Με μια εκτενή και ιδιαίτερα αιχμηρή παρέμβαση, ο ειδικός δικαστικός πραγματογνώμονας σε θέματα πυρκαγιών Βασίλειος Κοκοτσάκης απαντά στις δημόσιες δηλώσεις του δημοσιογράφου Σταμάτη Ζαχαρού για την Εριέττα Μόλχο και επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα πιο δραματικά ερωτήματα της τραγωδίας των Τεμπών: όχι εάν η νεαρή κοπέλα βρισκόταν στο τρένο, αλλά τι ακριβώς συνέβη μετά τη σύγκρουση και γιατί δεν εντοπίστηκαν τα αναμενόμενα σωματικά κατάλοιπά της.
Νέα παρέμβαση για την τραγωδία των Τεμπών πραγματοποιεί ο Βασίλειος Κοκοτσάκης, με αφορμή δημόσια τοποθέτηση του δημοσιογράφου Σταμάτη Ζαχαρού στο ONE, αλλά και τη συζήτηση που ακολούθησε γύρω από την Εριέττα Μόλχο.
Ο κ. Κοκοτσάκης είναι κατηγορηματικός ως προς ένα σημείο:
«Η Εριέττα ταξίδευε με το μοιραίο τρένο».
Και επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από το εάν η νεαρή επιβάτιδα βρισκόταν στην αμαξοστοιχία στο τι συνέβη μετά τη σύγκρουση και την εκδήλωση της φωτιάς.
Η αναφορά που προκάλεσε αντιδράσεις
Αφετηρία της παρέμβασης αποτέλεσε η δημόσια συζήτηση μετά την τοποθέτηση του Σταμάτη Ζαχαρού και το ερώτημα που, σύμφωνα με τον Κοκοτσάκη, τέθηκε για το εάν η Εριέττα Μόλχο ταξίδευε πράγματι με το μοιραίο τρένο.
Ο ίδιος σημειώνει ότι ακολούθησε συγγνώμη και διευκρίνιση περί «λανθασμένης διατύπωσης», την οποία δηλώνει ότι αποδέχεται.
Θεωρεί, ωστόσο, ότι η ουσία της υπόθεσης παραμένει και δεν μπορεί να κλείσει με μια συγγνώμη.
«Το πραγματικό ερώτημα είναι τι συνέβη σε έναν άνθρωπο που βρισκόταν επιβεβαιωμένα μέσα σε εκείνο το τρένο και από τον οποίο δεν βρέθηκαν τα αναμενόμενα σωματικά κατάλοιπα», αναφέρει.
«Η Εριέττα ταξίδευε – Το πραγματικό ερώτημα είναι τι συνέβη μετά»
Ο πραγματογνώμονας υποστηρίζει ότι η παρουσία της Εριέττας στην αμαξοστοιχία προκύπτει από καταθέσεις επιβατών και στοιχεία της δικογραφίας.
Κατά συνέπεια, όπως σημειώνει, το ζήτημα που πρέπει να διερευνηθεί επιστημονικά είναι οι συνθήκες που επικράτησαν στα βαγόνια μετά τη σύγκρουση.
Η τεχνική ομάδα του Βασίλειου Κοκοτσάκη υποστηρίζει ότι η σύγκρουση δεν προκάλεσε ακαριαίο θάνατο σε όλους τους επιβάτες και επικαλείται οπτικοακουστικά και ηχητικά δεδομένα, στα οποία, σύμφωνα με την ανάλυσή της, έχουν καταγραφεί φωνές επιβατών ακόμη και μετά την ενεργοποίηση του 112.
Από εκεί και πέρα, το βάρος της τεχνικής επιχειρηματολογίας μεταφέρεται στη φωτιά που ακολούθησε.
Η τεχνική εκτίμηση για θερμοκρασίες έως 1.100°C
Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο κ. Κοκοτσάκης, στην τεχνική έκθεση της ομάδας του από τον Ιούλιο του 2025 εκτιμήθηκε ότι στη βάση των φλογών αναπτύχθηκαν θερμοκρασίες που μπορούσαν να φθάσουν περίπου τους 1.100 βαθμούς Κελσίου.
Παράλληλα, η ίδια τεχνική ανάλυση εκτιμά ύψος φλόγας περίπου 18 έως 24 μέτρων, ενώ αναφέρει ότι η φωτιά διατηρήθηκε για περισσότερο από 25 λεπτά.
Στην παρέμβασή του γίνεται επίσης λόγος για θερμικούς πίδακες, έντονη ακτινοβολία και πολύ υψηλές θερμικές ροές.
Πρόκειται για εκτιμήσεις της συγκεκριμένης τεχνικής ομάδας και η παρέμβαση ζητά να απαντηθούν με αντίστοιχα τεχνικά και επιστημονικά δεδομένα.
Η αντιπαράθεση για τα καθίσματα
Ιδιαίτερο βάρος δίνει ο Βασίλειος Κοκοτσάκης και στη συζήτηση για τα υλικά των καθισμάτων των βαγονιών.
Αναγνωρίζει ότι τα υλικά αυτά είναι καύσιμα και επομένως μπορούν να συμβάλουν στο συνολικό θερμικό φορτίο μιας πυρκαγιάς.
Υποστηρίζει, όμως, ότι αυτό από μόνο του δεν απαντά στο κρίσιμο ερώτημα:
Μπορούσαν η ποσότητα και η σύνθεση των συγκεκριμένων υλικών να προκαλέσουν το σύνολο των φαινομένων που καταγράφηκαν;
Θέτει συγκεκριμένα ερωτήματα για την πυρόσφαιρα, τους θερμικούς πίδακες, τις επανεκκινήσεις της φωτιάς, τη διάρκειά της και τις ακραίες τοπικές θερμικές καταπονήσεις.
Και ζητά, εάν η απάντηση είναι ότι τα υλικά των καθισμάτων επαρκούσαν για να εξηγήσουν τα φαινόμενα, αυτό να τεκμηριωθεί επιστημονικά με στοιχεία για την καύσιμη μάζα, τη θερμογόνο δύναμη, τον ρυθμό έκλυσης θερμότητας και τη θερμική ροή.
Η εκτίμηση για 900 έως 1.200 κιλά υγρού υδρογονάνθρακα
Εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα σημεία της παρέμβασης.
Η ομάδα Κοκοτσάκη αναφέρει ότι, βάσει των δικών της υπολογισμών και προσομοιώσεων, η συνολική ενέργεια καύσης που θα απαιτούνταν για την πρόκληση τέτοιων τοπικών φαινομένων αντιστοιχεί σε περίπου 900 έως 1.200 κιλά υγρού υδρογονάνθρακα, δηλαδή –όπως αναφέρει– σε περισσότερα από 1.000 λίτρα εύφλεκτου καυσίμου, χρησιμοποιώντας βενζίνη ως υλικό προσομοίωσης.
Παράλληλα, η τεχνική ομάδα υποστηρίζει ότι η απουσία συγκεκριμένων καταλοίπων, μεταξύ των οποίων διοξείδιο του πυριτίου (SiO₂), δεν συνάδει με συμμετοχή ελαίου σιλικόνης στον μηχανισμό που η ίδια εξετάζει.
Οι παραπάνω θέσεις αποτελούν τεχνικά συμπεράσματα και ισχυρισμούς της ομάδας Κοκοτσάκη, οι οποίοι έχουν κατατεθεί, σύμφωνα με τον ίδιο, στο πλαίσιο της δικαστικής διερεύνησης.
Τι εννοεί με τον όρο «εξαΰλωση»
Ο Βασίλειος Κοκοτσάκης επιχειρεί παράλληλα να εξηγήσει τι εννοεί η τεχνική ομάδα όταν χρησιμοποιεί τον όρο «εξαΰλωση» σε σχέση με ανθρώπινο σώμα.
Διευκρινίζει ότι δεν περιγράφει μια κυριολεκτική ή στιγμιαία εξαφάνιση του σώματος.
Αναφέρεται, όπως εξηγεί, σε ακραία θερμική καταπόνηση κατά την οποία μπορούν να ακολουθήσουν διαδοχικά φαινόμενα αφυδάτωσης, θερμικής αποδόμησης, πυρόλυσης, καύσης οργανικών συστατικών, απανθράκωσης και καταστροφής ιστών.
Η ομάδα του συνδέει την περίπτωση που εξετάζει με τοπική υπερθέρμανση άνω των 1.100°C σε συνδυασμό με θερμικό πίδακα εύφλεκτου καυσίμου.
Τονίζει, μάλιστα, ότι κατά το μοντέλο της δεν απαιτείται ολόκληρο το βαγόνι να βρίσκεται στην ίδια θερμοκρασία, αλλά μπορούν να υπάρχουν τοπικές ζώνες πολύ υψηλότερης θερμικής καταπόνησης.
Η αναφορά στο δυστύχημα του Queronque
Στην επιχειρηματολογία της η τεχνική ομάδα επικαλείται και διεθνές ιστορικό παράδειγμα.
Πρόκειται για το σιδηροδρομικό δυστύχημα του Queronque στη Χιλή το 1986.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο κ. Κοκοτσάκης, η ομάδα του χρησιμοποιεί την περίπτωση αυτή ως συγκριτικό παράδειγμα ακραίας θερμικής καταστροφής μετά από σιδηροδρομικό δυστύχημα και πυρκαγιά.
Η βασική θέση που επιχειρεί να υποστηρίξει είναι ότι η μη ανεύρεση αναγνωρίσιμων σωματικών καταλοίπων δεν μπορεί από μόνη της να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα ότι ένας άνθρωπος δεν βρισκόταν στον τόπο του δυστυχήματος.
«Αν η ανάλυσή μας είναι λανθασμένη, πείτε μας πού»
Το κεντρικό αίτημα της παρέμβασης Κοκοτσάκη είναι να υπάρξει επιστημονική απάντηση στις τεχνικές εκθέσεις που, όπως αναφέρει, έχουν κατατεθεί στον Εφέτη Ανακριτή Λάρισας.
Η ομάδα του ζητά συγκεκριμένες απαντήσεις:
Ποια μελέτη αποδεικνύει ότι τα υλικά των καθισμάτων μπορούν να υποστηρίξουν τον συγκεκριμένο μηχανισμό φωτιάς;
Πώς εξηγούνται οι θερμικοί πίδακες;
Πώς εξηγείται η αρχική πυρόσφαιρα;
Πώς ερμηνεύεται η διάρκεια της φωτιάς;
Και, κυρίως, ποιος μηχανισμός μπορεί να εξηγήσει την ακραία θερμική καταστροφή που η ομάδα συνδέει με την περίπτωση της Εριέττας Μόλχο;
«Εάν η δική μας τεχνική ανάλυση ήταν λανθασμένη, πείτε μας πού ακριβώς είναι το λάθος», είναι ουσιαστικά η πρόκληση που απευθύνει προς όσους αμφισβητούν τα συμπεράσματά της.
«Η Εριέττα δεν είναι ένας αριθμός»
Το πιο ανθρώπινο και ταυτόχρονα σκληρό σημείο της παρέμβασης βρίσκεται στο τέλος.
Ο Βασίλειος Κοκοτσάκης επιχειρεί να επαναφέρει πίσω από την τεχνική αντιπαράθεση τον άνθρωπο:
«Η Εριέττα δεν είναι “η αγνοούμενη”. Δεν είναι ένας αριθμός. Δεν είναι μια θέση σε ένα βαγόνι. Δεν είναι επιχείρημα για τηλεοπτικά πάνελ. Ήταν ένας άνθρωπος. Ένα κορίτσι που μπήκε σε ένα τρένο και δεν επέστρεψε ποτέ σπίτι του, ούτε για να κηδευτεί…»
Και αυτή είναι τελικά η κεντρική θέση ολόκληρης της παρέμβασης:
Η συζήτηση, κατά τον ίδιο, δεν μπορεί να περιστρέφεται γύρω από το εάν η Εριέττα Μόλχο ήταν στο τρένο. Η τεχνική και δικαστική έρευνα οφείλει να απαντήσει τι ακριβώς συνέβη μετά τη σύγκρουση και ποιος μηχανισμός μπορεί να εξηγήσει την τύχη της.
Για τον Βασίλειο Κοκοτσάκη, η απάντηση σε μια τεχνική έκθεση δεν μπορεί να δοθεί με τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις ή αφορισμούς, αλλά μόνο με επιστημονικά δεδομένα, υπολογισμούς και ένα διαφορετικό τεχνικό μοντέλο που να εξηγεί πειστικά τα καταγεγραμμένα φαινόμενα.
Και πίσω από όλη αυτή τη διαμάχη παραμένει το ίδιο ερώτημα, που αφορά πρωτίστως μια οικογένεια:
Τι ακριβώς συνέβη στην Εριέττα Μόλχο μετά τη σύγκρουση του μοιραίου τρένου στα Τέμπη;



