Ένα νέο αφήγημα επιχειρεί να χωρέσει ολόκληρη την υπόθεση των Τεμπών σε μία λέξη: «ξυλόλιο». Και στη συνέχεια, αφού χαρακτηρίσει «απάτη» το σενάριο του παράνομου φορτίου, επιχειρεί να οδηγήσει τον αναγνώστη στο συμπέρασμα ότι περίπου όλα τα υπόλοιπα ήταν εξαρχής γνωστά, ξεκάθαρα και χωρίς «κανένα σκοτεινό σημείο». Μόνο που η ίδια η Δικαιοσύνη, με τις τελευταίες εξελίξεις, δείχνει ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα.
Υπάρχει μια φράση στο κείμενο που αξίζει να κρατήσουμε:
«Το μοναδικό ίσως δυστύχημα της ιστορίας μας για το οποίο, αντικειμενικά, δεν υπήρχε εξ αρχής κανένα σκοτεινό σημείο, είναι το δυστύχημα των Τεμπών».
Είναι μια εντυπωσιακά απόλυτη διατύπωση.
Και σήμερα είναι εξαιρετικά δύσκολο να υποστηριχθεί.
Για έναν πολύ απλό λόγο:
Αν δεν υπήρχε «κανένα σκοτεινό σημείο», γιατί η ίδια η Δικαιοσύνη παραπέμπει στο Ειδικό Δικαστήριο πρώην υφυπουργό και άλλα τέσσερα πρόσωπα για όσα έγιναν στον τόπο της τραγωδίας;
Το βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου παραπέμπει τον Χρήστο Τριαντόπουλο για παράβαση καθήκοντος μαζί με άλλα τέσσερα πρόσωπα. Σύμφωνα με το δημοσιοποιημένο σκεπτικό, εξετάζονται οι ενέργειες που συνδέονται με την απομάκρυνση χωμάτων και υλικών και γενικότερα την αλλοίωση του πεδίου.
Και εδώ αρχίζει να καταρρέει η λογική του άρθρου.
Άλλο η αιτία της σύγκρουσης και άλλο όσα συνέβησαν μετά
Το πρώτο τέχνασμα είναι η συγχώνευση δύο εντελώς διαφορετικών ερωτημάτων.
Το ένα είναι:
Γιατί συγκρούστηκαν τα δύο τρένα;
Το άλλο:
Τι ακριβώς συνέβη κατά και μετά τη σύγκρουση και πώς διαφυλάχθηκε ο τόπος για τη δικαστική διερεύνηση;
Δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Η παραβίαση των κανόνων κυκλοφορίας και η είσοδος δύο αμαξοστοιχιών στην ίδια γραμμή προς αντίθετες κατευθύνσεις αποτελούν κεντρικό μέρος της διερεύνησης της σύγκρουσης.
Αλλά το ότι γνωρίζουμε πώς βρέθηκαν τα δύο τρένα στην ίδια γραμμή δεν απαντά αυτομάτως σε κάθε άλλο ερώτημα της υπόθεσης.
Και κυρίως δεν απαντά στο τι συνέβη στον τόπο του δυστυχήματος τις επόμενες ημέρες.
Ακριβώς αυτό αποτελεί σήμερα αντικείμενο ξεχωριστής ποινικής διαδικασίας.
Η μεγάλη λογική ακροβασία: «Δεν αποδείχθηκε ξυλόλιο, άρα δεν υπήρχε τίποτα να διερευνηθεί»
Εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αδυναμία της επιχειρηματολογίας.
Ας δεχθούμε, για χάρη της συζήτησης, την ισχυρότερη δυνατή εκδοχή της:
Ότι δεν υπήρχε ούτε ένα λίτρο παράνομου ξυλολίου στο εμπορικό τρένο.
Τι αποδεικνύει αυτό για την αλλοίωση του χώρου;
Τίποτα.
Το ένα ζήτημα αφορά ενδεχόμενο φορτίο.
Το άλλο αφορά το κατά πόσο ένας τόπος πολύνεκρου σιδηροδρομικού δυστυχήματος διατηρήθηκε όπως απαιτούν οι ανάγκες μιας ποινικής έρευνας.
Ακόμη και εάν αύριο αποδεικνυόταν πέραν κάθε αμφιβολίας ότι η πυρόσφαιρα δημιουργήθηκε αποκλειστικά από υλικά των ίδιων των αμαξοστοιχιών, δεν θα εξαφανιζόταν αναδρομικά η υποχρέωση ο τόπος να διαφυλαχθεί και κάθε κρίσιμο στοιχείο να συλλεχθεί.
Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο που αποφεύγει η συγκεκριμένη επιχειρηματολογία.
Και κάτι ακόμη: ούτε η επιστημονική συζήτηση ήταν τόσο απλή
Το κείμενο παρουσιάζει περίπου ως δεδομένο ότι υπήρξε μια κατασκευασμένη «απάτη των ξυλολίων».
Όμως η πραγματική διαδρομή ήταν πολύ πιο περίπλοκη.
Το αρχικό πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ είχε αναφέρει ότι η πυρόσφαιρα δεν μπορούσε, σύμφωνα με εκείνη την ανάλυση, να εξηγηθεί από τα έλαια σιλικόνης και είχε εξετάσει την παρουσία άγνωστου πτητικού εύφλεκτου υλικού.
Αργότερα προέκυψε σοβαρή επιστημονική και θεσμική αμφισβήτηση για αυτό το συγκεκριμένο σκέλος, ιδιαίτερα ως προς την επίκληση της συμβολής των Πανεπιστημίων της Γάνδης και της Πίζας, με αποτέλεσμα να προκληθεί ακόμη και εισαγγελική έρευνα για το πώς ενσωματώθηκε το επίμαχο συμπέρασμα.
Στη συνέχεια, η πραγματογνωμοσύνη του καθηγητή Δημήτρη Καρώνη του ΕΜΠ κατέληξε σε διαφορετική επιστημονική εξήγηση για την πυρόσφαιρα, συνδέοντάς την με τα έλαια σιλικόνης υπό συγκεκριμένες συνθήκες.
Τι δείχνει λοιπόν αυτή η διαδρομή;
Όχι ότι «αποδείχθηκαν τα ξυλόλια».
Αλλά ούτε ότι όποιος ζήτησε να διερευνηθεί η πυρόσφαιρα συμμετείχε αυτομάτως σε κάποια «απάτη».
Δείχνει ότι υπήρξε πραγματική επιστημονική διαφωνία και ότι ένα μέρος της αρχικής τεκμηρίωσης αμφισβητήθηκε σοβαρά.
Αυτό είναι πολύ διαφορετικό.
Το πιο προβληματικό σημείο: η επίθεση στους συγγενείς
Από εκεί και πέρα το κείμενο εγκαταλείπει σε μεγάλο βαθμό την επιχειρηματολογία και περνά στους χαρακτηρισμούς:
«έμποροι των νεκρών», «ηθική παραφροσύνη», «πλύση εγκεφάλου», «δημαγωγοί».
Αλλά οι χαρακτηρισμοί δεν αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία.
Και υπάρχει μια πολύ ουσιαστική διάκριση που πρέπει να γίνεται:
Άλλο να εξετάζεται κριτικά ένας συγκεκριμένος ισχυρισμός συγγενή, πραγματογνώμονα, πολιτικού ή δημοσιογράφου.
Και άλλο να μετατρέπεται η αμφισβήτηση ενός ισχυρισμού σε συνολική απαξίωση ανθρώπων που ζητούν δικαστικές και επιστημονικές απαντήσεις.
Το αν κάποιος έχει δίκιο δεν κρίνεται από το αν είναι συγγενής θύματος.
Αλλά ούτε χάνει το δικαίωμα να ζητά διερεύνηση επειδή είναι συγγενής θύματος.
Και φτάνουμε στις εκταφές
Το άρθρο υποστηρίζει ότι η Δικαιοσύνη «υπέκυψε» και ότι όταν επιτράπηκαν εκταφές κάποιοι «το έβαλαν στα πόδια».
Αλλά ακόμη και εδώ χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο από έναν χαρακτηρισμό.
Χρειάζεται να γνωρίζουμε:
Ποιος συγκεκριμένα ζήτησε τι;
Για ποιο θύμα;
Για ποιον ακριβώς εργαστηριακό έλεγχο;
Τι τελικά εγκρίθηκε;
Και ποιος συγκεκριμένα αρνήθηκε να προχωρήσει αφού εγκρίθηκε το αίτημά του;
Χωρίς αυτά, η φράση λειτουργεί ρητορικά.
Όχι αποδεικτικά.
Η αίθουσα της δίκης δεν αποδεικνύει «εμπόριο νεκρών»
Αντίστοιχη είναι και η αναφορά στην αίθουσα της δίκης.
Πράγματι έγιναν εργασίες ώστε να αυξηθεί σημαντικά η χωρητικότητα της δικαστικής αίθουσας στη Λάρισα. Υπήρξαν μάλιστα και μετά τις παρεμβάσεις αντιδράσεις συγγενών που τη θεωρούσαν ανεπαρκή.
Το αν σε κάποια συνεδρίαση υπάρχουν άδειες θέσεις δεν αποδεικνύει ότι το αρχικό αίτημα για μεγαλύτερη χωρητικότητα ήταν απάτη.
Μια δικαστική αίθουσα για μια τόσο μεγάλη υπόθεση σχεδιάζεται ώστε να μπορεί να εξυπηρετήσει διαδίκους, δικηγόρους, συγγενείς, δημοσιογράφους και κοινό στις ημέρες μέγιστης προσέλευσης.
Δεν κατασκευάζεται με βάση πόσοι θα εμφανιστούν κάθε ημέρα.
Και τώρα το βούλευμα δημιουργεί ένα πρόβλημα στο αφήγημα
Το σημαντικότερο όμως βρίσκεται στο τέλος.
Ο συντάκτης γράφει ότι ελπίζει η παραπομπή Τριαντόπουλου να μη στηρίζεται «ούτε άμεσα ούτε έμμεσα στη μεγάλη απάτη των ξυλολίων».
Μόνο που τα στοιχεία που έχουν γίνει μέχρι στιγμής γνωστά για το βούλευμα δείχνουν κάτι διαφορετικό.
Η παραπομπή αφορά παράβαση καθήκοντος και τις παρεμβάσεις στον τόπο του δυστυχήματος.
Σύμφωνα με το δημοσιοποιημένο σκεπτικό, οι ανώτατοι δικαστές αναφέρονται σε αυθαίρετη απομάκρυνση χωμάτων και υλικών και στην υποχρέωση συγκεκριμένων προσώπων να αποτρέψουν αυτές τις ενέργειες.
Αυτό δεν αποτελεί καταδίκη.
Ο Τριαντόπουλος και οι υπόλοιποι παραπεμπόμενοι εξακολουθούν φυσικά να καλύπτονται από το τεκμήριο αθωότητας και η ενοχή ή η αθωότητά τους θα κριθεί από το δικαστήριο.
Αλλά υπάρχει μια τεράστια διαφορά:
Η Δικαιοσύνη δεν λέει ότι «δεν υπάρχει τίποτα εδώ».
Λέει ότι υπάρχουν επαρκείς λόγοι ώστε συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις να κριθούν στο ακροατήριο.
Το ξυλόλιο δεν είναι η υπόθεση των Τεμπών
Και εδώ βρίσκεται τελικά όλη η ουσία.
Μπορεί το σενάριο συγκεκριμένης ποσότητας ξυλολίου ή άλλου παράνομου φορτίου να μην αποδειχθεί ποτέ.
Μπορεί επιστημονικές θεωρίες που κυκλοφόρησαν δημόσια να αποδειχθούν λανθασμένες.
Και όποιος παρουσίασε μια υπόθεση ως βεβαιότητα χωρίς επαρκή στοιχεία πρέπει να κριθεί γι’ αυτό.
Αλλά από αυτό μέχρι να ισχυριστούμε ότι:
«δεν υπήρχε εξ αρχής κανένα σκοτεινό σημείο»
υπάρχει τεράστια απόσταση.
Γιατί σήμερα υπάρχει ένα αμετάκλητο παραπεμπτικό βούλευμα για όσα συνέβησαν στον ίδιο τον τόπο της τραγωδίας.
Και αυτό δεν το δημιούργησαν ούτε τα κοινωνικά δίκτυα ούτε οι διαδηλώσεις ούτε κάποιο κόμμα.
Το εξέδωσε η Δικαιοσύνη.
Το πραγματικό λάθος είναι λοιπόν να προσπαθεί κάποιος να χωρέσει ολόκληρη την τραγωδία των Τεμπών σε ένα δίλημμα: «ή υπήρχε ξυλόλιο ή δεν υπάρχει τίποτα».
Η Δικαιοσύνη οφείλει να εξετάσει ξεχωριστά κάθε πράξη, κάθε παράλειψη και κάθε στοιχείο.
Και η κοινωνία δικαιούται να περιμένει τις αποφάσεις της χωρίς θεωρίες συνωμοσίας.
Αλλά και χωρίς θεωρίες… αθώωσης των πάντων πριν ακόμη μιλήσουν τα δικαστήρια.



