Σκέρτσος: «Να ζούμε καλύτερα, ακόμη και με λιγότερα» – Ωραία συμβουλή από έναν υπουργό! Εκείνοι με πόσα ζουν;

Ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος μιλά για το μέτρο, την εγκράτεια και τη φιλοσοφία της καλής ζωής. Μόνο που η ελληνική κοινωνία δεν χρειάζεται μαθήματα ολιγάρκειας από την εξουσία. Χρειάζεται εισοδήματα που να επαρκούν, προσιτή στέγη και αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας. Και το ερώτημα είναι απλό: όσοι μας μιλούν για ζωή με λιγότερα, πόσο πρόθυμοι είναι να εφαρμόσουν οι ίδιοι αυτή τη φιλοσοφία;

Όταν η εξουσία ανακαλύπτει τις αρετές του «λιγότερα»

Υπάρχουν ορισμένες πολιτικές παρεμβάσεις που, ακόμη κι αν ξεκινούν από μια ενδιαφέρουσα σκέψη, αποκτούν εντελώς διαφορετικό νόημα όταν εξετάσει κανείς ποιος τις διατυπώνει και σε ποια κοινωνία απευθύνονται.

Ο Άκης Σκέρτσος, υπουργός της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, αποφάσισε να μιλήσει για τη φιλοσοφία της ζωής, το μέτρο, την εγκράτεια και την ανάγκη να ζούμε καλύτερα, ακόμη και με λιγότερα.

Και κάπου εδώ αρχίζει η μεγάλη ειρωνεία.

Διότι όταν ένας άνθρωπος που συμμετέχει στη διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής μιλά για τη δυνατότητα να ζούμε καλύτερα με λιγότερα, είναι απολύτως εύλογο να αναρωτηθούν οι πολίτες:

Με πόσα ζουν εκείνοι που μας συμβουλεύουν να αρκούμαστε στα λιγότερα;

Πόσα χρειάζεται ένας υπουργός για να διατηρεί το δικό του επίπεδο ζωής;

Πόσα χρειάζεται μια οικογένεια που πληρώνει ενοίκιο, λογαριασμούς, τρόφιμα, μετακινήσεις και τις ανάγκες των παιδιών της;

Και κυρίως, ποιος έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει την ολιγάρκεια ως φιλοσοφική επιλογή και ποιος τη βιώνει ως οικονομικό καταναγκασμό;

Γιατί άλλο πράγμα είναι να αποφασίζεις ότι δεν χρειάζεσαι άλλο ένα ακριβό αντικείμενο.

Και εντελώς διαφορετικό να αποφασίζεις ποιον λογαριασμό θα πληρώσεις πρώτα.

Αριστοτέλης, Επίκουρος και… ο λογαριασμός του σούπερ μάρκετ

Ο υπουργός επιστράτευσε στην ανάρτησή του τον Αριστοτέλη, τον Επίκουρο, τους Στωικούς, τον Σενέκα, τον Βίκτορ Φρανκλ, τη Χάνα Άρεντ και τον Καρλ Πόππερ.

Μια ολόκληρη φιλοσοφική βιβλιοθήκη στην υπηρεσία της αναζήτησης της ευτυχίας.

Εξαιρετικά.

Μόνο που υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια.

Ο Αριστοτέλης δεν πληρώνει το σημερινό ενοίκιο.

Ο Επίκουρος δεν γεμίζει το καλάθι του σούπερ μάρκετ.

Και ο Σενέκας δεν μπορεί να εξηγήσει στον εργαζόμενο πώς θα περισσέψουν χρήματα στο τέλος του μήνα.

Η φιλοσοφία έχει τεράστια αξία. Αλλά δεν μπορεί να λειτουργεί ως υποκατάστατο της οικονομικής πολιτικής.

Ούτε μπορεί η συζήτηση για την προσωπική εγκράτεια να αποσυνδέεται από την ευθύνη της πολιτείας να διαμορφώνει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης.

Διότι όταν το εισόδημα δεν επαρκεί, το πρόβλημα δεν είναι ότι ο πολίτης ξέχασε το αρχαιοελληνικό μέτρο.

Το πρόβλημα είναι ότι οι βασικές του ανάγκες κοστίζουν περισσότερο από όσα μπορεί να διαθέσει.

Και καμία φιλοσοφική αναφορά δεν αλλάζει αυτή την πραγματικότητα.

Η λιτότητα είναι πιο εύκολη όταν αποτελεί επιλογή

Ας υποθέσουμε ότι ένας υπουργός αποφασίζει να ακολουθήσει τη φιλοσοφία του μέτρου.

Να καταναλώνει λιγότερο.

Να περιορίσει τις περιττές αγορές.

Να αφιερώνει περισσότερο χρόνο στην οικογένειά του.

Απολύτως σεβαστό.

Ας υποθέσουμε τώρα ότι ένας χαμηλόμισθος εργαζόμενος αποφασίζει να ακολουθήσει την ίδια φιλοσοφία.

Τι ακριβώς θα περιορίσει;

Το ενοίκιο;

Το ηλεκτρικό ρεύμα;

Τα τρόφιμα;

Τα έξοδα των παιδιών;

Ή μήπως θα αναζητήσει την εσωτερική του γαλήνη κοιτάζοντας τον λογαριασμό της τράπεζας;

Εδώ βρίσκεται η ουσία της αντίφασης.

Η εγκράτεια είναι αρετή όταν έχεις τη δυνατότητα να επιλέξεις. Όταν δεν έχεις, λέγεται οικονομική στενότητα.

Και όταν η συζήτηση γίνεται από ένα μέλος της κυβέρνησης, δεν μπορεί να αγνοεί τις ευθύνες της ίδιας της κυβέρνησης για την οικονομική καθημερινότητα.

Και οι υπουργοί; Με πόσα ζουν;

Εδώ βρίσκεται το ερώτημα που αξίζει να τεθεί δημόσια.

Όχι για να αμφισβητηθεί το δικαίωμα ενός υπουργού να έχει αξιοπρεπείς αποδοχές.

Αλλά για να εξεταστεί η απόσταση ανάμεσα στις οικονομικές δυνατότητες εκείνων που ασκούν εξουσία και εκείνων που υφίστανται τις συνέπειες των αποφάσεών τους.

Οι υπουργοί δεν αμείβονται με τον κατώτατο μισθό. Οι θεσμικές αποδοχές τους καθορίζονται από διαφορετικό πλαίσιο, ενώ οι ακριβείς συνολικές προσωπικές απολαβές και τα οικονομικά δεδομένα κάθε προσώπου απαιτούν συγκεκριμένα στοιχεία.

Αυτό δεν μας επιτρέπει να ισχυριστούμε αυθαίρετα πόσα χρήματα διαθέτει προσωπικά ο Άκης Σκέρτσος.

Μας επιτρέπει όμως να θέσουμε το ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα:

Θα είχε το ίδιο νόημα η προτροπή για ζωή με λιγότερα εάν εκείνοι που τη διατυπώνουν έπρεπε να αντιμετωπίσουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό ενός χαμηλόμισθου;

Αν η συζήτηση αφορά πραγματικά το μέτρο, τότε ας εξεταστεί το μέτρο και στην άσκηση της εξουσίας.

Στις προτεραιότητες των δημόσιων δαπανών.

Στη σχέση των αμοιβών με το κόστος ζωής.

Στις συνθήκες εργασίας.

Στην οικονομική ασφάλεια των πολιτών.

Γιατί το μέτρο δεν μπορεί να είναι μια ωραία φιλοσοφική έννοια όταν μιλάμε για την προσωπική ζωή και να εξαφανίζεται όταν συζητάμε για τις υποχρεώσεις της πολιτείας.

Το πιο αποκαλυπτικό σημείο: Ο ίδιος αναγνωρίζει το πρόβλημα

Υπάρχει, βεβαίως, μια σημαντική λεπτομέρεια που δεν πρέπει να παραλείψουμε.

Ο Άκης Σκέρτσος δεν ισχυρίστηκε ότι οι πολίτες οφείλουν να αποδεχθούν χαμηλότερους μισθούς ή ότι η ακρίβεια αντιμετωπίζεται με φιλοσοφία.

Αντίθετα, στο ίδιο κείμενο αναγνωρίζει ρητά ότι για έναν άνθρωπο που αγωνιά για το ενοίκιο ή εργάζεται εξαντλητικά, το μέτρο δεν μπορεί να είναι απλώς ατομική συμβουλή αυτοβελτίωσης.

Αυτή η παραδοχή είναι ουσιαστική.

Αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί μια ακόμη πιο απαιτητική πολιτική συζήτηση.

Αφού η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η οικονομική ανασφάλεια περιορίζει την ελευθερία επιλογών, ποια συγκεκριμένα αποτελέσματα έχει πετύχει ώστε οι πολίτες να μπορούν να ζουν καλύτερα;

Αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί.

Όχι με αναφορές στους Στωικούς.

Με πραγματικά εισοδήματα, προσιτή στέγη, αξιοπρεπείς εργασιακές συνθήκες και αποτελεσματικές δημόσιες υπηρεσίες.

Δεν ζητούν περισσότερα από απληστία – Ζητούν όσα χρειάζονται για να ζήσουν

Η αναζήτηση της ευτυχίας πέρα από τα υλικά αγαθά είναι μια απολύτως θεμιτή φιλοσοφική θέση.

Όμως δεν πρέπει να συγχέεται η υπερκατανάλωση με την κάλυψη των βασικών αναγκών.

Ο άνθρωπος που θέλει να μπορεί να πληρώσει το ενοίκιό του δεν είναι αιχμάλωτος του καταναλωτισμού.

Ο γονιός που θέλει να προσφέρει στα παιδιά του αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης δεν έχει χάσει το μέτρο.

Ο εργαζόμενος που διεκδικεί καλύτερο μισθό δεν έχει παρασυρθεί από την ατέρμονη επιδίωξη περισσότερων αγαθών.

Διεκδικούν οικονομική ασφάλεια.

Και αυτή δεν αποτελεί πολυτέλεια.

Αποτελεί βασική προϋπόθεση για να μπορέσει κάποιος να αναζητήσει όλα τα υπόλοιπα: ελεύθερο χρόνο, ουσιαστικές σχέσεις, προσωπική εξέλιξη, συμμετοχή στα κοινά.

Δεν μπορείς να ζητάς από τον πολίτη να ανακαλύψει την αξία του ελεύθερου χρόνου χωρίς να εξετάζεις αν έχει πράγματι ελεύθερο χρόνο.

Ούτε να του μιλάς για την ευτυχία της απλότητας χωρίς να εξετάζεις εάν η απλότητά του είναι ελεύθερη επιλογή ή αναγκαστική στέρηση.

Το μέτρο να ξεκινήσει από την πολιτική ευθύνη

Το πρόβλημα, τελικά, δεν είναι ο Αριστοτέλης.

Ούτε ο Επίκουρος.

Ούτε η φιλοσοφία του μέτρου.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η συζήτηση για το πώς πρέπει να ζούμε κινδυνεύει να υποκαταστήσει τη συζήτηση για το πώς μπορούμε να ζούμε.

Ένας υπουργός έχει κάθε δικαίωμα να μιλά για την αξία της εγκράτειας και της προσωπικής ισορροπίας.

Έχει όμως και μια πρόσθετη υποχρέωση: να εξηγεί πώς οι δημόσιες πολιτικές συμβάλλουν στη δημιουργία των συνθηκών που περιγράφει.

Και εκεί δεν αρκούν οι φιλοσοφικές αναφορές.

Χρειάζονται μετρήσιμα αποτελέσματα.

Γιατί είναι εύκολο να μιλάς για την ομορφιά της ζωής με λιγότερα όταν το «λιγότερα» αποτελεί μια θεωρητική δυνατότητα. Το δύσκολο είναι να εξασφαλίσεις ότι κανένας άνθρωπος δεν θα αναγκάζεται να ζει με λιγότερα από όσα χρειάζεται.

Και αν υπάρχει ένα ερώτημα που αξίζει να συνοδεύει την παρέμβαση του Άκη Σκέρτσου, είναι αυτό:

Κύριε υπουργέ, πολύ ωραία όλα αυτά περί μέτρου. Αλλά προτού συζητήσουμε πώς θα ζούμε καλύτερα με λιγότερα, μπορούμε να συζητήσουμε με πόσα ζείτε εσείς και με πόσα καλείται να ζήσει ο μέσος εργαζόμενος;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ