Αντί να απαντήσουν τι ακριβώς συζητήθηκε ανάμεσα στη γαλλική και την τουρκική πλευρά για το Great Sea Interconnector, επιλέγουν να κατηγορήσουν όσους θέτουν ερωτήματα ως «τουρκόφιλους», «πληρωμένους» ή «ηλίθιους». Μόνο που τα γεγονότα των τελευταίων ημερών έχουν καταγραφεί και από ελληνικά μέσα ενημέρωσης, ενώ η ίδια η Αθήνα έχει αναγκαστεί να τοποθετηθεί δημόσια.
Υπάρχει ένας ιδιαίτερα βολικός τρόπος να αποφύγεις μια δύσκολη πολιτική συζήτηση.
Να μη συζητήσεις καθόλου τα γεγονότα.
Να μη δώσεις απαντήσεις.
Να μην εξετάσεις τα στοιχεία.
Απλώς να κατηγορήσεις εκείνον που ρωτά.
Αυτή ακριβώς τη μέθοδο ακολουθεί ανάρτηση υποστηρικτή της Νέας Δημοκρατίας, με αφορμή την κριτική που ασκείται στην κυβέρνηση για τις εξελίξεις γύρω από το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου.
Σύμφωνα με τον συντάκτη της, όποιος αναπαράγει τουρκικές θέσεις προκειμένου να ασκήσει αντιπολίτευση στον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι «εμπαθής», «τουρκόφιλος» και βρίσκεται μακριά από τους δημοκρατικούς θεσμούς.
Μπορεί, μάλιστα, να είναι «πληρωμένος» ή «ηλίθιος».
Και κάπως έτσι, μια συζήτηση για τις ελληνικές κυριαρχικές αρμοδιότητες, τις γαλλοτουρκικές επαφές και τις έρευνες στην Ανατολική Μεσόγειο μετατρέπεται σε διαγωνισμό πατριωτικών πιστοποιητικών.
Πρώτη αντίφαση: Μιλά για δημοκρατία και αμφισβητεί το δικαίωμα στην κριτική
Η ανάρτηση ξεκινά αναγνωρίζοντας ότι είναι θεμιτό να επιθυμεί κάποιος την εκλογική ήττα του Κυριάκου Μητσοτάκη χρησιμοποιώντας τα μέσα της δημοκρατίας.
Αμέσως μετά, όμως, αποδίδει σε όσους ασκούν συγκεκριμένη κριτική χαρακτηρισμούς περί φιλοτουρκισμού και αντιδημοκρατικής συμπεριφοράς.
Εδώ υπάρχει μια βασική αντίφαση.
Η δημοκρατία δεν περιορίζει το δικαίωμα της αντιπολίτευσης στα οικονομικά, στα εργασιακά ή στην καθημερινότητα.
Περιλαμβάνει και το δικαίωμα ελέγχου της εξωτερικής πολιτικής.
Ούτε η κυβέρνηση ταυτίζεται με το κράτος ούτε η κριτική στους κυβερνητικούς χειρισμούς ισοδυναμεί με εχθρότητα προς τη χώρα.
Η εθνική κυριαρχία δεν αποτελεί κομματική ιδιοκτησία.
Δεύτερη αντίφαση: Η «τουρκική προπαγάνδα» είναι γεγονότα που κατέγραψε ο ελληνικός Τύπος
Ας δούμε τι πραγματικά συνέβη.
Στις 6 Νοεμβρίου 2026, η Ελλάδα εξέδωσε την άδεια για τις έρευνες και τις εργασίες πόντισης του καλωδίου, καθώς και τη σχετική NAVTEX.
Την ίδια ημέρα έγινε γνωστό ότι υπήρξαν επαφές της γαλλικής πλευράς με την Τουρκία για τη δραστηριότητα του γαλλικού ερευνητικού πλοίου Abeille Marengo.
Τουρκική διπλωματική πηγή υποστήριξε ότι η Άγκυρα θα αντιμετώπιζε τη γαλλική επικοινωνία ως αίτημα άδειας.
Η Τουρκία εξέδωσε αντι-NAVTEX, αμφισβητώντας την ελληνική αρμοδιότητα για μέρος της θαλάσσιας περιοχής.
Η ελληνική κυβέρνηση απέρριψε την τουρκική θέση, τονίζοντας ότι η Ελλάδα είναι η μόνη αρμόδια για την αδειοδότηση των συγκεκριμένων εργασιών.
Αυτά δεν είναι επινοήσεις κάποιου αντιπολιτευόμενου.
Είναι γεγονότα και δημόσιες τοποθετήσεις που καταγράφηκαν στον ελληνικό και διεθνή Τύπο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι τουρκικοί ισχυρισμοί είναι αληθείς.
Σημαίνει ότι οι ισχυρισμοί διατυπώθηκαν και αποτελούν αντικείμενο δημοσιογραφικού ελέγχου.
Το να αναφέρεις τι υποστηρίζει η Τουρκία δεν σημαίνει ότι αποδέχεσαι όσα υποστηρίζει.
Τρίτη αντίφαση: Αν η Αθήνα απάντησε στην Τουρκία, γιατί δεν επιτρέπεται να συζητάμε τι είπε η Τουρκία;
Στις 7 Νοεμβρίου, ελληνικές διπλωματικές πηγές δήλωσαν ότι η εσωτερική διαχείριση του ζητήματος από την Τουρκία δεν αφορά την Ελλάδα.
Επανέλαβαν επίσης ότι μόνο η Ελλάδα έχει αρμοδιότητα να εκδίδει τις σχετικές άδειες.
Η τοποθέτηση αυτή αποτελεί σαφή απόρριψη της τουρκικής αξίωσης.
Αλλά προκύπτει ένα απλό ερώτημα:
Αν η ίδια η ελληνική διπλωματία θεωρεί αναγκαίο να απαντήσει στις τουρκικές δηλώσεις, γιατί η δημοσιογραφική καταγραφή αυτών των δηλώσεων βαφτίζεται «τουρκική προπαγάνδα»;
Πώς μπορεί να αξιολογηθεί η ελληνική αντίδραση χωρίς να γνωρίζουμε σε τι ακριβώς απαντά;
Και πώς θα ελεγχθεί η αποτελεσματικότητα των διπλωματικών χειρισμών εάν απαγορεύεται ακόμη και η δημόσια συζήτηση των αντίπαλων αξιώσεων;
Η καταγραφή μιας διεκδίκησης και η αναγνώριση της νομιμότητάς της είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.
Τέταρτη αντίφαση: Οι Γάλλοι είχαν επαφές με την Τουρκία – Ποιος πρέπει να δώσει εξηγήσεις;
Το σημαντικότερο ζήτημα αφορά τις γαλλοτουρκικές επαφές.
Η γαλλική πλευρά είχε επικοινωνία με την Άγκυρα πριν από την επανέναρξη των ερευνών.
Η Τουρκία επιχείρησε να παρουσιάσει την επικοινωνία αυτή ως διαδικασία που συνδέεται με την αδειοδότηση.
Η ελληνική πλευρά, αντιθέτως, ξεκαθάρισε ότι δεν αναγνωρίζει τέτοια αρμοδιότητα στην Τουρκία.
Εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό ερώτημα.
Τι ακριβώς περιλάμβανε η γαλλοτουρκική επικοινωνία;
Ήταν απλή ενημέρωση για τις κινήσεις του πλοίου;
Υπήρξε ανταλλαγή εγγράφων;
Ποιες διατυπώσεις χρησιμοποιήθηκαν;
Και γνώριζε η Αθήνα το πλήρες περιεχόμενο των επαφών;
Μέχρι στιγμής δεν έχει δημοσιοποιηθεί έγγραφο που να αποδεικνύει ότι η Γαλλία ζήτησε τουρκική άδεια.
Αυτό πρέπει να είναι ξεκάθαρο.
Αλλά εξίσου ξεκάθαρο πρέπει να είναι ότι τα ερωτήματα για το περιεχόμενο των επαφών δεν απαντώνται με κατηγορίες περί φιλοτουρκισμού.
Το ερώτημα δεν είναι αν κάποιος συμπαθεί την Τουρκία. Είναι αν οι ελληνικές αρμοδιότητες διασφαλίζονται χωρίς αμφισβητήσεις στην πράξη.
Πέμπτη αντίφαση: Ο πατριωτισμός δεν μετριέται από την υποστήριξη στον Μητσοτάκη
Η ανάρτηση επιχειρεί να συνδέσει την κριτική στην κυβέρνηση με την εξυπηρέτηση τουρκικών συμφερόντων.
Όμως μια κυβέρνηση είναι προσωρινός διαχειριστής της κρατικής εξουσίας.
Τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας δεν εξαρτώνται από το ποιο κόμμα κυβερνά.
Ένας πολίτης μπορεί να συμφωνεί με την ελληνική θέση για την υφαλοκρηπίδα και ταυτόχρονα να θεωρεί ότι η κυβέρνηση οφείλει να δώσει περισσότερες εξηγήσεις για τους διπλωματικούς της χειρισμούς.
Μπορεί να απορρίπτει απολύτως τις τουρκικές διεκδικήσεις και να ζητά να πληροφορηθεί τι συζητήθηκε ανάμεσα στη Γαλλία και την Τουρκία.
Μπορεί να στηρίζει την ολοκλήρωση της ηλεκτρικής διασύνδεσης και να ασκεί κριτική για τις καθυστερήσεις της.
Καμία από αυτές τις θέσεις δεν συνεπάγεται αποδοχή της τουρκικής επιχειρηματολογίας.
Έκτη αντίφαση: «Πληρωμένος» ή «ηλίθιος» – Όταν τελειώνουν τα επιχειρήματα
Η τελευταία παράγραφος της ανάρτησης είναι χαρακτηριστική.
Ο συντάκτης της υποστηρίζει ότι όποιος αναπαράγει τις τουρκικές θέσεις μπορεί να πληρώνεται ή να είναι απλώς ηλίθιος.
Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές κατηγορίες, που παρουσιάζονται χωρίς κανένα στοιχείο.
Η πρώτη αφήνει υπαινιγμό για οικονομική εξάρτηση από ξένα συμφέροντα.
Η δεύτερη αποτελεί ευθεία προσωπική προσβολή.
Καμία από τις δύο δεν προσφέρει πληροφορία για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου.
Δεν εξηγεί τι συζήτησαν οι Γάλλοι με τους Τούρκους.
Δεν απαντά στο περιεχόμενο της αντι-NAVTEX.
Δεν αποσαφηνίζει τη στάση της Αθήνας.
Απλώς μεταφέρει τη συζήτηση από τα γεγονότα στον χαρακτήρα εκείνου που τα επισημαίνει.
Το πραγματικό ερώτημα είναι τι θα συμβεί στη θάλασσα
Η Ελλάδα έχει εκδώσει τη σχετική άδεια και NAVTEX.
Η Τουρκία έχει αμφισβητήσει την ελληνική αρμοδιότητα με δική της NAVTEX.
Η ελληνική κυβέρνηση έχει απορρίψει δημόσια αυτή την αμφισβήτηση.
Το γαλλικό ερευνητικό πλοίο αναμένεται να ξεκινήσει τις εργασίες του στις 9 Νοεμβρίου.
Επομένως, το επόμενο κρίσιμο στοιχείο θα είναι η πραγματοποίηση των ερευνών, ιδίως στις θαλάσσιες περιοχές όπου η Τουρκία προβάλλει διεκδικήσεις.
Αυτό είναι το πεδίο στο οποίο θα κριθεί η εξέλιξη του έργου.
Όχι στα σχόλια των κοινωνικών δικτύων.
Όχι στις προσωπικές επιθέσεις.
Και ασφαλώς όχι στους χαρακτηρισμούς περί «τουρκόφιλων».
Συμπέρασμα
Το κείμενο του υποστηρικτή της Νέας Δημοκρατίας ξεκινά με μια διακήρυξη δημοκρατικής ανοχής και καταλήγει σε προσωπικές προσβολές και ανυπόστατους υπαινιγμούς περί χρηματισμού.
Παρουσιάζει την κριτική στην κυβέρνηση ως ένδειξη συμπάθειας προς την Τουρκία, χωρίς να εξετάζει την ουσία των ερωτημάτων που έχουν τεθεί.
Η Ελλάδα έχει διατυπώσει σαφή θέση για την αρμοδιότητά της να αδειοδοτεί τις έρευνες.
Αυτό δεν καταργεί το δικαίωμα των πολιτών και των δημοσιογράφων να ζητούν διευκρινίσεις για τις γαλλοτουρκικές επαφές και την εξέλιξη του έργου.
Πατριωτισμός δεν είναι να μη ρωτάς την κυβέρνηση. Πατριωτισμός μπορεί να είναι και να απαιτείς πλήρη ενημέρωση για ζητήματα εθνικού ενδιαφέροντος.
Και όποιος έχει πραγματικές απαντήσεις για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου, μπορεί να τις παρουσιάσει.
Δεν χρειάζεται να μοιράζει πιστοποιητικά εθνικοφροσύνης σε όσους θέτουν ερωτήματα.



