Ο βουλευτής της ΝΔ δεν ανασκευάζει παρά τη διαφορετική κυβερνητική γραμμή – «Δεν παίρνω τίποτα πίσω» – Το επόμενο κρίσιμο τεστ θα είναι η επιστροφή των ερευνητικών εργασιών για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου
Μια λέξη του Άγγελου Συρίγου ήταν αρκετή για να ανοίξει μία εξαιρετικά δύσκολη συζήτηση στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας για τους χειρισμούς στην Κάσο: «υποχωρήσαμε».
Και η υπόθεση απέκτησε ακόμη μεγαλύτερο πολιτικό βάρος, καθώς ο βουλευτής της ΝΔ και καθηγητής Διεθνών Σχέσεων όχι μόνο δεν ανασκεύασε μετά την αντίδραση του Μεγάρου Μαξίμου, αλλά επανήλθε την Παρασκευή 2 Οκτωβρίου δηλώνοντας ότι «δεν παίρνω τίποτα πίσω».
Η αρχική δήλωσή του αφορούσε τα δύο περιστατικά του 2024, όταν υπήρξε τουρκική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή των ερευνών για το υποθαλάσσιο καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου.
Ο Συρίγος δήλωσε ότι και στα δύο επεισόδια η ελληνική πλευρά έκανε πίσω και δεν συνέχισε τις έρευνες βυθού. Η κυβέρνηση, αντίθετα, απορρίπτει αυτή την περιγραφή. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης δήλωσε κατηγορηματικά ότι «καμία υποχώρηση δεν υπήρξε», χαρακτηρίζοντας τις τοποθετήσεις Συρίγου προσωπικές εκτιμήσεις που, κατά την κυβέρνηση, δεν λαμβάνουν υπόψη τα πραγματικά δεδομένα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Συρίγος δεν έκανε πίσω ούτε μετά τη δημόσια διαφοροποίηση του Μαξίμου.
«Επιστημονικά έχω καταθέσει την άποψή μου, δεν παίρνω τίποτα πίσω», δήλωσε, εξηγώντας ότι διαχωρίζει την πολιτική του ιδιότητα από εκείνη του πανεπιστημιακού.
Έτσι δημιουργείται πλέον μια εμφανής διαφορά στην περιγραφή των ίδιων γεγονότων: η κυβέρνηση λέει ότι δεν υπήρξε υποχώρηση και ένας βουλευτής της κυβερνητικής πλειοψηφίας επιμένει ότι υπήρξε.
Γιατί ο Συρίγος μιλά για υποχώρηση
Ο ίδιος επιχειρεί ταυτόχρονα να εξηγήσει γιατί θεωρεί ότι η στάση της Αθήνας ήταν λογική υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες.
Όπως υποστήριξε, μέχρι το 2024 η Τουρκία δεν είχε παρεμποδίσει αντίστοιχες εργασίες πόντισης καλωδίων, παρά τις διαφωνίες που υπήρχαν κατά καιρούς.
Όταν όμως εμφανίστηκαν πέντε τουρκικά πολεμικά πλοία, κατά την άποψή του, η ελληνική πλευρά έπρεπε να σταματήσει προσωρινά και να αξιολογήσει τη νέα κατάσταση.
Το επιχείρημά του είναι ότι μια χώρα δεν οδηγείται αυτομάτως σε στρατιωτική κλιμάκωση όταν ο αντίπαλος αλλάζει ξαφνικά συμπεριφορά.
Με αυτή την έννοια, ο Συρίγος υπερασπίζεται την επιλογή που έγινε, αλλά δεν αποσύρει τον χαρακτηρισμό «υποχώρηση».
Και ακριβώς αυτή η διαφοροποίηση είναι που προκαλεί την πολιτική συζήτηση.
Η κυβερνητική απάντηση
Το Μέγαρο Μαξίμου παρουσιάζει διαφορετική εικόνα.
Ο Παύλος Μαρινάκης υποστήριξε ότι η αρχική φάση του έργου στην Κάσο πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τον προγραμματισμό της αναδόχου εταιρείας και ολοκληρώθηκε κανονικά.
Κατά την κυβερνητική εκδοχή, τα προβλήματα που ακολούθησαν συνδέονταν με την τεχνικοοικονομική βιωσιμότητα και την επαναξιολόγηση του έργου και όχι με ελληνική υποχώρηση έναντι της Τουρκίας.
Η κυβέρνηση επικαλείται επίσης τις τελευταίες εξελίξεις γύρω από τον Great Sea Interconnector.
Τον Αύγουστο υπεγράφη συμφωνία για την είσοδο του γαλλικού επενδυτικού ομίλου Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου στην εταιρεία GSI, ενώ παράλληλα ΑΔΜΗΕ, GSI και Nexans συμφώνησαν για τις θαλάσσιες έρευνες βυθού που απαιτούνται για την υλοποίηση του έργου.
Το έργο έχει συνολικό εκτιμώμενο προϋπολογισμό περίπου 1,9 δισ. ευρώ και ευρωπαϊκή χρηματοδότηση περίπου 657 εκατ. ευρώ μέσω του Connecting Europe Facility.
Η Τουρκία, όμως, επιμένει
Εδώ βρίσκεται και το επόμενο μεγάλο τεστ.
Η Άγκυρα δεν έχει αλλάξει θέση.
Το τουρκικό υπουργείο Άμυνας επανέλαβε ότι οποιαδήποτε δραστηριότητα τοποθέτησης καλωδίων, αγωγών ή επιστημονικής έρευνας σε περιοχή την οποία η Τουρκία θεωρεί δική της υφαλοκρηπίδα θα πρέπει προηγουμένως να συντονίζεται με την τουρκική πλευρά.
Μάλιστα, ο εκπρόσωπος του τουρκικού υπουργείου Άμυνας δήλωσε ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να επιτρέψει, όπως τη χαρακτήρισε, «μη εξουσιοδοτημένη δραστηριότητα» σε αυτή την περιοχή. Πρόκειται για τουρκική θέση που αμφισβητείται από την ελληνική πλευρά.
Αυτό σημαίνει ότι η πραγματική δοκιμασία δεν θα γίνει στις τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις.
Θα γίνει στη θάλασσα όταν οι εργασίες επανεκκινήσουν.
Εκεί θα φανεί στην πράξη πώς θα κινηθούν Αθήνα και Άγκυρα εάν επαναληφθεί το σκηνικό του 2024.
Και στη μέση ο Αντώνης Σαμαράς
Η υπόθεση αποκτά πρόσθετο πολιτικό ενδιαφέρον λόγω της συγκυρίας.
Ο Αντώνης Σαμαράς αναμένεται να εμφανιστεί δημόσια στο συνέδριο της εφημερίδας «Το Βήμα», το οποίο πραγματοποιείται στις 6 και 7 Οκτωβρίου στην Αθήνα.
Ο πρώην πρωθυπουργός έχει επανειλημμένα ασκήσει κριτική στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη και ειδικότερα στη στρατηγική έναντι της Τουρκίας.
Γι’ αυτό η δήλωση Συρίγου αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία ενόψει της νέας παρέμβασης Σαμαρά.
Δεν είναι γνωστό τι ακριβώς θα πει ο πρώην πρωθυπουργός ούτε μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ότι θα χρησιμοποιήσει τη συγκεκριμένη δήλωση.
Ωστόσο, η συζήτηση για την Κάσο αγγίζει ένα από τα βασικά πεδία στα οποία ο Αντώνης Σαμαράς έχει διαφοροποιηθεί δημόσια από την κυβέρνηση: τον τρόπο αντιμετώπισης της Τουρκίας και τα όρια του ελληνοτουρκικού διαλόγου.
Το πολιτικό πρόβλημα για το Μαξίμου
Για την κυβέρνηση υπάρχει πλέον ένα δύσκολο ερώτημα.
Δεν προέρχεται από την αντιπολίτευση.
Προέρχεται από βουλευτή της ίδιας της Νέας Δημοκρατίας, ο οποίος μάλιστα επικαλείται την επιστημονική του ιδιότητα.
Υπήρξε ή δεν υπήρξε υποχώρηση στην Κάσο;
Ο Άγγελος Συρίγος λέει ότι υπήρξε και εξηγεί γιατί, κατά την άποψή του, ήταν τακτικά δικαιολογημένη.
Το Μέγαρο Μαξίμου απαντά ότι δεν υπήρξε.
Η διαφορά δεν είναι απλώς λεκτική. Αφορά την αποτίμηση ενός επεισοδίου με ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία.
Και πλέον υπάρχει ένα επόμενο στάδιο που μπορεί να δώσει πολύ πιο χειροπιαστή απάντηση από οποιαδήποτε πολιτική αντιπαράθεση.
Η νέα φάση των εργασιών του Great Sea Interconnector.
Όταν τα πλοία επιστρέψουν στην περιοχή και οι έρευνες συνεχιστούν, θα φανεί στην πράξη εάν η Τουρκία θα επιχειρήσει ξανά να παρέμβει και ποια θα είναι αυτή τη φορά η ελληνική αντίδραση.
Η Κάσος, επομένως, επιστρέφει στο επίκεντρο. Και αυτή τη φορά το αποτέλεσμα επί του πεδίου θα έχει βάρος πολύ μεγαλύτερο από τη λέξη που χρησιμοποιεί η κάθε πλευρά για να περιγράψει όσα συνέβησαν το 2024.



