Ρούτε. Αρκετοί από τους αριθμούς που παραθέτει έχουν πραγματική στατιστική βάση. Το ερώτημα όμως δεν είναι μόνο εάν οι αριθμοί είναι σωστοί. Είναι ποιοι αριθμοί επιλέγονται, ποιοι απουσιάζουν και κυρίως εάν από αυτούς προκύπτει το πολιτικό συμπέρασμα περί χρησιμότητας μιας μακράς διακυβέρνησης.

Ο Άκης Σκέρτσος θέτει ένα απολύτως θεμιτό ερώτημα:

«Πότε μια κυβέρνηση είναι πραγματικά χρήσιμη για μια χώρα;»

Και απαντά με έναν μεγάλο πίνακα ευρωπαϊκών κυβερνήσεων μεγάλης διάρκειας.

Κολ.

Μέρκελ.

Θάτσερ.

Μπλερ.

Μιτεράν.

Σιράκ.

Γκονθάλεθ.

Ρούτε.

Γιούνκερ.

ΑΕΠ, κατά κεφαλήν ΑΕΠ, δημόσιο χρέος, ανεργία.

Μόνο που υπάρχει ένα πρώτο πρόβλημα.

Τι ακριβώς αποδεικνύει ο πίνακας;

Στην πραγματικότητα, ο ίδιος ο πίνακας του Σκέρτσου αποδεικνύει κάτι πολύ πιο περιορισμένο από το πολιτικό αφήγημα που τον συνοδεύει.

Δείχνει ότι υπήρξαν ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που έμειναν πολλά χρόνια στην εξουσία και κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων αυξήθηκε το πραγματικό ΑΕΠ.

Σωστά.

Αλλά μετά αρχίζουν οι τεράστιες αποκλίσεις.

Επί Κολ το χρέος, σύμφωνα με τον ίδιο τον πίνακα, πήγε από 36,4% στο 59,8% και η ανεργία από 6,7% στο 9,4%.

Επί Γκονθάλεθ το χρέος από 24,4% έφτασε στο 65,4% και η ανεργία από 15,8% στο 22,1%.

Επί Μιτεράν η ανεργία αυξήθηκε από 7,4% σε 10,5% και το χρέος από 22,6% σε 57,8%.

Επί Γιούνκερ το χρέος από 6,3% έφτασε στο 23,8% και η ανεργία από 2,9% στο 5,8%.

Δηλαδή ο ίδιος ο πίνακας αποδεικνύει ότι:

μακρά κυβερνητική διάρκεια ≠ αυτομάτως καλύτερα αποτελέσματα σε όλους τους δείκτες.

Κάτι που, για να είμαστε δίκαιοι, αναγνωρίζει και ο ίδιος ο Σκέρτσος.

Τότε όμως γεννάται το ερώτημα:

γιατί χρησιμοποιείται η μακρά διάρκεια αυτών των κυβερνήσεων ως βασικό επιχείρημα στη σημερινή συζήτηση για τρίτη θητεία στην Ελλάδα;

Κολ, Μέρκελ, Μπλερ, Ρούτε – και Μητσοτάκης;

Εδώ υπάρχει και ένα δεύτερο μεθοδολογικό πρόβλημα.

Οι περίοδοι που συγκρίνονται δεν είναι ίδιες.

Άλλη χώρα.

Άλλη παραγωγική δομή.

Άλλο νόμισμα.

Άλλο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.

Άλλη δημογραφία.

Άλλο σημείο εκκίνησης.

Άλλο κοινωνικό κράτος.

Άλλη περίοδος επιτοκίων.

Άλλη ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

Ακόμη και μέσα στον ίδιο τον πίνακα, ο Κολ περιλαμβάνει την ιστορική διαδικασία της γερμανικής επανένωσης.

Ο Γκονθάλεθ κυβέρνησε την Ισπανία κατά τη βαθιά μεταμόρφωση της χώρας μετά τη δικτατορία και την ένταξή της στην τότε ΕΟΚ.

Ο Ρούτε κυβέρνησε μια εντελώς διαφορετική οικονομία.

Η παράθεση όλων αυτών σε έναν πίνακα είναι ενδιαφέρουσα.

Δεν δημιουργεί όμως από μόνη της ένα ευρωπαϊκό “θεώρημα τρίτης θητείας”.

Και ερχόμαστε στην Ελλάδα

Εδώ ο Σκέρτσος χρησιμοποιεί πραγματικά στοιχεία που δεν υπάρχει λόγος να αρνηθεί κανείς.

Το δημόσιο χρέος πράγματι έχει υποχωρήσει σημαντικά ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Το ΔΝΤ το τοποθετεί στο 146,6% του ΑΕΠ το 2025, από περίπου 210% στην κορύφωση της πανδημίας.

Η ανεργία επίσης έχει μειωθεί εντυπωσιακά σε σχέση με το 2019.

Η ελληνική οικονομία έχει καταγράψει πραγματική ανάπτυξη.

Αυτά είναι δεδομένα.

Αλλά η οικονομική πραγματικότητα μιας χώρας δεν τελειώνει στο ΑΕΠ και στον λόγο χρέους προς ΑΕΠ.

Και εδώ εμφανίζεται ο αριθμός που δεν βλέπουμε στην ανάρτηση.

68%

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2025, το ελληνικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ, προσαρμοσμένο στην αγοραστική δύναμη, βρίσκεται στο:

68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και μαζί με τη Βουλγαρία βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο μεταξύ των κρατών-μελών.

Αυτό επίσης είναι επίσημο ευρωπαϊκό στατιστικό στοιχείο.

Δεν σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία δεν αναπτύχθηκε.

Σημαίνει κάτι διαφορετικό και εξίσου σημαντικό:

η ανάπτυξη δεν έχει ακόμη οδηγήσει την Ελλάδα κοντά στο μέσο ευρωπαϊκό επίπεδο ευημερίας.

Και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα όταν παρουσιάζεις μόνο τις ποσοστιαίες μεταβολές.

Μπορείς να τρέχεις γρηγορότερα από κάποιον άλλον.

Αν όμως ξεκίνησες πολύ πιο πίσω, το πραγματικό ερώτημα είναι:

πού βρίσκεσαι σήμερα;

Το χρέος μειώθηκε – αλλά δεν εξαφανίστηκε

Το ίδιο ισχύει για το δημόσιο χρέος.

Η πτώση από τα επίπεδα της πανδημίας είναι πραγματική και σημαντική.

Αλλά το ίδιο το ΔΝΤ εξακολουθεί να καταγράφει δημόσιο χρέος 146,6% του ΑΕΠ για το 2025.

Άρα υπάρχουν δύο αλήθειες ταυτόχρονα:

Αλήθεια πρώτη: η Ελλάδα έχει πετύχει μεγάλη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.

Αλήθεια δεύτερη: εξακολουθεί να έχει πολύ υψηλό δημόσιο χρέος.

Η μία δεν ακυρώνει την άλλη.

Το gov.gr είναι επιτυχία – αλλά ούτε εδώ τελειώνει η ιστορία

Αντίστοιχα, η ψηφιοποίηση του κράτους είναι ένα από τα πεδία στα οποία έχει υπάρξει πραγματική πρόοδος.

Ο OECD καταγράφει την Ελλάδα στον Digital Government Index του 2025 στο 0,71 έναντι μέσου όρου OECD 0,70.

Άρα ναι: βρίσκεται πάνω από τον μέσο όρο.

Οριακά.

Υπάρχει όμως και η συνέχεια που δεν αναφέρεται.

Στον επιμέρους δείκτη Data-driven Public Sector, η Ελλάδα βρίσκεται στο 0,66, ενώ ο μέσος όρος του OECD είναι 0,74.

Αυτό ακριβώς δείχνει πόσο επικίνδυνο είναι να μετατρέπουμε έναν επιλεγμένο αριθμό σε συνολική εικόνα.

Η ψηφιοποίηση είναι πρόοδος.

Δεν σημαίνει ότι ολοκληρώθηκε ο μετασχηματισμός του κράτους.

Και το κράτος δικαίου δεν μετριέται με το «7 έγιναν 4»

Ακόμη μεγαλύτερη προσοχή χρειάζεται η αναφορά:

«Οι συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς την Ελλάδα έχουν μειωθεί από 7 σε 4».

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξηγεί ότι η ετήσια έκθεση εξετάζει τέσσερις μεγάλους τομείς:

το δικαστικό σύστημα,

την καταπολέμηση της διαφθοράς,

την ελευθερία και πολυφωνία των ΜΜΕ,

και τους θεσμικούς ελέγχους και τις ισορροπίες.

Οι συστάσεις παρακολουθούνται ποιοτικά ως προς την πρόοδο εφαρμογής τους.

Άρα το κράτος δικαίου δεν είναι πρωτάθλημα στο οποίο μετράμε:

7–4, άρα κερδίζουμε 3-0.

Χρειάζεται να εξετάσουμε ποιες συστάσεις παραμένουν, τι πρόοδος έχει γίνει σε καθεμία και ποιες αδυναμίες εξακολουθεί να καταγράφει η ίδια η Επιτροπή.

Το βασικό πρόβλημα της ανάρτησης

Και εδώ φτάνουμε στην ουσία.

Το επιχείρημα του Σκέρτσου ξεκινά από κάτι σωστό:

μια κυβέρνηση δεν πρέπει να κρίνεται επειδή βρίσκεται δύο ή τρεις θητείες στην εξουσία.

Απολύτως.

Ούτε υπάρχει κάποιος δημοκρατικός κανόνας που να λέει ότι δύο θητείες επιτρέπονται και η τρίτη απαγορεύεται.

Οι πολίτες αποφασίζουν.

Όμως από αυτό δεν προκύπτει και το αντίστροφο:

ότι επειδή άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες κυβέρνησαν 10, 14 ή 16 χρόνια, η μεγάλη διάρκεια αποτελεί επιχείρημα υπέρ οποιασδήποτε σημερινής κυβέρνησης.

Ο Κολ δεν ψηφίζει στις ελληνικές εκλογές.

Ούτε η Μέρκελ.

Ούτε ο Μπλερ.

Ούτε ο Ρούτε.

Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ απλούστερο

Δεν χρειάζεται να ψάξουμε τι έκανε η Γερμανία από το 1982 έως το 1998 για να κρίνουμε την Ελλάδα του 2026.

Υπάρχει ένα πολύ απλούστερο τεστ.

Πού βρισκόταν η Ελλάδα το 2019;

Πού βρίσκεται το 2026;

Τι βελτιώθηκε;

Τι χειροτέρεψε;

Ποιοι ωφελήθηκαν περισσότερο;

Πώς εξελίχθηκαν οι πραγματικοί μισθοί και η αγοραστική δύναμη;

Πόσο κοστίζει η στέγαση;

Πόσο κοντά βρίσκεται το ελληνικό βιοτικό επίπεδο στον ευρωπαϊκό μέσο όρο;

Πώς λειτουργούν Υγεία, Δικαιοσύνη και δημόσια διοίκηση στην καθημερινότητα του πολίτη;

Και τότε ο καθένας μπορεί να αξιολογήσει τα δεδομένα και να καταλήξει στο δικό του πολιτικό συμπέρασμα.

Γιατί ο Σκέρτσος έχει δίκιο σε ένα πράγμα:

η διάρκεια μιας κυβέρνησης δεν αποτελεί από μόνη της ούτε επιτυχία ούτε αποτυχία.

Ακριβώς γι’ αυτό όμως δεν χρειάζεται να κοιτάμε πόσα χρόνια κυβέρνησε ο Κολ.

Χρειάζεται να κοιτάμε ολόκληρο τον ελληνικό πίνακα και όχι μόνο τις στήλες που βολεύουν κάθε πολιτικό αφήγημα.

Και σε αυτόν τον πίνακα υπάρχει ένας αριθμός που αξίζει να βρίσκεται πολύ ψηλά:

68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης.

Η ελληνική οικονομία έχει κάνει πραγματικά βήματα.

Το ερώτημα είναι πόση απόσταση εξακολουθεί να έχει να καλύψει — και ποια πολιτική μπορεί να την καλύψει.

Αυτό είναι πολιτική αξιολόγηση που ανήκει στους πολίτες.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ