Η παραπομπή του Χρήστου Τριαντόπουλου επαναφέρει στο προσκήνιο μια σειρά από δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών για την υπόθεση των Τεμπών που είχαν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις όταν έγιναν. Από τη «συνωμοσία γύρω από το Μέγαρο Μαξίμου» του Άδωνι Γεωργιάδη και την τοποθέτηση του Μάκη Βορίδη ότι «ενδείξεις ενοχής δεν υπάρχουν», μέχρι την περίφημη φράση του Γιώργου Φλωρίδη για όσους μιλούσαν για «μπάζωμα». Τι είχε πραγματικά ειπωθεί και τι έχει αλλάξει από τότε.
Η δικαστική εξέλιξη στην υπόθεση του Χρήστου Τριαντόπουλου δεν ανοίγει μόνο ένα νέο κεφάλαιο στη διερεύνηση όσων συνέβησαν μετά το δυστύχημα των Τεμπών.
Φέρνει ξανά στην επιφάνεια όσα είχαν ειπωθεί δημόσια από κορυφαία κυβερνητικά στελέχη σε διαφορετικές χρονικές στιγμές της υπόθεσης.
Και οι δηλώσεις αυτές αποκτούν εκ νέου πολιτική σημασία, καθώς είχαν διατυπωθεί όταν κυβέρνηση και αντιπολίτευση συγκρούονταν για το εάν υπήρχαν ή όχι επαρκή στοιχεία ώστε να διερευνηθούν συγκεκριμένες ευθύνες.
Ποιος είχε ζητήσει την Προανακριτική για τον Τριαντόπουλο
Ένα πρώτο σημείο που χρειάζεται αποσαφήνιση αφορά το πώς φτάσαμε στην Προανακριτική Επιτροπή.
Η πρόταση για σύσταση Προανακριτικής σχετικά με τον Χρήστο Τριαντόπουλο δεν κατατέθηκε από τη Νέα Δημοκρατία.
Κατατέθηκε από το ΠΑΣΟΚ και ακολούθως υπερψηφίστηκε από την κυβερνητική πλειοψηφία.
Η διάκριση έχει σημασία, ιδιαίτερα στη σημερινή πολιτική συζήτηση γύρω από το ποιος επιδίωξε αρχικά τη συγκεκριμένη κοινοβουλευτική διερεύνηση.
Γεωργιάδης: «Η εμπλοκή Τριαντόπουλου έγινε για να βάλουν μια συνωμοσία γύρω από το Μέγαρο Μαξίμου»
Ανάμεσα στις δηλώσεις που επανέρχονται βρίσκεται εκείνη του Άδωνι Γεωργιάδη.
Σε τηλεοπτική του παρέμβαση, αναφερόμενος στην πολιτική συζήτηση γύρω από τον Χρήστο Τριαντόπουλο, είχε υποστηρίξει:
«Η εμπλοκή Τριαντόπουλου έγινε για να βάλουν μια συνωμοσία γύρω από το Μέγαρο Μαξίμου».
Η κυβέρνηση εκείνη την περίοδο απέρριπτε τις κατηγορίες της αντιπολίτευσης περί οργανωμένης συγκάλυψης και υποστήριζε ότι επιχειρούνταν πολιτική σύνδεση της υπόθεσης με το Μέγαρο Μαξίμου χωρίς την απαιτούμενη τεκμηρίωση.
Σήμερα η συγκεκριμένη δήλωση επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση λόγω της μεταγενέστερης πορείας της υπόθεσης Τριαντόπουλου.
Η παραπομπή, βεβαίως, δεν αποτελεί καταδικαστική απόφαση και δεν αποδεικνύει ενοχή. Σημαίνει όμως ότι η υπόθεση ακολουθεί πλέον τη θεσμικά προβλεπόμενη δικαστική διαδικασία.
Τι ακριβώς είχε πει ο Μάκης Βορίδης
Αντίστοιχο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δήλωση του Μάκη Βορίδη τον Μάρτιο του 2025.
Μιλώντας τότε στην ΕΡΤ για την υπόθεση Τριαντόπουλου, είχε αναφέρει ότι με βάση τα στοιχεία που υπήρχαν στη δικογραφία εκείνη τη χρονική στιγμή:
«Ενδείξεις ενοχής δεν υπάρχουν».
Η συγκεκριμένη φράση χρειάζεται να διαβάζεται μαζί με το υπόλοιπο της τότε τοποθέτησής του.
Ο Μάκης Βορίδης είχε παράλληλα υποστηρίξει ότι η υπόθεση έπρεπε να εξεταστεί από την Προανακριτική.
Επομένως, επρόκειτο για πολιτική και νομική αξιολόγηση του υλικού που ήταν διαθέσιμο τότε και όχι για δικαστική απόφαση σχετικά με την ενοχή ή την αθωότητα του Χρήστου Τριαντόπουλου.
Η μεταγενέστερη παραπομπή είναι διαφορετικό στάδιο της διαδικασίας και δεν πρέπει να συγχέεται ούτε με καταδίκη ούτε με τελεσίδικη κρίση.
Η φράση Φλωρίδη που είχε προκαλέσει θύελλα
Υπάρχει όμως μία δήλωση που ίσως έχει μείνει περισσότερο από όλες στη δημόσια συζήτηση για τα Τέμπη.
Είναι η φράση του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη για το περίφημο «μπάζωμα».
Ο υπουργός είχε δηλώσει στη Βουλή:
«Όποιος από τους πολιτικούς μιλάει για μπάζωμα, είναι για τα μπάζα».
Η δήλωση είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις.
Ο ίδιος είχε διευκρινίσει αργότερα ότι αναφερόταν σε πολιτικούς που χρησιμοποιούσαν τον συγκεκριμένο όρο και όχι στους συγγενείς των θυμάτων.
Η φράση όμως παρέμεινε και σήμερα επανέρχεται στη δημόσια αντιπαράθεση, καθώς το ζήτημα των ενεργειών που πραγματοποιήθηκαν στον χώρο του δυστυχήματος αποτέλεσε αντικείμενο κοινοβουλευτικής και δικαστικής διερεύνησης.
Από τις πολιτικές δηλώσεις στη δικαστική διαδικασία
Αυτό είναι ίσως και το ουσιαστικότερο στοιχείο της σημερινής εικόνας.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα η συζήτηση γύρω από τον Χρήστο Τριαντόπουλο διεξαγόταν κυρίως σε πολιτικό επίπεδο.
Η αντιπολίτευση μιλούσε για ανάγκη διερεύνησης πιθανών ευθυνών.
Η κυβέρνηση απέρριπτε τις κατηγορίες περί συγκάλυψης, υποστήριζε ότι δεν πρέπει να προκαταλαμβάνεται η Δικαιοσύνη και κατηγορούσε τους πολιτικούς της αντιπάλους ότι επιχειρούν να αξιοποιήσουν την τραγωδία για κομματικούς λόγους.
Πλέον, όμως, υπάρχει μια συγκεκριμένη θεσμική εξέλιξη.
Η υπόθεση Τριαντόπουλου έχει περάσει στο επόμενο στάδιο της δικαστικής διαδικασίας.
Αυτό δεν επιτρέπει να εξαχθεί συμπέρασμα περί ενοχής.
Επιτρέπει, όμως, να εξεταστούν ξανά οι πολιτικές τοποθετήσεις που είχαν προηγηθεί και να συγκριθούν με την εξέλιξη της υπόθεσης.
Και τώρα το άρθρο 86
Μέσα σε αυτό το κλίμα επιστρέφει δυναμικά και η συζήτηση για το άρθρο 86 του Συντάγματος και την ποινική ευθύνη υπουργών.
Η κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι επιθυμεί αλλαγή του υφιστάμενου καθεστώτος, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να έχει ταχθεί υπέρ μεγαλύτερης συμμετοχής της Δικαιοσύνης στην αξιολόγηση των υποθέσεων που αφορούν υπουργούς.
Η ακριβής μορφή της αναθεώρησης, όμως, έχει προκαλέσει νέα πολιτική αντιπαράθεση.
Η αντιπολίτευση υποστηρίζει ότι όσο η Βουλή εξακολουθεί να διατηρεί κρίσιμο ρόλο στην κίνηση της διαδικασίας, το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται στη ρίζα του.
Η κυβέρνηση από την πλευρά της παρουσιάζει την προτεινόμενη αλλαγή ως σημαντική θεσμική μεταρρύθμιση που περιορίζει την πολιτική διαχείριση των συγκεκριμένων υποθέσεων.
Οι παλιές δηλώσεις δεν εξαφανίζονται
Η υπόθεση Τριαντόπουλου βρίσκεται πλέον σε διαφορετικό σημείο από εκείνο στο οποίο βρισκόταν όταν έγιναν οι συγκεκριμένες δηλώσεις.
Και αυτό είναι απαραίτητο να λαμβάνεται υπόψη.
Ούτε η φράση Βορίδη μπορεί να αποκοπεί από το υλικό που υπήρχε τότε στη δικογραφία ούτε η σημερινή παραπομπή μπορεί να παρουσιαστεί ως απόδειξη ενοχής.
Ταυτόχρονα, όμως, οι δημόσιες δηλώσεις υπουργών και κυβερνητικών στελεχών αποτελούν μέρος του πολιτικού αρχείου της υπόθεσης.
Η φράση περί «συνωμοσίας γύρω από το Μέγαρο Μαξίμου».
Η εκτίμηση ότι «ενδείξεις ενοχής δεν υπάρχουν».
Και το περίφημο:
«Όποιος από τους πολιτικούς μιλάει για μπάζωμα, είναι για τα μπάζα».
Όλα ειπώθηκαν δημόσια.
Και γι’ αυτό, μετά τις νεότερες δικαστικές εξελίξεις, επιστρέφουν αναπόφευκτα στη δημόσια συζήτηση.
Το τι τελικά συνέβη, ποιες πράξεις μπορούν να αποδοθούν σε κάθε πρόσωπο και εάν προκύπτουν ποινικές ευθύνες δεν θα κριθεί από τις πολιτικές δηλώσεις ούτε από την αντιπαράθεση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.
Θα κριθεί από τη Δικαιοσύνη.
Η πολιτική συζήτηση, ωστόσο, έχει ήδη ένα διαφορετικό ερώτημα: πώς στέκονται σήμερα οι κατηγορηματικές δηλώσεις του παρελθόντος απέναντι στην εξέλιξη που έχει πάρει η υπόθεση;



