Μια ιδιαίτερα σημαντική παρέμβαση στη δημόσια συζήτηση για όσα συνέβησαν στον τόπο της τραγωδίας των Τεμπών κάνει η Τεχνική Ομάδα Κοκοτσάκη, επιχειρώντας να αλλάξει ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο περιγράφεται μέχρι σήμερα μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες πτυχές της υπόθεσης.
Το μήνυμα είναι ευθύ:
«Νυσάφι πια – δεν ήταν “μπάζωμα”».
Και η ουσία της παρέμβασης δεν είναι ότι, κατά την Τεχνική Ομάδα, δεν υπήρξε επέμβαση στον χώρο. Το ακριβώς αντίθετο.
Η θέση που διατυπώνει είναι ότι ο καθιερωμένος πλέον όρος «μπάζωμα» δεν περιγράφει με τεχνική ακρίβεια το εύρος όσων έγιναν, επειδή δεν επρόκειτο απλώς για προσθήκη υλικών πάνω στο έδαφος.
Κατά την Τεχνική Ομάδα, από τον χώρο αφαιρέθηκε σημαντική ποσότητα υλικού και φυσικού εδάφους, γεγονός που δημιουργεί ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα ως προς τη διατήρηση και την αξιοποίηση πιθανών αποδεικτικών στοιχείων.
«Μπάζωμα σημαίνει προσθήκη υλικού»
Η Τεχνική Ομάδα Κοκοτσάκη ξεκινά από μία βασική τεχνική διάκριση.
Όπως εξηγεί, με τον όρο «μπάζωμα» περιγράφεται τεχνικά η προσθήκη υλικού.
Εάν, δηλαδή, στον τόπο του δυστυχήματος είχαν απλώς εναποτεθεί μπάζα πάνω από το υπάρχον έδαφος, θεωρητικά θα μπορούσαν να απομακρυνθούν μεταγενέστερα ώστε να αποκαλυφθεί το αρχικό υπόστρωμα.
Η ομάδα υποστηρίζει ότι στην περίπτωση των Τεμπών η επέμβαση δεν περιορίστηκε σε αυτό.
Το κρίσιμο στοιχείο, σύμφωνα με την παρέμβασή της, είναι ότι αφαιρέθηκε και μεταφέρθηκε υλικό από τον ίδιο τον τόπο του δυστυχήματος.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη διαφορά.
Διότι το φυσικό έδαφος ενός τόπου που αποτελεί αντικείμενο ποινικής διερεύνησης δεν είναι απλώς χώμα.
Μπορεί να περιλαμβάνει χημικά κατάλοιπα, προϊόντα καύσης, βιολογικό υλικό, μικροαντικείμενα, θραύσματα και άλλα ίχνη, των οποίων η ακριβής θέση μπορεί επίσης να έχει αποδεικτική σημασία.
Η αναφορά στα 750 κυβικά μέτρα
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η αναφορά της Τεχνικής Ομάδας στην ποσότητα των υλικών που φέρεται να απομακρύνθηκε.
Η ομάδα κάνει λόγο για περίπου 750 κυβικά μέτρα, επικαλούμενη την τεχνική εργασία της ANUBIS.
Η αναφορά αυτή δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στη δημόσια συζήτηση. Σε τεχνική έκθεση της Ομάδας Κοκοτσάκη υπάρχει ρητή αναφορά σε απομάκρυνση μεγάλου όγκου υλικών, περίπου 750 m³ σύμφωνα με έκθεση ANUBIS, η οποία συνδέεται από τους συντάκτες με ενδεχόμενη εξαφάνιση τεκμηρίων και υπόνοιες αλλοίωσης της σκηνής.
Το στοιχείο έχει ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή μεταφέρει τη συζήτηση από τη λέξη που χρησιμοποιείται πολιτικά και δημοσιογραφικά εδώ και χρόνια στην πραγματική τεχνική πράξη που πρέπει να διερευνηθεί:
Τι ακριβώς αφαιρέθηκε από τον χώρο;
Τα έξι ερωτήματα που θέτει η Τεχνική Ομάδα
Αυτό ακριβώς αποτελεί και τον πυρήνα της νέας παρέμβασης.
Κατά την Ομάδα Κοκοτσάκη, το ουσιαστικό ερώτημα δεν πρέπει να εξαντλείται στο:
«Έγινε μπάζωμα;»
Τα πραγματικά ερωτήματα είναι πολύ πιο συγκεκριμένα:
Τι αφαιρέθηκε; Από ποια ακριβώς σημεία; Σε ποια ποσότητα; Πού μεταφέρθηκε; Τι περιείχε; Ποια αποδεικτική πληροφορία ενδεχομένως χάθηκε από την απομάκρυνσή του από την αρχική του θέση;
Αυτή είναι και η ουσία της παρέμβασης.
Διότι σε μια διερεύνηση τέτοιας κλίμακας δεν έχει σημασία μόνο εάν ένα υλικό βρέθηκε αργότερα.
Σημασία μπορεί να έχει και πού ακριβώς βρισκόταν αρχικά, σε ποια απόσταση από τα συντρίμμια, σε ποιο βάθος, δίπλα σε ποια άλλα ευρήματα και με ποια χωρική σχέση προς το σημείο της σύγκρουσης και της φωτιάς.
Η μετακίνησή του επομένως μπορεί να στερήσει από την έρευνα μέρος αυτής της αρχικής χωρικής πληροφορίας.
Η αναφορά σε βιολογικό υλικό
Η Τεχνική Ομάδα προχωρά ακόμη περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι στα υλικά που είχαν απομακρυνθεί υπήρξε μεταγενέστερη διερεύνηση κατά την οποία εντοπίστηκε και βιολογικό υλικό.
Ακριβώς γι’ αυτό θεωρεί κρίσιμο να εξεταστεί όχι απλώς το γεγονός της μετακίνησης των χωμάτων αλλά συνολικά η αποδεικτική συνέπεια αυτής της διαδικασίας.
Η θέση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον καθώς η διερεύνηση της διαχείρισης του τόπου του δυστυχήματος βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο και της δικαστικής διαδικασίας.
Ο πρώην υφυπουργός Χρήστος Τριαντόπουλος παραπέμπεται στο Ειδικό Δικαστήριο για παράβαση καθήκοντος σχετικά με τους χειρισμούς μετά το σιδηροδρομικό δυστύχημα. Η παραπομπή, βεβαίως, δεν ισοδυναμεί με κρίση περί ενοχής, η οποία ανήκει αποκλειστικά στο δικαστήριο.
Γιατί η Ομάδα Κοκοτσάκη επιμένει στην ορολογία
Εδώ βρίσκεται ίσως και το σημαντικότερο σημείο της παρέμβασης.
Η Ομάδα Κοκοτσάκη δεν επιχειρεί να υποβαθμίσει όσα συνέβησαν λέγοντας ότι «δεν έγινε μπάζωμα».
Υποστηρίζει ουσιαστικά ότι ο όρος είναι ανεπαρκής για να περιγράψει όσα θεωρεί ότι προκύπτουν από τα τεχνικά δεδομένα.
Η λέξη «μπάζωμα» μπορεί να δημιουργήσει στον πολίτη την εικόνα ότι πάνω από τον τόπο του δυστυχήματος έπεσαν απλώς πρόσθετα υλικά.
Η τεχνική θέση που παρουσιάζει η ομάδα είναι διαφορετική: ότι πραγματοποιήθηκε και αφαίρεση υλικού από το αρχικό πεδίο, επομένως η διερεύνηση πρέπει να επικεντρωθεί στην απομάκρυνση, στη μεταφορά και στην τύχη αυτού του υλικού.
Και αυτή η διάκριση μόνο δευτερεύουσα δεν είναι.
Από το πολιτικό σύνθημα στην αποδεικτική ουσία
Για περισσότερο από τρία χρόνια η λέξη «μπάζωμα» έχει γίνει ένας από τους κεντρικούς όρους της πολιτικής και κοινωνικής αντιπαράθεσης γύρω από τα Τέμπη.
Η νέα παρέμβαση της Τεχνικής Ομάδας Κοκοτσάκη επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από τον όρο στην πράξη.
Και τελικά αυτό είναι που θα έχει σημασία και για τη Δικαιοσύνη.
Όχι πώς περιέγραψε η πολιτική αντιπαράθεση όσα συνέβησαν.
Αλλά ποιες εργασίες πραγματοποιήθηκαν, ποιος τις αποφάσισε ή τις ενέκρινε, ποια υλικά αφαιρέθηκαν, πού μεταφέρθηκαν, υπό ποιες συνθήκες και ποιες συνέπειες είχε αυτό για τη συλλογή και διατήρηση των αποδεικτικών στοιχείων.
Η ίδια η Τεχνική Ομάδα το συνοψίζει με μία φράση που ίσως περιγράφει καλύτερα ολόκληρη τη νέα συζήτηση:
Στη δημόσια αντιπαράθεση μπορεί να κυριαρχεί μία λέξη. Στη δικαστική διερεύνηση, όμως, εκείνο που μετρά είναι οι πράξεις, τα υλικά, τα ίχνη και οι αποδεικτικές συνέπειές τους.



