Τέμπη: Για όλα φταίνε οι γονείς, οι διαδηλωτές και ο Τσίπρας – Ο Μητσοτάκης απλώς έτυχε να κυβερνά!

Τέμπη: Ο Μητσοτάκης εξαφανίστηκε από το κάδρο και στο εδώλιο κάθισαν οι γονείς των 57 νεκρών!

Μια απίθανη άσκηση πολιτικής επιλεκτικής μνήμης:  ένα κείμενο κατακεραυνώνει συγγενείς των θυμάτων, διαδηλωτές και πολιτικούς αντιπάλους, αλλά σχεδόν ξεχνά να αναρωτηθεί ποιος κυβερνούσε όταν δύο τρένα συγκρούστηκαν μετωπικά στην ίδια γραμμή.

Υπάρχουν κείμενα που χρειάζονται προσεκτική ανάγνωση για να καταλάβεις τι πραγματικά επιδιώκουν. Και υπάρχουν και εκείνα που αυτοαποκαλύπτονται με τέτοια γενναιοδωρία, ώστε η αποδόμησή τους να γίνεται σχεδόν μόνη της.

Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει ένα εκτενές κείμενο με τον συγκινητικό τίτλο «Η απώλεια και ο σεβασμός», το οποίο επιχειρεί να παραδώσει μαθήματα ανθρωπιάς, δημοκρατίας και θεσμικής ευπρέπειας με αφορμή την τραγωδία των Τεμπών.

Η εισαγωγή του είναι πράγματι συγκινητική. Μιλά για τον αδιανόητο πόνο της απώλειας ενός παιδιού, για τη σιωπή που οφείλει να συνοδεύει το πένθος και για τον θυμό απέναντι σε όσους λοιδορούν τους ανθρώπους που υποφέρουν.

Μόνο που αυτή η ευαισθησία αποδεικνύεται εξαιρετικά βραχύβια.

Λίγες παραγράφους αργότερα, ο ίδιος συντάκτης που διακηρύσσει τον απόλυτο σεβασμό προς τους πενθούντες επιδίδεται σε μια καταιγιστική επίθεση εναντίον συγκεκριμένων συγγενών των θυμάτων των Τεμπών.

Τους αποδίδει πολιτικές σκοπιμότητες, τους κατηγορεί ότι επιδιώκουν χάος, τους χρεώνει καθυστερήσεις στη Δικαιοσύνη και αφήνει να εννοηθεί ότι αξιοποιούν την τραγωδία για κομματικά οφέλη.

Πρόκειται για μια εντυπωσιακή εκδοχή σεβασμού: σεβόμαστε απεριόριστα τον πόνο σου, αρκεί να μην ενοχλείς την κυβέρνηση.

Πρώτα ο σεβασμός, μετά η επίθεση στους συγγενείς

Το κεντρικό τέχνασμα του κειμένου είναι απλό.

Ο συντάκτης χωρίζει εμμέσως τους συγγενείς των θυμάτων σε δύο κατηγορίες.

Από τη μία βρίσκονται εκείνοι που περιγράφει ως σιωπηλούς, συντετριμμένους και υπομονετικούς. Αυτοί απολαμβάνουν τον σεβασμό του.

Από την άλλη βρίσκονται όσοι διαμαρτύρονται δημόσια, αμφισβητούν χειρισμούς, καταθέτουν αιτήματα και διεκδικούν περαιτέρω διερεύνηση. Αυτοί παρουσιάζονται ως παράγοντες πολιτικής αποσταθεροποίησης.

Εξαιρετικά βολική ταξινόμηση.

Ο καλός συγγενής, σύμφωνα με αυτή τη λογική, περιμένει. Ο ενοχλητικός συγγενής ρωτάει.

Ο πρώτος τιμά τους θεσμούς. Ο δεύτερος τους υπονομεύει.

Και κάπως έτσι, ο σεβασμός παύει να είναι ανθρώπινη υποχρέωση και μετατρέπεται σε ανταμοιβή για την πολιτικά αποδεκτή συμπεριφορά.

Ασφαλώς κανένας συγγενής θύματος δεν βρίσκεται υπεράνω κριτικής. Οι δημόσιοι ισχυρισμοί οποιουδήποτε μπορούν και πρέπει να ελέγχονται.

Αυτό όμως διαφέρει ριζικά από τη συλλογική απόδοση ιδιοτελών κινήτρων σε ανθρώπους επειδή ακολουθούν διαφορετική νομική ή δημόσια στρατηγική.

Ο πόνος δεν προσφέρει ασυλία από τον έλεγχο. Ούτε όμως η διαμαρτυρία αποτελεί τεκμήριο κακής πίστης.

Ο μεγάλος απών: Ποιος κυβερνούσε στις 28 Φεβρουαρίου 2023;

Εδώ αρχίζει το πραγματικά αξιοθαύμαστο μέρος του κειμένου.

Ο συντάκτης βρίσκει άφθονο χώρο για τον Αλέξη Τσίπρα, τον Πάνο Καμμένο, τον Νίκο Παππά, τη Μαρία Καρυστιανού, πολιτικά κόμματα, δικηγόρους, διαδηλωτές και απεργούς πείνας.

Αλλά ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του απουσιάζουν σχεδόν ολοκληρωτικά από την ουσιαστική συζήτηση για την πολιτική ευθύνη.

Πραγματικό κατόρθωμα.

Να γράφεις ένα τόσο εκτενές κείμενο για τα Τέμπη και να μην αφιερώνεις αντίστοιχη προσοχή στην κυβέρνηση που είχε την ευθύνη της χώρας όταν συνέβη η τραγωδία.

Δεν χρειάζεται κανείς να υποστηρίξει ότι όλες οι παθογένειες του σιδηροδρόμου δημιουργήθηκαν μετά το 2019. Προφανώς και υπήρχαν διαχρονικές ευθύνες.

Όμως η επίκληση των διαχρονικών ευθυνών δεν εξαφανίζει την ευθύνη της κυβέρνησης που βρισκόταν στην εξουσία τη στιγμή του δυστυχήματος.

Το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος δημιούργησε ένα προβληματικό σύστημα.

Είναι επίσης ποιος το παρέλαβε, τι γνώριζε για τις ελλείψεις του, ποιες παρεμβάσεις προώθησε και γιατί οι επιβάτες εξακολουθούσαν να ταξιδεύουν χωρίς επαρκείς δικλίδες ασφαλείας.

Οι προηγούμενες κυβερνήσεις μπορούν να έχουν ευθύνες. Αλλά η τετραετία 2019–2023 δεν αποτελεί ιστορική παρένθεση που διαγράφεται όταν η συζήτηση γίνεται δυσάρεστη.

Για το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ, ούτε λέξη;

Η συστηματική διερεύνηση της τραγωδίας ανέδειξε πολύ περισσότερα από ένα μεμονωμένο ανθρώπινο λάθος.

Το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ κατέγραψε σοβαρές αδυναμίες στη διαχείριση της ασφάλειας, στην εποπτεία, στη στελέχωση, στη λειτουργία και στη συντήρηση του σιδηροδρομικού συστήματος.

Ανέδειξε επίσης προβλήματα στον συντονισμό των υπηρεσιών μετά τη σύγκρουση και στην αρχική διαχείριση του τόπου του δυστυχήματος.

Αυτά δεν αποτελούν συνθήματα κάποιας συγκέντρωσης.

Είναι ζητήματα που προέκυψαν από θεσμική διερεύνηση.

Και εδώ προκύπτει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση.

Όταν ένας άνθρωπος επικαλείται διαρκώς τον σεβασμό στους θεσμούς, θα περίμενε κανείς να αντιμετωπίζει με ανάλογη σοβαρότητα και τα ευρήματα ενός επίσημου οργανισμού διερεύνησης.

Αντί γι’ αυτό, το κείμενο αφιερώνει πολύ μεγαλύτερη ενέργεια στο να καταγγείλει τις αντιδράσεις των συγγενών.

Λες και το βασικό πρόβλημα της ελληνικής σιδηροδρομικής ασφάλειας ήταν ότι κάποιοι γονείς δεν διαμαρτυρήθηκαν αρκετά ευγενικά.

Και ο Τριαντόπουλος; Μάλλον δεν χώρεσε στο κείμενο

Υπάρχει, όμως, μια εξέλιξη που καθιστά την επιλεκτική αυτή προσέγγιση ακόμη πιο προβληματική.

Στις 29 Σεπτεμβρίου 2026 αποφασίστηκε η παραπομπή του πρώην υφυπουργού Χρήστου Τριαντόπουλου και τεσσάρων ακόμη προσώπων στο Ειδικό Δικαστήριο για την υπόθεση της αλλοίωσης του χώρου του δυστυχήματος, με κατηγορία παράβασης καθήκοντος.

Η παραπομπή δεν ισοδυναμεί με καταδίκη. Το τεκμήριο αθωότητας ισχύει πλήρως για όλους.

Αποτελεί όμως συγκεκριμένη δικαστική εξέλιξη, η οποία δεν επιτρέπει να αντιμετωπίζεται συλλήβδην κάθε προβληματισμός για τη διαχείριση του χώρου ως προϊόν πολιτικής φαντασίας.

Αλήθεια, αυτή η εξέλιξη δεν αξίζει ούτε μια ουσιαστική αναφορά σε ένα κείμενο που υποτίθεται ότι υπερασπίζεται τη Δικαιοσύνη;

Ή μήπως ο σεβασμός στους θεσμούς ενεργοποιείται μόνο όταν οι δικαστικές διαδικασίες στρέφονται εναντίον όσων διαφωνούν με την κυβερνητική αφήγηση;

Δεν γίνεται να επικαλείσαι τη Δικαιοσύνη ως απόλυτη αυθεντία και ταυτόχρονα να παρακάμπτεις τις δικαστικές εξελίξεις που δυσκολεύουν το πολιτικό σου επιχείρημα.

Από το Μάτι στη Marfin: Η τέχνη του συμψηφισμού

Το κείμενο επιχειρεί επίσης να συνδέσει τα Τέμπη με τη Marfin, τη Μάνδρα και το Μάτι.

Όλες αυτές οι τραγωδίες αξίζουν σεβασμό, διερεύνηση και απόδοση ευθυνών.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία.

Αλλά η αναφορά σε προηγούμενες τραγωδίες δεν απαντά στο τι συνέβη στα Τέμπη.

Δεν απαντά γιατί συγκρούστηκαν δύο τρένα.

Δεν απαντά γιατί υπήρχαν σοβαρές ελλείψεις ασφαλείας.

Δεν απαντά ποιοι είχαν την ευθύνη να διορθώσουν τις γνωστές δυσλειτουργίες.

Ούτε απαντά αν έγιναν λάθη στη διαχείριση του τόπου της σύγκρουσης.

Είναι η παλιά, δοκιμασμένη συνταγή της πολιτικής αντιπαράθεσης: όταν η συζήτηση γίνεται δύσκολη για τη σημερινή κυβέρνηση, μεταφέρεται σε όσα συνέβησαν επί των προηγούμενων.

Μόνο που οι ευθύνες δεν λειτουργούν σαν λογιστικό συμψηφιστικό υπόλοιπο.

Δεν αφαιρούνται οι νεκροί μιας τραγωδίας από τους νεκρούς μιας άλλης.

Και η πολιτική ευθύνη του 2023 δεν μειώνεται επειδή υπήρξε πολιτική ευθύνη το 2018.

Παρεμπιπτόντως, το κείμενο αναφέρει 120 νεκρούς στο Μάτι, ενώ ο επίσημος απολογισμός είναι 104. Ακόμη και οι αριθμοί των θυμάτων απαιτούν ακρίβεια, ιδιαίτερα όταν κάποιος διεκδικεί το ηθικό πλεονέκτημα της σοβαρότητας.

Όποιος αμφισβητεί χειρισμούς, αμφισβητεί τη Δημοκρατία;

Ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της επιχειρηματολογίας είναι η ταύτιση της έντονης κριτικής προς δικαστικούς ή κρατικούς χειρισμούς με την απαξίωση των δημοκρατικών θεσμών.

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι θεμελιώδες.

Ο σεβασμός στη Δικαιοσύνη δεν σημαίνει ότι κάθε δικαστική ενέργεια βρίσκεται πέρα από δημόσια κριτική.

Οι πολίτες μπορούν να διαφωνούν με αποφάσεις, να ασκούν τα νόμιμα ένδικα μέσα, να ζητούν περαιτέρω διερεύνηση και να επισημαίνουν ενδεχόμενες παραλείψεις.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι καταγγελίες τους είναι αυτομάτως βάσιμες.

Σημαίνει όμως ότι η ύπαρξη τέτοιων αιτημάτων δεν αποτελεί από μόνη της επίθεση στο πολίτευμα.

Αντίθετα, το κράτος δικαίου προβλέπει διαδικασίες ελέγχου ακριβώς επειδή κανένας θεσμός και κανένας λειτουργός του δεν είναι αλάνθαστος.

Η κριτική πρέπει να είναι τεκμηριωμένη και να σέβεται το τεκμήριο αθωότητας.

Αλλά και η υπεράσπιση των θεσμών πρέπει να αντέχει στον έλεγχο.

Η Δημοκρατία δεν είναι ένα μουσείο στο οποίο οι πολίτες μπαίνουν αθόρυβα, θαυμάζουν τους θεσμούς και αποχωρούν χωρίς ερωτήσεις.

Τα ατεκμηρίωτα κίνητρα και η εύκολη συκοφάντηση

Ο συντάκτης προχωρά ακόμη περισσότερο.

Υποστηρίζει ότι συγκεκριμένοι συγγενείς επιδιώκουν να καθυστερήσουν τη δίκη μέχρι τις εκλογές, να ενισχύσουν πολιτικά κόμματα και να προκαλέσουν κοινωνική αναταραχή.

Αυτές είναι σοβαρές κατηγορίες για τις προθέσεις ανθρώπων.

Πού βρίσκεται η τεκμηρίωσή τους;

Η διαφωνία με ένα δικονομικό αίτημα δεν αποδεικνύει ότι ο αιτών επιδιώκει εκλογικό όφελος.

Η συμμετοχή σε μια διαδήλωση δεν αποδεικνύει σχέδιο αποσταθεροποίησης.

Η αμφισβήτηση ενός πορίσματος δεν αποδεικνύει συνωμοσία.

Αν υπάρχουν συγκεκριμένες παράνομες ενέργειες, πρέπει να εξεταστούν με στοιχεία και από τις αρμόδιες αρχές.

Αλλά η γενικευμένη απόδοση σκοτεινών κινήτρων σε συγγενείς θυμάτων δεν γίνεται τεκμηριωμένη επειδή διατυπώνεται με βαρύγδουπες εκφράσεις.

Ούτε η αναφορά σε δήθεν παράξενα οστά, ιατρικές πιστοποιήσεις και πολιτικές διασυνδέσεις μπορεί να υποκαταστήσει την αναγκαία απόδειξη για κάθε επιμέρους ισχυρισμό.

Το κείμενο απαιτεί από τους άλλους επιστημονική και δικαστική τεκμηρίωση, αλλά όταν πρόκειται για τις δικές του καταγγελίες αρκείται σε υπαινιγμούς.

Εξαιρετικά αυστηρό κριτήριο. Για τους άλλους.

Η πυρόσφαιρα, τα φορτία και όσα δεν επιτρέπεται να προεξοφλούμε

Ένα ακόμη σημείο απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.

Ο συντάκτης αντιμετωπίζει την υπόθεση μεταφοράς παράνομων εύφλεκτων υλικών ως οριστικά καταρριφθείσα και συνολικά απαξιωμένη.

Όμως εδώ πρέπει να διαχωριστούν τρία διαφορετικά ζητήματα: η αιτία της σύγκρουσης, η αιτία και η έκταση της φωτιάς που ακολούθησε και η πιθανότητα ύπαρξης μη δηλωμένου φορτίου.

Δεν είναι ταυτόσημα.

Η αμφισβήτηση μιας συγκεκριμένης τεχνικής θεωρίας δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι κάθε ερώτημα για την πυρόσφαιρα έχει απαντηθεί.

Αντίστοιχα, η ύπαρξη αναπάντητων ερωτημάτων δεν αποδεικνύει από μόνη της λαθρεμπόριο ή οργανωμένη συγκάλυψη.

Η ορθή στάση είναι να εξετάζονται τα διαθέσιμα στοιχεία, τα πορίσματα και οι δικαστικές διαπιστώσεις, χωρίς πρόωρες βεβαιότητες προς καμία κατεύθυνση.

Η επιστημονική αβεβαιότητα δεν λύνεται με κομματικές διακηρύξεις.

Και η ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης δεν μπορεί να βαφτίζεται αυτομάτως πολιτική δολιοφθορά.

Η πιο βολική εκδοχή του σεβασμού

Τελικά, το κείμενο καταλήγει σε έναν μεγαλοπρεπή ύμνο στο Σύνταγμα, στους νόμους, στην πατρίδα και στους θεσμούς.

Ωραίες λέξεις. Βαριές λέξεις. Απαραίτητες λέξεις.

Αρκεί να μη χρησιμοποιούνται ως ασπίδα απέναντι σε ενοχλητικές ερωτήσεις.

Γιατί ο σεβασμός στους θεσμούς δεν εξαντλείται στην απαίτηση να τους εμπιστεύονται οι πολίτες.

Περιλαμβάνει και την υποχρέωση των θεσμών να λειτουργούν αποτελεσματικά, να προστατεύουν την ανθρώπινη ζωή και να λογοδοτούν όταν αποτυγχάνουν.

Το κράτος δεν ζητά απλώς εμπιστοσύνη. Οφείλει να την κερδίζει.

Και η κυβέρνηση δεν βρίσκεται έξω από το κράτος, σαν ουδέτερος παρατηρητής που σχολιάζει τις συμπεριφορές των πολιτών.

Ασκεί εξουσία. Λαμβάνει αποφάσεις. Έχει πολιτικές ευθύνες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πρωθυπουργός είναι αυτομάτως ποινικά υπεύθυνος για κάθε πράξη ή παράλειψη της διοίκησης. Η ποινική ευθύνη είναι προσωπική και κρίνεται από τη Δικαιοσύνη.

Σημαίνει όμως ότι η πολιτική λογοδοσία της κυβέρνησης δεν μπορεί να εξαφανίζεται πίσω από την επίκληση των προηγούμενων κυβερνήσεων ή την καταγγελία των συγγενών.

Το πραγματικό ερώτημα που δεν θέλει να απαντήσει το κείμενο

Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο αυτής της μακροσκελούς παρέμβασης δεν είναι όσα γράφει.

Είναι όσα αποφεύγει.

Δεν εξετάζει με αντίστοιχη αυστηρότητα τις ευθύνες της κυβέρνησης για τη λειτουργία του σιδηροδρόμου.

Δεν αντιμετωπίζει ουσιαστικά τα θεσμικά ευρήματα για τις ελλείψεις ασφαλείας.

Δεν εντάσσει στην επιχειρηματολογία του τη δικαστική εξέλιξη για την αλλοίωση του χώρου.

Δεν θέτει στον πρωθυπουργό και στους αρμόδιους υπουργούς τις ίδιες απαιτητικές ερωτήσεις που θέτει στους συγγενείς των θυμάτων.

Αντίθετα, επιλέγει να εξετάσει εξονυχιστικά τις δημόσιες συμπεριφορές όσων διαμαρτύρονται.

Και εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της αντίφασης.

Όταν 57 άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους σε μια μετωπική σύγκρουση τρένων, το πρώτο καθήκον της πολιτείας είναι να εξηγήσει γιατί δεν προστατεύτηκαν. Όχι να αξιολογήσει αν οι οικογένειές τους πενθούν με τον πολιτικά ενδεδειγμένο τρόπο.

Κανείς δεν βρίσκεται πάνω από τον νόμο.

Ούτε οι συγγενείς των θυμάτων.

Ούτε οι δικαστικοί λειτουργοί.

Ούτε οι υπουργοί.

Ούτε ο πρωθυπουργός.

Αυτή είναι η πραγματική ισότητα απέναντι στους θεσμούς.

Όχι η επιλεκτική αυστηρότητα απέναντι στους αδύναμους και η διακριτική σιωπή απέναντι στους ισχυρούς.

Και κάτι τελευταίο.

Ο σεβασμός προς τους νεκρούς δεν αποδεικνύεται με μεγαλοπρεπείς αναφορές στην πατρίδα ούτε με χαρακτηρισμούς για τους ζωντανούς που διεκδικούν απαντήσεις.

Αποδεικνύεται με την αλήθεια, τη δικαιοσύνη, την ανάληψη ευθυνών και την αποτροπή μιας νέας τραγωδίας.

Γιατί το πραγματικό πρόβλημα στα Τέμπη δεν ήταν ότι κάποιοι γονείς φώναξαν υπερβολικά δυνατά. Ήταν ότι δύο τρένα βρέθηκαν στην ίδια γραμμή και 57 άνθρωποι δεν γύρισαν ποτέ σπίτι τους.

Και όσο κι αν προσπαθήσει κανείς να αλλάξει θέμα, αυτή η πραγματικότητα δεν διαγράφεται.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ