Η σύγκριση των σιδηροδρομικών δυστυχημάτων στην Ελλάδα και την Ισπανία χρησιμοποιείται για να ασκηθεί σφοδρή κριτική σε όσους αμφισβήτησαν τους κυβερνητικούς χειρισμούς στα Τέμπη. Όμως τα δυστυχήματα άλλων χωρών δεν αποτελούν απόδειξη για τα αίτια της ελληνικής τραγωδίας, ούτε οι ειρωνείες εις βάρος του Κώστα Λακαφώση υποκαθιστούν την τεχνική και δικαστική διερεύνηση.
Κείμενο που κυκλοφορεί από διάφορα “φερέφωνα” επιχειρεί να ανατρέψει την κριτική για τα Τέμπη, αξιοποιώντας τις αναφορές σε δύο σιδηροδρομικά δυστυχήματα στην Ισπανία μέσα στο 2026.
Ο συντάκτης του υποστηρίζει ότι στην Ελλάδα αντιμετωπίστηκε ως απόδειξη συγκάλυψης η αναφορά σε πιθανό ανθρώπινο λάθος, ενώ αντίστοιχες δηλώσεις στην Ισπανία δεν προκάλεσαν την ίδια αντίδραση.
Παράλληλα, εξαπολύει επίθεση σε όσους κατήγγειλαν κυβερνητικές ευθύνες για τα Τέμπη, στρέφεται εναντίον της Μαρίας Καρυστιανού και καταλήγει σε ειρωνικά σχόλια για τον Κώστα Λακαφώση.
Το κεντρικό πρόβλημα αυτής της επιχειρηματολογίας είναι ότι μετατρέπει τη σύγκριση δύο διαφορετικών υποθέσεων σε έμμεση αθώωση των κυβερνητικών χειρισμών στην Ελλάδα, χωρίς να εξετάζει τα πραγματικά στοιχεία κάθε υπόθεσης.
Τα Τέμπη δεν «αθωώνονται» από τα δυστυχήματα της Ισπανίας
Η βασική αδυναμία της σύγκρισης είναι απλή: το γεγονός ότι δύο τρένα συγκρούστηκαν στην Ισπανία δεν αποδεικνύει τίποτε για την επάρκεια των συστημάτων ασφαλείας που λειτουργούσαν στην Ελλάδα τον Φεβρουάριο του 2023.
Ούτε μπορεί να αναιρέσει τις ευθύνες που ενδεχομένως προκύπτουν από πράξεις και παραλείψεις αρμοδίων προσώπων.
Κάθε δυστύχημα απαιτεί αυτοτελή διερεύνηση.
Τα αίτια μιας σύγκρουσης δεν προσδιορίζονται από την εθνικότητα της κυβέρνησης, την πολιτική ταυτότητα του υπουργού Μεταφορών ή τον αριθμό των θυμάτων άλλων δυστυχημάτων.
Το ερώτημα δεν είναι αν στην Ισπανία υπάρχουν ανθρώπινα λάθη.
Το ερώτημα είναι γιατί στην Ελλάδα ένα ανθρώπινο λάθος μπόρεσε να οδηγήσει δύο αμαξοστοιχίες σε μετωπική σύγκρουση.
Το επίσημο πόρισμα δεν περιορίστηκε στο ανθρώπινο λάθος
Ο ΕΟΔΑΣΑΑΜ, στο πόρισμα που παρουσίασε στις 27 Φεβρουαρίου 2025, περιέγραψε τα λάθη του σταθμάρχη, αλλά κατέγραψε και σοβαρές οργανωτικές και συστημικές αδυναμίες.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν η ελλιπής προληπτική συντήρηση, τα προβλήματα σηματοδότησης και τηλεδιοίκησης, οι ελλείψεις προσωπικού, η ανεπαρκής διαχείριση των επαγγελματικών ικανοτήτων και οι αδυναμίες εποπτείας της σιδηροδρομικής ασφάλειας.
Το πόρισμα κατέγραψε επίσης προβλήματα στη διαχείριση του τόπου της σύγκρουσης, με αποτέλεσμα την απώλεια δυνητικά σημαντικών στοιχείων για τη διερεύνηση. <Cite refs={[“turn890109search2″,”turn890109search0”]}/>
Αυτά δεν αποτελούν θεωρίες συνωμοσίας.
Αποτελούν ευρήματα επίσημης διερεύνησης.
Το ίδιο πόρισμα δεν απέδειξε την ύπαρξη κεντρικού πολιτικού σχεδίου συγκάλυψης. Η διαπίστωση αυτή, όμως, δεν εξαφανίζει τις καταγεγραμμένες δυσλειτουργίες ούτε αποκλείει την εξέταση συγκεκριμένων ευθυνών από τη Δικαιοσύνη.
Η πολιτική ευθύνη, η διοικητική ευθύνη και η ποινική ευθύνη είναι διαφορετικές έννοιες. Δεν μπορούν να συγχωνεύονται ούτε να απορρίπτονται συλλήβδην.
Η επίθεση στον Λακαφώση δεν απαντά στα τεχνικά ερωτήματα
Ο συντάκτης του κειμένου επιλέγει να κλείσει με ειρωνείες για τον Κώστα Λακαφώση, αναφερόμενος σε πειράματα με σιλικόνη και φωτιά.
Η αξιοπιστία οποιασδήποτε τεχνικής εκτίμησης είναι απολύτως θεμιτό να ελέγχεται.
Αυτό προϋποθέτει, όμως, εξέταση της μεθοδολογίας, των δεδομένων, των υπολογισμών και της δυνατότητας αναπαραγωγής των αποτελεσμάτων.
Ένα ειρωνικό σχόλιο για ένα πείραμα δεν αποδεικνύει ότι τα συμπεράσματά του είναι λανθασμένα.
Ούτε η αμφισβήτηση ενός συγκεκριμένου πραγματογνώμονα ακυρώνει αυτομάτως όλες τις υπόλοιπες διαπιστώσεις για το δυστύχημα.
Αν υπάρχουν τεχνικά λάθη, πρέπει να παρουσιάζονται συγκεκριμένα και να εξετάζονται με επιστημονικά κριτήρια.
Η ειρωνεία μπορεί να αποτελεί αποτελεσματικό δημοσιογραφικό ύφος. Δεν αποτελεί, από μόνη της, τεχνική απόδειξη.
Η Μαρία Καρυστιανού και η συλλογική απαξίωση όσων ζητούν απαντήσεις
Ανάλογο πρόβλημα εμφανίζεται στην αναφορά στη Μαρία Καρυστιανού.
Ο συντάκτης υποστηρίζει ότι η ίδια αποδόμησε το αφήγημα που είχε αναπτυχθεί γύρω από την τραγωδία.
Δεν προσδιορίζει, όμως, στο συγκεκριμένο κείμενο ποια ακριβώς δήλωση ή ενέργειά της τεκμηριώνει αυτό το συμπέρασμα.
Ακόμη και εάν μια δημόσια τοποθέτηση αποδειχθεί ανακριβής, αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα ερωτήματα που έχουν τεθεί για τα Τέμπη είναι αβάσιμα.
Ούτε σημαίνει ότι κάθε πολίτης που ζήτησε διερεύνηση των ευθυνών υιοθέτησε όλες τις θεωρίες που κυκλοφόρησαν στη δημόσια συζήτηση.
Η συλλογική ταύτιση της κριτικής με τις πιο ακραίες ή αναπόδεικτες εκδοχές της αποτελεί έναν εύκολο τρόπο αποφυγής των ουσιαστικών ερωτημάτων.
Τα θύματα δεν μπαίνουν σε αριθμητική αντιπαράθεση
Το κείμενο επικαλείται συνολικά 115 νεκρούς και 285 τραυματίες από δύο δυστυχήματα στην Ισπανία μέσα στο 2026.
Οι αριθμοί αυτοί χρειάζονται τεκμηρίωση ανά δυστύχημα και ημερομηνία ενημέρωσης, καθώς οι απολογισμοί τέτοιων τραγωδιών μεταβάλλονται.
Για το δυστύχημα κοντά στο Τολέδο, η ΕΡΤ μετέδιδε στις 28 Οκτωβρίου απολογισμό 68 νεκρών και τουλάχιστον 80 τραυματιών. <Cite ref=”turn890109search7″/>
Ανεξάρτητα, όμως, από τον τελικό αριθμό των θυμάτων, υπάρχει ένα βαθύτερο ζήτημα.
Ο ανθρώπινος πόνος δεν αποτελεί διαγωνισμό μεταξύ χωρών.
Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι στην Ισπανία χάθηκαν περισσότεροι άνθρωποι για να θεωρηθεί λιγότερο σοβαρή η τραγωδία των Τεμπών.
Ούτε η τραγωδία των Τεμπών μειώνει την ανάγκη πλήρους διερεύνησης των ισπανικών δυστυχημάτων.
Η μόνη συνεπής στάση είναι να απαιτείται η ίδια αυστηρότητα στη διερεύνηση της ασφάλειας των μεταφορών σε κάθε χώρα.
Το δικαίωμα στην αμφισβήτηση δεν είναι δικαίωμα στην αυθαίρετη βεβαιότητα
Ο συντάκτης έχει δίκιο σε ένα ουσιαστικό σημείο: καμία υπόθεση δεν πρέπει να θεωρείται αποδεδειγμένη μόνο επειδή συγκεντρώνει μεγάλη δημοσιότητα ή επειδή υποστηρίζεται με ένταση.
Οι ισχυρισμοί για εκρηκτικές ύλες, παράνομα φορτία, οργανωμένη συγκάλυψη ή συγκεκριμένες ποινικές ευθύνες απαιτούν αποδεικτικά στοιχεία.
Το ίδιο, όμως, ισχύει και για τον αντίθετο ισχυρισμό ότι όλες οι καταγγελίες ήταν κατασκευασμένες και όλα τα ερωτήματα έχουν απαντηθεί.
Η απόρριψη μιας αναπόδεικτης θεωρίας δεν αποδεικνύει ότι το σύστημα λειτουργούσε σωστά.
Και η ύπαρξη ανθρώπινου λάθους δεν απαλλάσσει αυτομάτως όσους είχαν την ευθύνη της ασφαλούς λειτουργίας των υποδομών.
Το ερώτημα που παραμένει
Η Ισπανία οφείλει να διερευνήσει πλήρως τα δικά της σιδηροδρομικά δυστυχήματα.
Η Ελλάδα οφείλει να πράξει το ίδιο για τα Τέμπη, με σεβασμό στα πραγματικά στοιχεία, στις διαδικασίες της Δικαιοσύνης και στους ανθρώπους που έχασαν τους δικούς τους.
Η σύγκριση μπορεί να είναι χρήσιμη όταν αφορά την ασφάλεια, την πρόληψη, τη λειτουργία των συστημάτων και την αντιμετώπιση των ανθρώπινων λαθών.
Δεν είναι χρήσιμη όταν μετατρέπεται σε μέσο πολιτικού συμψηφισμού.
Το ότι συγκρούστηκαν τρένα και στην Ισπανία δεν απαντά στο γιατί συγκρούστηκαν στα Τέμπη. Και καμία ειρωνεία για τον Λακαφώση, την Καρυστιανού ή οποιονδήποτε άλλο δεν μπορεί να αντικαταστήσει αυτή την απάντηση.



