Τέμπη: Όταν η απουσία δύο μαρτύρων γίνεται αφορμή για να ειρωνευτούν τους συγγενείς των 57 νεκρών

«Όταν έρχεται η ώρα της ευθύνης και της ουσίας, ξαφνικά η αίθουσα δεν είναι μικρή. Είναι άδεια». Μια φράση που ακούγεται έξυπνη μέχρι να κοιτάξει κανείς τι πραγματικά συνέβη στη Λάρισα. Και κυρίως μέχρι να αναρωτηθεί πότε ακριβώς θεωρήσαμε φυσιολογικό να χρησιμοποιείται η απουσία συγγενών θυμάτων από μία συνεδρίαση για να απαξιωθεί συνολικά ο αγώνας οικογενειών που έχασαν τα παιδιά και τους ανθρώπους τους.

Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική αντιπαράθεση πρέπει να σταματά εκεί όπου αρχίζει ο στοιχειώδης σεβασμός.

Και υπάρχουν στιγμές που ορισμένοι φαίνεται να μην αναγνωρίζουν ούτε αυτή τη γραμμή.

Το σχόλιο που κυκλοφόρησε μετά τη συνεδρίαση της 23ης Σεπτεμβρίου για τη δίκη των Τεμπών είναι χαρακτηριστικό:

«Όταν έρχεται της ευθύνης και της ουσίας, ξαφνικά η αίθουσα δεν είναι μικρή. Είναι άδεια. Και μαζί της αδειάζει και ένα μεγάλο μέρος από τη φασαρία που στήθηκε γύρω από τη δίκη».

Ωραία ατάκα.

Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα.

Τα πραγματικά περιστατικά.

Τι συνέβη πραγματικά στη Λάρισα

Η 33η συνεδρίαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας πράγματι διήρκεσε περίπου δέκα λεπτά.

Γιατί;

Διότι οι δύο συγγενείς θυμάτων με τους οποίους είχε γίνει συνεννόηση να καταθέσουν εκείνη την ημέρα δεν κατάφεραν τελικά να προσέλθουν.

Και τι ενημερώθηκε το δικαστήριο;

Ότι υπήρξε αδυναμία μετακίνησής τους από το προηγούμενο βράδυ.

Υπήρχαν επίσης συγγενείς που είχαν ήδη ενημερώσει ότι δεν μπορούσαν να παραστούν και είχαν ζητήσει αλλαγή ημερομηνίας.

Και τώρα έρχεται η λεπτομέρεια που χαλάει κάπως το αφήγημα περί «άδειας αίθουσας»:

Η Καθημερινή αναφέρει ότι η εξέλιξη προκάλεσε δυσφορία σε δικηγόρους και σε άλλους συγγενείς θυμάτων που βρίσκονταν κανονικά εκείνη την ημέρα στο ΓΑΙΟΠΟΛΙΣ.

Το ίδιο αναφέρει και η ΕΡΤ: από την απουσία των συγκεκριμένων μαρτύρων ταλαιπωρήθηκαν δικαστές, δικηγόροι και συγγενείς θυμάτων που είχαν προσέλθει στην αίθουσα.

Άρα:

«Η αίθουσα είναι άδεια»;

Όχι ακριβώς.

Η συνεδρίαση δεν μπορούσε να συνεχιστεί επειδή απουσίαζαν οι συγκεκριμένοι μάρτυρες που επρόκειτο να εξεταστούν.

Αυτό είναι γεγονός.

Τα υπόλοιπα είναι ερμηνεία.

Από δύο απόντες στο «άδειασε η φασαρία»

Και εδώ βρίσκεται ο πραγματικός μηχανισμός του επιχειρήματος.

Παίρνουμε ένα απολύτως συγκεκριμένο περιστατικό:

δύο προγραμματισμένοι μάρτυρες δεν μπόρεσαν να μετακινηθούν.

Και το μετατρέπουμε σε:

«Όταν έρχεται η ώρα της ουσίας, εξαφανίζονται».

Και μετά κάνουμε άλλο ένα άλμα:

«Άρα αδειάζει και η φασαρία που στήθηκε γύρω από τη δίκη».

Με ποια λογική;

Από πότε η βασιμότητα όσων καταγγέλλονται σε μια ποινική δίκη κρίνεται από το αν δύο μάρτυρες κατάφεραν να ταξιδέψουν μια συγκεκριμένη ημέρα;

Οι ισχυρισμοί κρίνονται από τα αποδεικτικά στοιχεία.

Οι ποινικές ευθύνες κρίνονται από το δικαστήριο.

Οι μαρτυρίες αξιολογούνται από τους δικαστές.

Τα πραγματικά περιστατικά εξετάζονται μέσα από καταθέσεις, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνες και όλα τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας.

Δεν κρίνονται από το παρουσιολόγιο μιας Τετάρτης.

Και κάτι ακόμη που μάλλον ξεχάστηκε

Αυτή ήταν η 33η συνεδρίαση.

Όχι η πρώτη.

Και σύμφωνα με το σχετικό ρεπορτάζ, ήταν η πρώτη φορά μέχρι τότε που μια συνεδρίαση ουσιαστικά δεν μπόρεσε να προχωρήσει εξαιτίας απουσιών της τελευταίας στιγμής. Στη δίκη έχουν κληθεί συνολικά εκατοντάδες μάρτυρες.

Αυτό αλλάζει εντελώς την εικόνα.

Γιατί το σχόλιο επιχειρεί να παρουσιάσει ένα μεμονωμένο περιστατικό σαν αποκάλυψη μιας γενικευμένης πραγματικότητας.

Τριάντα δύο συνεδριάσεις είχαν προηγηθεί.

Στην 33η δεν εμφανίστηκαν οι συγκεκριμένοι μάρτυρες.

Και ξαφνικά αυτό γίνεται:

«Αδειάζει η φασαρία».

Αν αυτό δεν είναι αυθαίρετη γενίκευση, τότε τι είναι;

Ποια ακριβώς «φασαρία»;

Υπάρχει όμως μια λέξη στο σχόλιο που ίσως λέει περισσότερα από όλες τις υπόλοιπες.

«Φασαρία».

Ποια ακριβώς ήταν η «φασαρία»;

Οι ερωτήσεις των συγγενών;

Οι δημόσιες παρεμβάσεις τους;

Οι διαφωνίες τους με χειρισμούς της υπόθεσης;

Τα αιτήματά τους προς τη Δικαιοσύνη;

Μπορεί κάποιος να διαφωνεί με οποιονδήποτε συγγενή θύματος.

Μπορεί να θεωρεί έναν ισχυρισμό λανθασμένο.

Μπορεί να θεωρεί μια πραγματογνωμοσύνη ανεπαρκή.

Μπορεί να απορρίπτει θεωρίες που κυκλοφόρησαν δημόσια.

Και ασφαλώς οι συγγενείς των θυμάτων δεν αποκτούν λόγω της τραγωδίας κάποιο είδος αλάθητου.

Άλλο όμως η κριτική και άλλο η χλεύη.

Άλλο να λες:

«Αυτός ο ισχυρισμός δεν αποδεικνύεται».

Και άλλο να περιμένεις δύο ανθρώπους να μην εμφανιστούν σε μία δικάσιμο για να γράψεις περίπου:

«Είδατε; Τελικά όλο φασαρία ήταν».

Υπάρχουν 57 λόγοι για λίγη αυτοσυγκράτηση

Στα Τέμπη έχασαν τη ζωή τους 57 άνθρωποι.

Πίσω από κάθε όνομα υπάρχουν γονείς, παιδιά, αδέλφια, σύντροφοι και οικογένειες.

Άνθρωποι που εδώ και χρόνια ζουν όχι μια τηλεοπτική συζήτηση, ούτε ένα πολιτικό debate, αλλά την απώλεια ενός δικού τους ανθρώπου.

Και ναι:

οι συγγενείς μπορούν να κάνουν λάθος.

Μπορούν να έχουν διαφορετικές απόψεις μεταξύ τους.

Μπορούν να υποστηρίξουν κάτι που τελικά δεν θα αποδειχθεί.

Μπορούν να δεχθούν κριτική.

Αυτό ακριβώς σημαίνει δημόσιος διάλογος.

Αλλά υπάρχει τεράστια απόσταση ανάμεσα στην κριτική ενός επιχειρήματος και στην ευχαρίστηση με την οποία κάποιοι φαίνεται να αντιμετωπίζουν κάθε ευκαιρία να απαξιώσουν συλλήβδην τους συγγενείς.

Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο άσχημο κομμάτι αυτής της ιστορίας.

Δεν χρειάζεται να υπερασπιστείς καμία θεωρία για να το καταλάβεις

Δεν χρειάζεται να πιστεύεις σε «ξυλόλια».

Δεν χρειάζεται να συμφωνείς με την Καρυστιανού.

Δεν χρειάζεται να αποδέχεσαι κάθε καταγγελία που ακούστηκε αυτά τα χρόνια.

Δεν χρειάζεται καν να συμφωνείς πολιτικά με κανέναν από όσους πρωταγωνίστησαν στη δημόσια συζήτηση για τα Τέμπη.

Χρειάζεται μόνο να κάνεις κάτι πολύ απλό:

να ξεχωρίζεις την απόδειξη από το υπονοούμενο.

Δύο μάρτυρες δεν προσήλθαν.

Το δικαστήριο ενημερώθηκε ότι υπήρχε αδυναμία μετακίνησης.

Άλλοι συγγενείς βρίσκονταν κανονικά εκεί.

Η διαδικασία διεκόπη και συνεχίζεται στις 29 Σεπτεμβρίου.

Αυτά είναι τα γεγονότα.

Το ότι από αυτά αποδεικνύεται πως «άδειασε η φασαρία» είναι πολιτικό συμπέρασμα του συντάκτη.

Και μάλιστα ένα συμπέρασμα που δεν προκύπτει από τα γεγονότα που επικαλείται.

Η μεγάλη ειρωνεία

Υποτίθεται ότι όσοι απαιτούν να αφήσουμε πίσω τις υπερβολές ζητούν να επιστρέψουμε στα πραγματικά στοιχεία.

Συμφωνούμε.

Ας επιστρέψουμε λοιπόν στα πραγματικά στοιχεία.

Όχι στις κραυγές.

Όχι στις θεωρίες.

Όχι στα κομματικά στρατόπεδα.

Αλλά ούτε και στις εξυπνάδες εις βάρος ανθρώπων που έχασαν τα παιδιά τους.

Γιατί, τελικά, η συγκεκριμένη ανάρτηση δεν αποδεικνύει ότι «άδειασε η φασαρία».

Αποδεικνύει κάτι πολύ απλούστερο:

σε μία από τις 33 συνεδριάσεις, δύο προγραμματισμένοι μάρτυρες δεν κατάφεραν να μετακινηθούν και η διαδικασία διεκόπη.

Τίποτε περισσότερο.

Όλα τα υπόλοιπα είναι η προσπάθεια να μετατραπεί ένα διαδικαστικό περιστατικό σε πολιτικό όπλο.

Και όταν για να κερδηθεί ένας ακόμη γύρος κομματικής αντιπαράθεσης φτάνουμε να ειρωνευόμαστε, άμεσα ή έμμεσα, οικογένειες 57 νεκρών, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην «άδεια αίθουσα».

Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο έχουμε επιλέξει να γεμίσουμε τον δημόσιο διάλογο.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ